Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Πονόδοντος

ΠΟΝΟΔΟΝΤΟΣ
Με το φίλο μου το Βάκη καθίσαμε μέσα στην καφετέρια γιατί σύμφωνα με τους μετεωρολογικούς υπολογισμούς μας «ερχόταν βροχή, ερχόταν μπόρα». Με το ζεστό καφέ στο χέρι αρχίσαμε την κουβέντα.
-          Με ποιους μετεωρολογικούς υπολογισμούς υπολόγισες ότι ερχόταν βροχή και μπόρα; Αφού είχε σκοτεινιάσει ο ουρανός από τα ολόμαυρα σύννεφα!
-          Μα φίλε Βάκη σου το είχα πει από ώρα ότι θα είχαμε βροχή. Δεν περίμενα να σκοτεινιάσει ο ουρανός!
-          Καλά πώς το κατάλαβες; ΄Η μήπως ήταν τυχαίο;
-          Όχι τυχαίο δεν ήταν! Οι προβλέψεις της γιαγιάς μου πάντα επαληθεύονταν και της εφάρμοσα και εγώ.
-          Δηλαδή;
-          Η γιαγιά μου κοίταζε τον Πενταδάχτυλο και όταν έβλεπε να τον σκεπάζουν σύννεφα μου έλεγε ότι θα έρθει βροχή. Αυτό έκανα κι εγώ. Μα δε μου λες ο πονόδοντος σού πέρασε για καλά δεν είναι;
-          Μα δεν σου το είπα; ΄Εχω ήδη πάει  σε οδοντίατρο! Και μάλιστα τρεις φορές!
-          Πήγες στο φίλο μας τον Αντρίκο;
-          Ο Αντρίκος έκλεισε το οδοντιατρείο του εδώ και ένα χρόνο. Πήρε σύνταξη.
-          Αχ αυτοί οι συμφοιτητές μας βιάστηκαν να πάρουν σύνταξη τώρα που μεγαλώσαμε και θα τους χρειαστούμε. Τόσον καιρό που δούλευαν είμεθα κι εμείς νέοι και υγιείς. Τώρα που ήρθε ο καιρός μας για γιατρούς και νοσοκόμους πήραν σύνταξη!
-          Θα πηγαίνουμε στα παιδιά τους που έγιναν κι αυτοί γιατροί!
-          Βάκη, θυμάσαι εκείνο τον πονόδοντο που σε έπιασε στη Θεσσαλονίκη όταν πήγαμε εκείνο το καλοκαίρι που είμεθα φοιτητές;
-          Τι λες ξεχνιέται τέτοιος πονόδοντος;
-          Μας άφησε το αυτοκίνητο-ψυγείο με το οποίο ταξιδέψαμε με ωτό-στοπ εκεί στο Βαρδάρη, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό και μετά πήραμε με τα πόδια την Εγνατίας όπου βρήκαμε ένα καλό ξενοδοχείο κοντά στις Καμάρες.
-          Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο άρχισε ο πονόδοντος και όλο και δυνάμωνε. Μου έλεγες να μου φέρεις ένα ούζο να πιω να μου περάσει. Δεν άντεχα όμως και φύγαμε αμέσως για το πρώτο φαρμακείο.
-          Σου έδωσε κάτι παυσίπονα και σου είπε να παίρνεις δύο κάθε τέσσερις ώρες. Θυμάσαι τι του είπες;
-          Τι του είπα;
-          Μα δηλαδή θα με κρατά ο πονόδοντος για τέσσερις ώρες; Ευτυχώς σου πέρασε με τα παυσίπονα και δεν χρειάστηκες οδοντίατρο «μες τα χωριά τα ξένα»!
-          Ναι ευτυχώς!
-          Μετά μας τέλειωσαν τα χρήματα και αποφασίσαμε να βρούμε πιο φτηνό ξενοδοχείο στο οποίο μείναμε μόνο μια νύχτα!
-          Ναι θυμάμαι που πήγαμε σε ένα ξενοδοχείο εκεί που είναι σήμερα τα λαδάδικα.
-          Ξενοδοχείο, τρόπος του λέγειν! Θυμάσαι το όνομά του;
-          Όχι
-          Λεγόταν «Πατέρας. Ο Καλός ΄Υπνος».
-          Του ζήτησα δωμάτιο με δυο κρεβάτια και με κοίταξε λες και ήμουν εξωγήινος. «Εδώ νοικιάζουμε κρεβάτια κύριε, όχι δωμάτια. Στο όροφο αριθμός τρία, να πάρτε» και μας έδωσε από μια κουβέρτα, ένα σεντόνι και ένα μαξιλάρι. «Και να τα φέρετε μαζί σας όταν θα φύγετε».
-          Στο δωμάτιο είχε δέκα-δώδεκα κρεβάτια, όλα κατειλημμένα. Τα περισσότερα από ηλικιωμένους που το βράδυ ροχάλιζαν, έβηχαν και έφτυναν. Μερικοί κάπνιζαν και άντε να κοιμηθείς! Δεν κλείσαμε μάτι!
-          Οι τουαλέτες ήταν στο τέρμα του διαδρόμου και απέναντι τα μπάνια όπου καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα και μάζευε τα κουπόνια. Θυμάσαι το δωμάτιο, μάλλον το κρεβάτι ήταν τριάντα δραχμές και το μπάνιο χρεωνόταν έξτρα πέντε δραχμές!
-          Πάντως ωραία περάσαμε στη Θεσσαλονίκη!

Κ.Α.Χ.

4.11.2014

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

΄Ολο και μεγαλύτερα ...

ΟΛΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ …
Ο φίλος μου ο Βάκης μια κοίταζε εμένα, μια τον καφέ μου, μια το καφέ του και έκανε σαν να ήθελε κάτι να μου πει αλλά δίσταζε. Κάθε λίγο κοίταζε το κινητό του χωρίς λόγο και από αμηχανία. Τον άφησα λίγο έτσι να τον βασανίζει η σκέψη του αλλά δεν άντεξα και του είπα.
-          ΄Ελα πες αυτό που θέλεις να μου πεις.
-          Τι να σου πω;
-          Σε ξέρω χρόνια τώρα και δεν με γελάς εμένα. Κάτι έχεις στην άκρη των χειλιών σου και διστάζεις!
-          Καλά. Πόσα παιδιά είχε η γιαγιά σου;
-          Αυτό θέλεις να μάθεις;
-          Απάντα εσύ και θα δούμε.
-          ΄Εξι παιδιά.
-          Το σπίτι της πόσα δωμάτια είχε;
-          Τέσσερα.
-          Ωραία! Η άλλη σου η γιαγιά πόσα παιδιά είχε;
-          Εννέα. Μάλιστα το ένατο το βάφτισε ο Έλληνας Πρέσβης και το ονόμασε Κωνσταντίνο!
-          Δεν με ενδιαφέρουν τα ονόματα. Πόσα δωμάτια είχε το σπίτι της;
-          Στάσου να θυμηθώ. Τέσσερα.
-          Λοιπόν μια οικογένεια οκτώ άτομα σε σπίτι των τεσσάρων δωματίων. Η άλλη οικογένεια έντεκα άτομα και σπίτι τεσσάρων δωματίων.
-          Καλά τα μαθηματικά σου αλλά τι θέλεις να πεις;
-          Περίμενε και θα δεις. Εσύ έχεις δυο παιδιά και σπίτι εννέα δωματίων. Εγώ έχω επίσης δυο παιδιά και σπίτι δέκα δωματίων.
-          Ωραία με ξεπερνάς κατά ένα δωμάτιο!
-          Όχι δεν είναι αυτό που θέλω να πω. Μεγαλώσαμε τα σπίτια μας και σμικρύναμε τις οικογένειές μας.  Αποκτήσαμε ανέσεις και δεν έχουμε το χρόνο να τις απολαύσουμε. ΄Ολο τρέχουμε να αποκτήσουμε περισσότερα αγαθά τα οποία όμως δεν μας μένει χρόνος να τα χαρούμε. Θυμάσαι εκεί το «Φίατ» το μικρό που είχε ο πατέρας σου και μπαίναμε σ αυτό δυο οικογένειες και γυρνάγαμε την Κύπρο όλη;
-          Δεν ξεχνιέται το ηρωικό μας «Φιατάκι»!
-          Τώρα έχουμε όλοι στην οικογένεια από ένα αυτοκίνητο, αλλά δεν ανταλλάσουμε κουβέντα γιατί ο καθένας ταξιδεύει με το δικό του. Ακόμη και όταν ο προορισμός είναι ο ίδιος!
-          Αλήθεια! Θυμάμαι τώρα πόσα πολλά μάθαμε από τους γονείς μας ταξιδεύοντας όλοι μαζί στο ίδιο αυτοκίνητο!
-          Και πόσα τραγούδια τραγουδούσαμε όλοι μαζί!
-          Αυτά που λέμε μέχρι σήμερα εκεί τα μάθαμε!
-          Αυτά ήθελες να μου πεις μωρά Βάκη και δεν μου τα έλεγες απευθείας; Με πήρες στην Πάφο μέσω Αποστόλου Αντρέα! ΄Ελα πες και το ηθικό δίδαγμα να ησυχάσει η ψυχή σου!
-          Αποκτήσαμε περισσότερα υλικά αγαθά και αλλοτριωθήκαμε φίλε μου, γίναμε λιγότερο άνθρωποι!
Κ.Α.Χ.

1.11.2014  

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Από Μαγιού φραπέ

ΑΠΟ ΜΑΓΙΟΥ ΦΡΑΠΕ
Με το φίλο μου το Βάκη χαθήκαμε για λίγες μέρες. Είχε ένα φοβερό πονόδοντο και έτρεχε στον οδοντίατρο που του είχε πει ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας έπρεπε να αποφεύγει και τα ζεστά και τα κρύα. Χτες με πήρε τηλέφωνο και μού είπε.
-          Φίλε η θεραπεία τελείωσε! Πάμε για κανένα καφέ;
-          Και δεν πάμε;
-          Στην καφετέρια στο μέσο της Λήδρας.
-          Στις δέκα με δέκα και τέταρτο. Για να μην ξεχνούμε το «ακαδημαϊκό τέταρτο».
-          Το τέταρτο δεν πειράζει, φτάνει να μην το κάνεις μισάωρο και βάλε!
Στις δέκα ήμουν εκεί. Δεν είχε ούτε ένα τραπεζάκι άδειο! Τα πάντα, όλα, που λέμε γεμάτα! Σε λίγο έρχεται και ο Βάκης.
-          Βάκη, ούτε για δείγμα δεν έχει ούτε μια άδεια θέση! ΄Ασε που εμείς θέλουμε τρεις.
-          Γιατί τρεις; Περιμένεις κανένα;
-          Μια εσύ, μια εγώ και μια για τη τσάντα σου με το φορητό υπολογιστή που τελευταία έγινε συνέχεια του χεριού σου!
-          Πάμε στην απέναντι καφετέρια;
-          Όχι οι καρέκλες δεν είναι τόσο αναπαυτικές. Πάμε στην πρώτη καφετέρια της οδού Λήδρας;
Πήγαμε εκεί και αφού καθίσαμε νάσου πετιέται και η «πιο καλή γκαρσόνα της οδού Λήδρας»! ΄Ετσι της λέει ο φίλος ο Βάκης και αυτή το παίρνει απάνω της.
-          Σας έβαλα απουσίες, λέγει απευθυνόμενη στο Βάκη. Τι θα πάρετε;
-          Ένα ζεστό νεσκαφέ, λέγει ο Βάκης.
-          Κάνε τα δύο! Και κερνάω εγώ Βάκη!
-          Γιατί; Ποιος το είπε αυτό;
-          Αφού δεν με ρώτησες τι θα πάρω κι αμέσως παρήγγειλες πρώτος! Η ευγένεια απαιτεί να με ρωτήσεις μια και η γκαρσόνα απευθύνθηκε πρώτα σε σένα που της ρίχνεις συνέχεια τα κομπλιμέντα!
-          Μα είδες που δεν είχε ούτε μια θέση στην άλλη καφετέρια; Κι ύστερα σου λένε κρίση!
-          Μα ακριβώς επειδή είναι κρίση και γεμίζουν οι καφετέριες. Οι μισοί τουλάχιστον απ αυτούς, αν δεν υπήρχε κρίση δεν θα ήταν άνεργοι και θα πήγαιναν στη δουλειά τους!
-          Μπορεί και να έχεις δίκαιο!
-          Όχι μπορεί. ΄Εχω δίκαιο! Αν ήμουν μεταπτυχιακός φοιτητής τώρα θα  έγραφα μια μελέτη για το θέμα αυτό και θα ετοίμαζα και το σχετικό ερωτηματολόγιο.
-          Είδες που παραγγείλαμε κι οι δυο ζεστό καφέ και όχι φραπέ;
-          Βέβαια αφού υποσυνείδητα τηρούμε αυτό που λέγαμε όταν ήμασταν φοιτητές. Από Μαγιού φραπέ κι απ΄ τον Οκτώβρη νεσκαφέ! Το βγάλαμε τότε κατ΄ αναλογία με τη ρήση «Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ΄ Αύγουστο πανωφόρι»!
Κ.Α.Χ.

20.102014

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Ακάμας

ΑΚΑΜΑΣ
΄Ηταν Κυριακή την ώρα που ο ήλιος πήγαινε να δύσει όταν θυμήθηκα ότι έχω και κινητό τηλέφωνο . Το έψαξα για λίγο και το βρήκα χωρίς να χρειαστεί να καλέσω τον αριθμό μου από το σταθερό για να το εντοπίσω. Είχα μια αναπάντητη κλήση από τον ξάδελφο μου από το Σάββατο! Τον κάλεσα και τον ακούω να μου λέγει.
-          Ξεπέρασες και τη γυναίκα μου μωρέ αθεόφοβε με το κινητό! Μαζί σου πρέπει να κλείνουμε ραντεβού μια βδομάδα πριν για να μιλήσουμε στο κινητό!
-          Καλά αφού ξέρεις όταν είμαι στο σπίτι αφήνω κάπου το κινητό και το ξεχνώ.
-          Τώρα είναι αργά. Σε πήρα αν ήθελες να πηγαίναμε σήμερα το πρωί στην Κερύνεια. Πήγαμε και λειτουργήσαμε τη μικρή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Βοήθησα κι εγώ ψάλλοντας. Είναι μια  εκκλησούλα σ΄ ένα στενό δρόμο που βγάζει στο λιμάνι. Δεν την πείραξε κανένας αυτή την εκκλησία γιατί την πρόσεχε μια γυναίκα Ελληνοκύπρια που είχε παντρευτεί ένα Τουρκοκύπριο. Μακαρίστηκε κι αυτή πριν ένα χρόνο και οι Κερυνειώτες της έκαναν μνημόσυνο.
-          Εσύ από το Καιμακλί πως και βρέθηκες να ψάλλεις στην Κερύνεια;
-          Ο συμπέθερος μου είναι Κερυνειώτης και με παρακάλεσε να βοηθήσω. Πάμε την Τρίτη για φαγητό στο «Βικλαρίν» για φαγητό;
-          Για φαγητό να πάμε αλλά τι είναι και που είναι αυτό το «Βικλαρίν»;
-          Στον Ακάμα, αμέσως μετά τον Άγιο Γεώργιο της Πέγειας.
-          Στον Ακάμα δεν πήγα ποτέ μου!
-          Δεν πήγες; Θα πάμε μαζί την Τρίτη!
Την Τρίτη λοιπόν ξεκίνησα το πρωί – τι πρωί, είχε πάει σχεδόν εννιά η ώρα- για την Ακτή του Κυβερνήτη να συναντήσω τον ξάδελφο μου στο εξοχικό του και να συνεχίσουμε με το αυτοκίνητό του που έχει κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Κάπου εκεί κοντά στην Αλάμπρα κτύπησε το κινητό μου. ΄Ηταν ο ξάδελφος.
-          Πού είσαι;
-          ΄Ερχομαι, είμαι κοντά στην Αλάμπρα. Σε είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί.
-          Πολύ πρωινός μου είσαι! Κι εγώ ανησυχούσα μήπως έρθεις και δεν με βρεις γιατί πήγα για μπάνιο πρωί-πρωί. Σου έστειλα και μήνυμα αλλά αμφιβάλλω αν το είδες!
Πράγματι δεν το είχα δει. ΄Εφτασα εκεί και με περίμενε στο αυτοκίνητο! Ξεκινήσαμε κι αρχίσαμε την κουβέντα. Ο ξάδελφος είναι πολύ καλός στο λέγειν! Χωρίς να το καταλάβουμε φτάσαμε στον πρώτο μας σταθμό που ήταν το σπίτι του κουμπάρου το ξάδελφου στη Γεροσκήπου. Αφού ήπιαμε τον καφέ μας στου κουμπάρου συνεχίσαμε. Δεύτερος σταθμός το λιμανάκι του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας. Δροσιστήκαμε, κάνοντας ένα ωραίο μπάνιο στα ήσυχα και καθαρά νερά του λιμανιού! Μετά συνεχίσαμε και πιάσαμε το χωματόδρομο για τον Ακάμα. Στην αρχή μου φάνηκε υποφερτός. Μετά ήρθαν τα δύσκολα! Η θέα όμως σαν να ήταν βαλτή, σε αποζημίωνε συνέχεια από την περιπέτεια των δρόμων. Αντικρίσαμε κάτι βράχους, λες και πριν καμιά μέρα να αποσύρθηκαν απ΄ εκεί τα νερά της θάλασσας. Νοιώθεις σαν να άνοιξε ο Μωυσής τα νερά του Σουέζ για να περάσεις!
-          Βλέπεις εκεί ψηλά! Εκεί είναι το «Βικλαρίν», το εστιατόριο.
-          Μα πώς θα φτάσουμε εκεί;
-          Θα φτάσουμε. Μη ξεχνάς ότι έχεις δίπλα σου Τον Οδηγό! Κοντά μου πέρασαν εξετάσεις οι μισοί οδηγοί της Κύπρου!
-          «Βικλαρίν» ξάδελφε σημαίνει παρατηρητήριο. Η λέξη συναντάται στα Βυζαντινά χρόνια, βιγλάτορας … Πράγματι η τοποθεσία δικαιολογεί την ονομασία!
Αφού ανεβήκαμε την ανηφόρα φτάσαμε στο εστιατόριο. Όλα τα αυτοκίνητα εκεί ήταν της ενοικίασης,  με κόκκινες πινακίδες εγγραφής. Μόνο το δικό μας είχε κανονικούς αριθμούς! Εκεί μας περίμεναν οι ιδιοκτήτες, μάλλον τα παιδιά του ιδιοκτήτη, κόρες, γαμπροί και εγγόνια. Ο ξάδελφος τους γνώριζε όλους με τα ονόματά τους! Μας έβαλαν και καθίσαμε στο πιο ψηλό σημείο του  … παρατηρητηρίου! Η θάλασσα μαγευτική! Η θέα απλωνόταν μέχρι το νησί του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας. Στο διπλανό ύψωμα προς τον Άγιο Γεώργιο της Πέγειας ένα καινούριο κτίσμα. Το ησυχαστήριο της Μητρόπολης Πάφου.
Το φαγητό εξαίσιο! Χοιρινή σούβλα, το μόνο που σερβίρει! Με σαλάτα και κρεμμύδι και δυο ποτηράκια ζιβανία. Απολαύσαμε το φαγητό μας και ανταλλάξαμε μερικά λόγια με τα διπλανά μας τραπέζια. ΄Ολοι οι τουρίστες κατενθουσιασμένοι με τη θέα και τη φύση και απογοητευμένοι από τα χάλια των δρόμων. Τους είπαμε για τους «Πράσινους» της Κύπρου που προστατεύουν τη φύση!  Μας είπαν ότι οι πράσινοι έχουν να κάνουν πολλά στις πόλεις και στα χωριά αν θέλουν και ότι ένας «περιφραγμένος παράδεισος γίνεται κόλαση!»
Συνεχίζοντας το δρόμο μας συναντούσαμε μόνο αυτοκίνητα της ενοικίασης. Είναι τέτοιο το οδικό δίκτυο που κανένας πολίτης αυτής της χώρας δεν τολμά να ταξιδεύσει εκεί με το δικό του αυτοκίνητο γιατί κινδυνεύει να καταλήξει στην…  ανακύκλωση! Περάσαμε από την παραλία της Λάρας όπου βγαίνουν και γεννούν τα αυγά τους οι χελώνες και όπου υπάρχει και το δεύτερο εστιατόριο στον Ακάμα. Συνεχίσαμε με χίλια βάσανα στο δρόμο, πολύ συχνά χρησιμοποιώντας τετρακίνηση και φτάσαμε, μετά που χάσαμε δυστυχώς την πορεία μας δυο φορές, στο ξωκλήσι του Αγίου Κόνωνα. Το ξωκλήσι είναι ανοιχτό για όποιο τα καταφέρει να φτάσει εκεί. Προσκυνήσαμε με ευλάβεια και συνεχίσαμε την πορεία μας. Συναντήσαμε εκεί κοντά στο ξωκλήσι και δυο μάντρες με ζώα και νερό, λιγοστό, αλλά τρέχει!
Ο ξάδελφος «βάλθηκε» να με πάει μέχρι το φάρο του Ακάμα! Και πάλι όμως χάσαμε την πορεία μας δυο φορές και στο τέλος ανεβήκαμε μέχρι επάνω στο φάρο με το αυτοκίνητο παρά το γεγονός ότι του έλεγα να μείνουμε κάτω από φόβο μήπως δεν τα καταφέρουμε! Η θέα και από εκεί καταπληκτική, απίθανη, μαγευτική, φανταστική για να χρησιμοποιήσω ένα όρο που είναι της μόδας! Καθοδόν διερωτόμουν τι θα γίνει αν συναντούσαμε άλλο αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση, αφού ο δρόμος μόλις και μετά βίας χωρούσε ένα αυτοκίνητο και κάτω γκρεμός πολλών μέτρων. Ευτυχώς δεν υπήρχαν άλλοι «τρελοί» να πάνε μέχρι το φάρο!
Συνεχίσαμε προς τα λουτρά της Αφροδίτης σε ένα σχεδόν ανύπαρκτο οδικό δίκτυο και μάλιστα αφού προσπεράσαμε και μια πινακίδα που έγραφε να μην προχωρούν αυτοκίνητα γιατί δεν υπάρχει διέξοδος! Τα καταφέραμε! Βρήκαμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο! Άλλος κόσμος!
 Πρώτη φορά πήγα στον Ακάμα. Η ομορφιά της φύσης απερίγραπτη με λόγια. Μια αρμονία που σε ηρεμεί! Μια ονειρική αγριάδα! Ένα όνειρο στο ξύπνο! Και όμως στη «σοφία» τους κάποιοι δεν δημιουργούν ένα καθώς πρέπει οδικό δίκτυο από  ασφαλτοστρωμένους δρόμους, για να αξιοποιηθεί αυτή η απαράμιλλη ομορφιά. Οδικό δίκτυο με πολλές επιβαλλόμενες απαγορεύσεις για να προστατευθεί η φύση αλλά και να είναι συνάμα κτήμα του λαού.
 Σήμερα η φύση εκεί υποφέρει από τη σκόνη και χάνει από την ομορφιά της. Οι πράσινοι θάμνοι έγιναν καφέ-γκρίζοι. Πολλοί δημιουργούν συνέχεια νέους παράδρομους όταν δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον υποτιθέμενο «δρόμο» με αποτέλεσμα να καταστρέφεται το πράσινο! Προστασία της φύσης δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη και απουσία έργων, μετρημένων φυσικά, λογικών, συνοδευόμενων από μέτρα προστασίας. Να προστατευθεί ο Ακάμας, ναι, αλλά να μην μείνει προνόμιο μερικών! Πηγαίνετε να δείτε ( αφού πρώτα ενοικιάσετε ξένο αυτοκίνητο!)
Κ.Α.Χ.
18.10.2014


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Οι φούρνοι

ΟΙ ΦΟΥΡΝΟΙ
ΕΙΚΟΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Το ψωμί την εποχή που ήμουν μικρό παιδί ήταν το βασικό είδος διατροφής σε όλη την Κύπρο. Δεν θα μπορούσε κανένας να διανοηθεί ότι θα καθίσει στο τραπέζι για φαγητό, πρόγευμα, γεύμα ή δείπνο, χωρίς να υπάρχει ψωμί. Θα μπορούσαν να λείπουν όλα τα άλλα, όχι όμως το ψωμί!
Η γιαγιά μου όπως μου έλεγε η μητέρα μου φούρνιζε, όταν ήτα κι αυτή μικρή κάθε δεκαπέντε με είκοσι μέρες και έφτιαχνε ψωμιά για να έχουν για όλες αυτές τις μέρες. Εγώ θυμάμαι που η γιαγιά μου το Πάσχα μαζί με τις φλαούνες φούρνιζε και μερικά ψωμιά όπως επέβαλλε το έθιμο. Τότε στο Καιμακλί, κάθε σπίτι ή σχεδόν κάθε σπίτι είχε το φούρνο του. Οι φούρνοι ήταν δύο ειδών ανάλογα με το πού έβαζαν τα ξύλα για να «πυρώσουν» τη μαρμάρινη ή «πλιθαρένη» πλάκα του φούρνου πάνω στην οποία έβαζαν τα ψωμιά για ψήσιμο. Σε κάποιους φούρνους άναβαν το ξύλα κάτω από την πλάκα και σε κάποιους πάνω στην πλάκα. Στη δεύτερη περίπτωση όταν ζεσταινόταν ο φούρνος παραμέριζαν τα κάρβουνα, ξέπλεναν την πλάκα και μετά έβαζαν τα ψωμιά.
Την εποχή εκείνη στο Καιμακλί υπήρχαν τρεις φούρνοι που έφτιαχναν τα ψωμιά, μάλλον το ψωμί γιατί μόνο ένα είδος ψωμιού υπήρχε, το παραδοσιακό στρογγυλό ψωμί. Μετά από κάποια χρόνια οι φούρνοι άρχισαν να ψήνουν ακόμη ένα είδος ψωμιού τη «φραντζόλα» που ήταν το άσπρο στενόμακρο ψωμί. Το παραδοσιακό ψωμί, αν θυμάμαι καλά, παρασκευαζόταν από ανάμεικτο αλεύρι, ενώ η «φραντζόλα» από ένα είδος αλεύρι μόνο.
Οι δυο φούρνοι του Καιμακλίου βρίσκονταν στο κέντρο του χωριού, ο φούρνος του «Τσιάππα» και ο φούρνος της «Κονναρίνας», ενώ ο τρίτος ο φούρνος του «Γιώργου του ψωμά» στην άκρη του χωριού προς την τουρκική συνοικία της Λευκωσίας. Από τη Δευτέρα μέχρι και το Σάββατο οι φούρνοι δούλευαν και ασταμάτητα έφτιαχναν ψωμιά. Δούλευαν όμως και την Κυριακή το πρωί και έψηναν το ψητό για το Κυριακάτικο γεύμα της οικογένειας. Η νοικοκυρά ετοίμαζε το σινί με το ψητό, πατάτες με κρέας ή κοτόπουλο, από νωρίς το πρωί της Κυριακής, πριν πάει στην εκκλησία και ο σύζυγός της το έπαιρνε στο φούρνο για ψήσιμο. Ο φούρναρης είχε μια κιμωλία και έγραφε στο κάθε σινί το όνομα του ιδιοκτήτη για να το ξεχωρίζει και να του το παραδώσει όταν θα ήταν έτοιμο. Γύρω στο μεσημέρι ο άντρας πήγαινε και πάλι στο φούρνο είτε πεζός είτε με ποδήλατο και έφερνε το ψητό στο σπίτι όπου όλη η οικογένεια περίμενε με ανυπομονησία να σερβιριστεί! Μερικοί έπαιρναν για ψήσιμο στο φούρνο και κανένα σινί με μακαρόνια του φούρνου. Όταν θα γινόταν γάμος την Κυριακή οπωσδήποτε ένας φούρνος από όλους θα δούλευε και το απόγευμα της Κυριακής για το ψήσιμο των φαγητών του γάμου , των σινιών με το ψητό κρέας και τις πατάτες.
Το ψωμί από το φούρνο έφτανε στο σπίτι ζεστό και θυμάμαι που κόβαμε κανένα κομμάτι για να το απολαύσουμε ζεστό. Θυμάμαι μια φορά που ο πατέρας ενός συνομήλικού μου παιδιού του έδωσε ακριβώς το αντίτιμο για δύο ψωμιά να πάει στο φούρνο του Γιώργου του ψωμά και να τα φέρει στο σπίτι. Νομίζω πως τότε η τιμή του ψωμιού ήταν εννέα γρόσια. Πήγε λοιπόν το παιδί στο φούρνο, έδωσε τα λεφτά στο φούρναρη και πήρε δυο ζεστά ψωμιά. Καθοδόν όμως κόβοντας κομματάκια σιγά-σιγά έφαγε το ένα έτσι όπως ήταν ζεστό! Ο πατέρας του τον ρώτησε που είναι το άλλο ψωμί αλλά από φόβο απέφευγε να ομολογήσει το «παράπτωμά» του. Ο πατέρας τότε πήρε το παιδί του από το χέρι και πήγε στο φούρναρη ζητώντας εξηγήσεις. Παρ ολίγο να γίνει καυγάς γιατί ο πατέρας απαιτούσε ακόμη ένα ψωμί νομίζοντας ότι ξεγέλασαν το γιο του ενώ ο φούρναρης επέμενε ότι του έδωσε δυο ψωμιά. Στο τέλος ο μικρός ομολόγησε, αλλά ο πατέρας του μετά του τις έβρεξε για να μάθει να μην τρώει ολόκληρο ψωμί και κυρίως να λέει την αλήθεια!
Κ.Α.Χ.

17.10.2014

Εφημερίδες

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ, ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ …
ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Η εφημερίδα τότε που ήμουνα μικρό παιδί ήταν το μόνο μέσο ενημέρωσης. Τηλεόραση δεν υπήρχε καθόλου και τα ραδιόφωνα ήταν λιγοστά. Θυμάμαι που ο παππούς μου, πολύ προοδευτικός άνθρωπος για την εποχή του, αφού από τότε είχε τη δική του βιβλιοθήκη από την οποία όλα τα εγγόνια του δανειζόμασταν βιβλία, απέκτησε το πρώτο του ραδιόφωνο. Στο μέγεθος ήταν όσο μια τηλεόραση δεκατεσσάρων ιντσών και λειτουργούσε με μπαταρία. Μια μεγάλη μπαταρία στο μέγεθος των μπαταριών αυτοκινήτου, μάρκας BEREC που διαρκούσε δύο μήνες περίπου. Όταν άδειαζε με έστελλε σε ένα κατάστημα που πουλούσε ελάχιστα πράγματα αλλά και μπαταρίες!
Η λήψη στο ραδιόφωνο δεν ήταν σταθερή και συχνά παρεμβάλλονταν «παράσιτα». Θυμάμαι ότι ο θείος μου είχε ανεβεί τότε στη στέγη του σπιτιού και τοποθέτησε μια κεραία. ΄Ηταν ένα γυμνό κόκκινο σύρμα, στην ουσία πολλά λεπτά σύρματα τυλιγμένα μαζί τα οποία στερέωσε σε δύο πασσάλους που τοποθέτησε πάνω στη στέγη.
Η εφημερίδα όμως και τότε και πολλά χρόνια μετά ήταν το κύριο μέσο ενημέρωσης. Δεν υπήρχαν τότε περίπτερα σε κάθε δρόμο όπως σήμερα και τις εφημερίδες τις πωλούσαν οι εφημεριδοπώλες. Το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη, αν υπήρχε σήμερα που κυριαρχούν στα εργατικά οι συντεχνίες θα κατατασσόταν στα «ανθυγιεινά» επαγγέλματα!  Οι εφημεριδοπώλες πήγαιναν στο πρακτορείο τύπου με το ποδήλατό τους γύρω στα μεσάνυχτα να παραλάβουν τις εφημερίδες. Τις περισσότερες φορές ξημερωνόντουσαν εκεί περιμένοντας να έλθει και η τελευταία εφημερίδα που αργούσε γιατί τότε οι βλάβες στα τυπογραφεία ήταν συχνές. Πήγαιναν εκεί χειμώνα-καλοκαίρι, με κρύο και με ζέστη, Κυριακές, γιορτές και σχόλες- εκτός από τις ημέρες που δεν κυκλοφορούσαν εφημερίδες. Υπήρχε δε και η αργία των εφημεριδοπωλών, μια φορά το χρόνο.
Μετά πήγαιναν στο σπίτι τους και εκεί πάλι δουλειά. Να τυλίξουν τις εφημερίδες και να τις βάλουν σε σειρά κατά οδό και κατά πελάτη. Στη συνέχεια άρχιζε η διανομή. Στους κεντρικούς δρόμους της Λευκωσίας θυμάμαι τους εφημεριδοπώλες που πωλούσαν τις απογευματινές εφημερίδες  –κυκλοφορούσαν δύο τότε και η καθεμιά είχε το δικό της εφημεριδοπώλη- και διαλαλούσαν την εφημερίδα με το όνομά της καθώς και με την κύρια είδηση που δημοσίευε!
Στο Καιμακλί εφημεριδοπώλης μας ήταν ο κύριος Μωυσής. Περνούσε πρωί-πρωί με το πρώτο φως της αυγής καβάλα στο ποδήλατό του και έριχνε με μαεστρία και ευστοχία την εφημερίδα του καθενός στη βεράντα του. Στα σπίτια που δεν είχαν βεράντα τοποθετούσε την εφημερίδα στο χερούλι της πόρτας. Ο καθένας τότε περίμενε να έλθει η εφημερίδα του για να της ρίξει μια ματιά προτού φύγει για τη δουλειά του. Το πραγματικό διάβασμα γινόταν μετά την επιστροφή από τη δουλειά. Ο κύριος Μωυσής ερχόταν κατά κανόνα στην ώρα του. Αν τύγχαινε να καθυστερήσει καμιά φορά, τότε μερικοί ήταν άξιοι να τον περιμένουν και να του κάνουν παράπονο! Σπάνια αστοχούσε, δεν πετύχαινε δηλαδή να ρίξει την εφημερίδα στη βεράντα. Αν αυτό γινόταν το καλοκαίρι μικρό το κακό. Αν όμως γινόταν το χειμώνα και η μέρα ήταν βροχερή τότε υπήρχε μεγάλο πρόβλημα. Μέχρι που ένας γείτονάς μας, γνωστός για τη τσιγγουνιά του, αρνιόταν να πληρώσει την εφημερίδα του για εκείνην τη μέρα.
Ο κύριος Μωυσής πληρωνόταν κάθε Σάββατο. Μετά τη διανομή έκανε δεύτερη βόλτα στα σπίτια και εισέπραττε τα οφειλόμενα της βδομάδας. Θυμάμαι που είχαμε έτοιμα δυο σελίνια και ένα γρόσι κάθε Σάββατο γιατί τότε η εφημερίδα πουλιότανε προς τρία γρόσια. Θυμάμαι επίσης πως μερικές φορές παρόλο που μπορεί μια μέρα να μην κυκλοφορούσε εφημερίδα, εντούτοις πληρώναμε τρία γρόσια επί εφτά μέρες. Ο παππούς μου έλεγε «δεν πειράζει είναι το δώρο του εφημεριδοπώλη!» Μερικοί τον πλήρωναν την Κυριακή μετά τη θεία λειτουργία. Ο κύριος Μωυσής τους έβρισκε στο καφενείο όπου σύχναζαν.
Πάντοτε διερωτόμουν γιατί τον αποκαλούσαν «κύριο Μωυσή» και όχι σκέτο «Μωυσή». ΄Ισως γιατί ασχολείτο με τα γράμματα, με τις εφημερίδες!
Κ.Α.Χ.

16.10.2014  

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Τα κουρεία

ΤΑ ΚΟΥΡΕΙΑ
ΕΙΚΟΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Όταν ήμουν μικρός έβλεπα τους μεγάλους που ξυρίζονταν στο κουρείο και ανυπομονούσα να μεγαλώσω για να ξυρίζομαι κι εγώ. Με τα χρόνια αρχίζεις να βαριέσαι το ξύρισμα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Όταν η δουλειά σου απαιτεί να είσαι καθημερινά φρεσκοξυρισμένος τότε περιμένεις να έρθει καμιά αργία ίσως και τα καταφέρεις και μείνεις μια μέρα αξύριστος!
Απ ότι θυμάμαι ο παππούς μου δεν πρέπει να ξυρίστηκε ποτέ μόνος του. Πήγαινε κάθε απόγευμα στον κουρέα και τον ξύριζε. ΄Οποτε έτυχε να πάω μαζί του καθόμουνα στον καναπέ του κουρέα και παρακολουθούσα όλη τη διαδικασία. Ο παππούς μου καθόταν στην καρέκλα η οποία ήταν ανακλινώμενη. Ο κουρέας ρύθμιζε την κλίση ανάλογα με το ύψος του πελάτη και ανάλογα ρύθμιζε και το στήριγμα για το κεφάλι. Τίναζε μια φρεσκοσιδερωμένη κάτασπρη πετσέτα και την τοποθετούσε γύρω από το πρόσωπο του πελάτη. Με το πινέλο του έκανε σαπουνάδα σε ένα κόκκινο μικρό δοχείο από καουτσούκ και στη συνέχεια την άπλωνε στο πρόσωπο αυτού που θα ξύριζε. Δούλευε το πινέλο του για αρκετή ώρα και με μαεστρία μετακινείτο από τη μια πλευρά του πελάτη στην άλλη. ΄Επαιρνε το ξυράφι του το βουτούσε σε ένα απολυμαντικό υγρό και το ακόνιζε τρίβοντάς το πάνω σε ένα δερμάτινο ακονιστήρι που ήταν κρεμασμένο εκεί δίπλα του. «Κραδαίνοντας» το ξυράφι του πλησίαζε τον πελάτη που τον έβλεπε σιωπηρός, αφαιρούσε λίγη σαπουνάδα με το δάκτυλό του στο σημείο που τέλειωνε η φαβορίτα και άρχιζε το έργο του. Όταν τέλειωνε τη μια πλευρά περνούσε στην άλλη και μετά άρχιζε τις κόντρες. Στο τέλος έπαιρνε την πετσέτα από τον πελάτη και σκούπιζε το πρόσωπό του. Πλησίαζε στον πάγκο του, έπαιρνε ένα μπουκαλάκι κολόνια που το είχε για χρόνια και το ξαναγέμιζε όποτε άδειαζε από κάποιο μεγάλο κουβά υπολογίζω. Γέμιζε τότε τη χούφτα του και περιέλουε το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο του πελάτη, λέγοντας «με τις υγείες σας!» Όταν σηκωνόταν ο πελάτης και πλήρωνε, ο κουρέας τίναζε με την πετσέτα του προηγούμενου πελάτη την καρέκλα του και καλούσε τον επόμενο.
Ο κουρέας μιλούσε συνέχεια καθώς ξύριζε τον πελάτη του. Μιλούσε για την πολιτική, το ποδόσφαιρο, τον καιρό, για γάμους και βαφτίσια και ότι άλλο μπορείτε να σκεφτείτε. ΄Ηξερε τα ενδιαφέροντα των πελατών του και έτσι προσάρμοζε ανάλογα το θέμα του σ΄ αυτά.
Όλα αυτά τα παρατηρούσα στο κουρείο του «Κάλλη» που ήταν κοντά στο καφενείο του «Ζαχαρή» όποτε πήγαινα εκεί με τον παππού μου. Ενόσω περίμενα ο παππούς μου μού παράγγελλε πορτοκαλάδα από το καφενείο του «Ζαχαρή» ο οποίος την έφερνε σε ένα ειδικό κρεμαστό δίσκο που είχαν οι καφετζήδες για να μεταφέρουν σε αποστάσεις τους καφέδες.
Το Καιμακλί είχε την τότε εποχή αρκετά κουρεία. Εγώ πήγαινα για κούρεμα στο κουρείο που πήγαινε ο πατέρας μου στου «Φαλέκκου». Το κουρείο αυτό ήταν δίπλα από το καφενείο του «Μάγειρα» με το οποίο μάλιστα επικοινωνούσε με μια πόρτα από συρματόπλεγμα. Μπορούσες δηλαδή από το καφενείο να βλέπεις τι γίνεται στο κουρείο και αντίθετα. Οι πελάτες του κουρείου συνήθως δεν περίμεναν τη σειρά τους στο κουρείο αλλά πήγαιναν στο καφενείο για καφέ, τάβλι ή χαρτιά και όταν ερχόταν η σειρά τους τούς καλούσε να πάνε. Θυμάμαι μερικές φορές δεν ανταποκρίνονταν και του έλεγαν να πάει στον επόμενο. Αυτό συνέβαινε ανάλογα με την τροπή του παιγνιδιού στα χαρτιά. Θυμάμαι επίσης ότι το κουρείο δεν είχε δική του τουαλέτα και ότι όποιος ήθελε να τη χρησιμοποιήσει πήγαινε στο καφενείο.
Ο Φαλέκκος ο κουρέας είχε το ποδήλατό του έξω από το κουρείο και η ώρα δέκα καθημερινά έπαιρνε το βαλιτσάκι του με τα εργαλεία του, καβαλίκευε το ποδήλατο και έφευγε. Αν είχε πελάτη του έλεγε να περιμένει, Αν δεν είχε πελάτη άφηνε το κουρείο ανοιχτό και ο καφετζής έλεγε σε όποιον ερχόταν να περιμένει και ο κουρέας θα επιστρέψει. Στις δέκα ο κουρέας πήγαινε να ξυρίσει το γιατρό του Καιμακλίου τον Ανδρέα Ζαβρό. Καθημερινά η ώρα δέκα, χειμώνα-καλοκαίρι! Ο γιατρός δεν εγκατέλειψε το Καιμακλί για να ανοίξει ιατρείο στη Λευκωσία. Διατηρούσε ιατρείο στο πατρικό του σπίτι όπου ακόμη σώζεται η επιγραφή «Ανδρέας Ζαβρός, Ιατρός». Δεν υπάρχει οικογένεια στο Καιμακλί που να μην εξυπηρετήθηκε από το γιατρό.
Άλλο κουρείο που θυμάμαι είναι αυτό του «Τζιονή» που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Στα κουρεία υπήρχαν και μαθητευόμενοι που δίπλα στον κουρέα μάθαιναν την τέχνη. Όταν μεγάλωναν άνοιγαν το δικό τους κουρείο ή συνέχιζαν αυτό του μάστορά τους αν αυτός αποσυρόταν λόγω ηλικίας. Μετά τις σπουδές μου θυμάμαι όταν ήμουν ακόμη στο Καιμακλί πήγαινα στο κουρείο κάποιου που είχε μάθει την τέχνη στον Φαλέκκο!
Κ.Α.Χ.

15.10.2014