ΝΕΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Η Αγνή γέννησε το 1959 μια κορούλα που ονόμασαν Αντρονίκη. Τον ίδιο χρόνο. Δυο μήνες αργότερα γέννησε και η γειτόνισσά της η Σερεφέ ένα κοριτσάκι που το ονόμασαν Μειρέμ. Τα σπίτια των δυο οικογενειών βρίσκονταν στον ίδιο δρόμο, σχεδόν το ένα απέναντι από το άλλο. Οι γονείς των δυο κοριτσιών ήταν γεωργοί και πολλές φορές η μια οικογένεια βοηθούσε την άλλη στην καλλιέργεια των χωραφιών τους και στη συγκομιδή της σοδειάς. Τα δυο κοριτσάκια μεγάλωναν μαζί και έπαιζαν κουμπάρες και δασκάλες, πότε στο σπίτι του ενός και πότε στο σπίτι του άλλου
Μια μέρα, στις αρχές του 1964 η Αντρονίκη άκουσε τους μεγάλους να λένε πως «χάθηκε» ο άντρας της Σερεφέ, ο πατέρας της Μειρέμ.. Δεν κατάλαβε αυτό το «χάθηκε» και έτρεξε στη φίλη της τη Μειρέμ με την κούκλα της να παίξουν κουμπάρες. Η Μειρέμ άκουσε κι’ αυτή τους μεγάλους στο σπίτι της να λεν ότι «χάθηκε» ο πατέρας της. Δεν καλά κατάλαβε αυτό το «χάθηκε», όμως ένοιωσε πως ήταν κάτι κακό αφού είδε τη μητέρα της να κλαίει και όλους τους συγγενείς της να μαζεύονται στο σπίτι της. Πήρε κι’ αυτή την κούκλα της και πήγε να παίξει τις κουμπάρες με την Αντρονίκη.
Μετά από αρκετά χρόνια η Μειρέμ κατανόησε πλήρως αυτό το «χάθηκε». ΄Εμαθε πως τον πατέρα της το σκότωσαν κάποιοι Ελληνοκύπριοι από το διπλανό χωριό την ώρα που πήγαινε στο σταθμό βενζίνης να πάρει καύσιμα για την αντλία του με σκοπό να ποτίσει το περιβόλι του.
Το 1974 οι Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στο χωριό της Αντρονίκης και μάζεψαν όλους τους άντρες στο καφενείο της πλατείας δίπλα από την εκκλησία. Ανάμεσα σ’ αυτούς και πατέρας της Αντρονίκης. Οι Τούρκοι μετέφεραν τους άντρες αιχμάλωτους στην Τουρκία και σε τρεις μήνες έδιωξαν την Αντρονίκη και τη μητέρα της από το χωριό τους. Βρέθηκαν σε ένα αντίσκηνο σε ένα καταυλισμό έξω από τη Λάρνακα μαζί με πολλούς άλλους.. Πολλοί από τους άντρες του χωριού επέστρεψαν από την αιχμαλωσία, όχι όμως και ο πατέρας της Αντρονίκης, που έγινε κόρη «αγνοούμενου» . Μια νέα λέξη μπήκε στη ζωή της Αντρονίκης. Το λεξιλόγιό της εμπλουτίστηκε με τη λέξη «αγνοούμενος» .
Μετά από πολλά χρόνια η Αντρονίκη έμαθε πως οι Τούρκοι είχαν σκοτώσει τον «αγνοούμενο» πατέρα της και τον έθαψαν σε ομαδικό τάφο κοντά στο σκουπιδότοπο του χωριού τους. Μια μέρα της παρέδωσαν ένα κιβώτιο με οστά, της είπαν ότι είναι του πατέρα της,, και τα κήδεψε στο νεκροταφείο.
΄Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα η Αντρονίκη πήγε στο χωριό της να δει το σπίτι της. Η Μειρέμ από απέναντι την αναγνώρισε και τη φώναξε να πιούν καφέ στο σπίτι της.
- Αντρονίκη, έχω τρία παιδιά και τα έμαθα να μην μισούν κανένα.
- Μειρέμ, έχω κι’ εγώ τρία παιδιά και τα έμαθα να αγαπούν όλο τον κόσμο.
- Να μην έχουμε ξανά «χαμένους» και «αγνοούμενους», ακούστηκε η βραχνή φωνή της Σερεφέ.
- Να δώσει ο Θεός!
- Βάλλαχι!
(Δεν ξεχώρισα ποια είπε το «Βάλλαχι» και ποια είπε «Να δώσει ο Θεός»)
Κ.Α.Χ.
27.1.2011
Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011
Κυριακή 13 Ιουνίου 2010
Πέμπτη 20 Μαΐου 2010
Μια παρτίδα ταβλιού
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Μια παρτίδα ταβλιού
Η μόνη σκέψη που έκανε ήταν η μεταθανάτια ζωή. Αν υπάρχει το μόνο που θα θυμάται είναι τους δυο τεράστιους προβολείς του φορτηγού, τα μεγάλα της μαύρα μάτια και τα τελευταία της λόγια.
«Είναι αργά πια τώρα να ξανασμίξουμε».
Η βροχή δυνάμωσε και δεν άφησε καν την άσφαλτο να βαφτεί στο αίμα. Μόνο στις στήλες των εφημερίδων η άσφαλτος βάφτηκε κόκκινη. «Ο μινώταυρος του δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού πήρε πάλι το τίμημά του. Η άσφαλτος βάφτηκε κόκκινη από τη θανατηφόρα σύγκρουση μοτοσικλέτας και φορτηγού αυτοκινήτου στον 27ο μιλιοδείκτη του δρόμου...»
Το μόνο που έμεινε στον τόπο του δυστυχήματος την επομένη, ήταν ένα κόκκινο κράνος βαλμένο ακριβώς εκεί που ήταν το σήμα της ειρήνης με την ιταλική επιγραφή «Φάτε λ’ αμόρε νον λα κουέρρα». Και η απαραίτητη αγγελία κηδείας στις εφημερίδες που κατέληγε με το «οι τεθλιμμένοι γονείς τ’ αδέλφια και λοιποί συγγενείς».
Αν το δυστύχημα αυτό συνέβαινε πριν τριάντα χρόνια η πρώτη ανάμεσα στους τεθλιμμένους θα ήταν η σύζυγος Σόνια.
***
Ήταν το 1970 σε μια από τις πρώτες δισκοθήκες που άνοιξαν στην Αμμόχωστο. Ο ρυθμός της εποχής τότε ήταν κάτι ανάμεσα στο «σιέικ» και το «τουίστ». ΄Έπαιζε όμως μουσική «μπλουζ» όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση, αφού προηγουμένως κοίταζε τα μεγάλα της μαύρα μάτια για καμιά εικοσαριά λεπτά κι’ αντιλήφθηκε πως τα βλέφαρά της έπαιζαν κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιόντουσαν.
- Χορεύετε, τραύλισε και στάθηκε έτοιμος να γυρίσει και να το βάλει στα πόδια, χάνοντας έτσι και το στοίχημα που έβαλε προηγουμένως με τους φίλους του.
- Ευχαρίστως, ήρθε η απάντηση και τον κατακεραύνωσε ακόμη περισσότερο. Για περισσότερο από ένα λεπτό στεκόταν εκεί και δεν πίστευε στα αυτιά του. Ευτυχώς την ώρα εκείνη τέλειωσε και η μουσική. Και έτσι βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει.
- Είμαστε άτυχοι φαίνεται.
- Πάμε αρχίζει άλλος χορός, του είπε εκείνη τραβώντας τον προς την πίστα
Δυο τραγούδια είχαν τελειώσει κι’ εκείνος ήταν ακόμη
κατακόκκινος και ιδρωμένος όχι από τη ζέστη της υπόγειας δισκοθήκης αλλά από την αμηχανία του. Από την αμηχανία του τον έβγαλε εκείνη με την ερώτησή της.
- Πως σε λένε.
- Άκη, εσένα.
- Σόνια.
Ο ΄Άκης δούλευε τότε, μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές του σ’ ένα
Κολέγιο, σε μια μεγάλη εταιρία οικοδομών. Η Σόνια είχε κάνει τρία χρόνια στο Λονδίνο «σκρετάριαλ στάντυς»- όπως είπε- μάλλον από χόμπι παρά από ανάγκη για δουλειά.
Για ένα εξάμηνο όσοι πήγαιναν τακτικά στη δισκοθήκη τους θυμούνται αχώριστους. Ένα στοίχημα του Άκη με τους φίλους του σ’ εκείνη τη δισκοθήκη της Αμμοχώστου στάθηκε μοιραίο για τη ζωή τους. Έξι μήνες μετά από εκείνο το στοίχημα έπαιζαν τάβλι για να φανεί ποιος θα είναι ο πρώτος κουμπάρος. Πρωταθλητής σ’ εκείνη την παρτίδα ταβλιού βγήκε ο Τάκης, πράγμα που θα έπρεπε να το περιμένουν οι άλλοι επίδοξοι κουμπάροι μιας και ο Τάκης ήταν γνωστός ταβλαδόρος στο σύλλογο της Αγίας Ζώνης και έτσι ο διαγωνισμός γινόταν με άνισους όρους συμμετοχής. Έξι χρόνια αργότερα και αφού ο Τάκης άρπαξε αρκετές ξυλιές κατά τη διάρκεια των τριών γύρων του χορού του Ησαία, αποδείχτηκε πως εκείνη η παρτίδα ταβλιού ήταν μοιραία.
***
Ο πόλεμος αποδεικνύεται πάντοτε μια μεγάλη τραγωδία για τους λαούς που αποτελείται από ένα σωρό ατέλειωτες ατομικές τραγωδίες, που για πολλούς παραμένουν άγνωστες.
Ο Τάκης μετά τον πόλεμο του 74 με το στρατιωτικό ακόμη υποκάμισο ανακάλυπτε για πρώτη φορά τα μαύρα μάτια της κουμπάρας του Σόνιας, όταν τη συνάντησε με τα δυο της παιδιά στην προσφυγιά, στον καταυλισμό «Αμουνίσιον». Όταν συνέλαβε τον εαυτό του να αντικρίζει ακίνητος τα μαύρα της μάτια, διερωτήθηκε το γιατί και το έβρισκε στον πόλεμο, στην ανάγκη εξεύρεσης μιας αχτίδας φωτός, μιας ζεστασιάς και μιας ελπίδας ότι η ζωή δεν τελειώνει με την καταστροφή αλλά συνεχίζεται με την οικοδόμηση του μέλλοντος.
Από τα βουρκωμένα μάτια της Σόνιας έβγαινε μια σπίθα παρήγορης σιγουριάς όταν ένιωσε το σφιχταγκάλιασμα του κουμπάρου της.
Μέχρι την απελευθέρωση του Άκη που είχε πιαστεί αιχμάλωτος στον Πενταδάκτυλο, ο Τάκης στάθηκε δίπλα στη Σόνια και μοιράστηκε μαζί της τις πρώτες και τις πιο δύσκολες μέρες της προσφυγιάς. Και όταν ο Άκης έσφιγγε στην αγκαλιά του τη Σόνια δεν κατάλαβε γιατί εκείνη η τρεμούλα της γυναίκας του. Εκείνη την ένιωθε στο διαπεραστικό βλέμμα του Τάκη που στεκόταν λίγο παραπέρα.
Φαίνεται πως όσο πιο μεγάλο κίνδυνο περάσει κανένας τόσο περισσότερο αγαπά τη ζωή και ρίχνεται στην πάλη για το ξαναφτιάξιμο. Ο Άκης ρίχτηκε αμέσως στον αγώνα τον καθημερινό, για τη ζήση της οικογένειάς του. Οι καιροί ήταν δύσκολοι και τον βασάνιζε το θλιμμένο πάντοτε πρόσωπο της Σόνιας. Του προσφέρθηκε μια θέση στην εταιρία που δούλευε τότε, όταν γνώρισε τη Σόνια στην Αμμόχωστο υπό τον όρο να ξενιτευτεί στις αραβικές χώρες. Έφυγε λέγοντας στη Σόνια πως σε ένα χρόνο αν δεν πήγαιναν πίσω στο σπίτι τους θα την έπαιρνε μαζί του.
Όταν στο χρόνο γύρισε πίσω ο κόσμος το είχε τούμπανο. Ο κουμπάρος του και η Σόνια ακολουθούσαν τη δική τους πορεία που όμως δεν οδηγούσε πουθενά γιατί όταν η Σόνια έπαιρνε διαζύγιο από τον Άκη έχανε μαζί μ’ αυτό και τον Τάκη που έφυγε για μόνιμη εγκατάσταση στο Λονδίνο, κυνηγημένος λιγότερο από τη συνείδησή του και περισσότερο από μια αόρατη περιφρόνηση που συναντούσε στο βλέμμα των γνωστών και φίλων.
***
Στο Λονδίνο όταν ο Τάκης διάβασε για τη θανατηφόρα σύγκρουση μοτοσικλέτας και φορτηγού και όταν έμαθε πως προηγήθηκε δεύτερη πρόταση γάμου από τον Άκη στη Σόνια, σηκώθηκε νευρικός από την καρέκλα του καφενείου, έκλεισε το τάβλι και έφυγε με μάτια βουρκωμένα.
Από τότε δεν τον ξανάδαν να παίζει τάβλι...
Κ.Α.Χ.
(Κωνσταντίνος Α. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ την Τετάρτη 26.8.1981)
Τρίτη 18 Μαΐου 2010
Ζητούνται προσφοραί
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Ζητούνται προσφοραί
«Ζητούνται προσφοραί δι’ ανέγερσιν...».
Διάβαζε την εφημερίδα του με βλέμμα ήσυχο πίσω από τα μαύρα του γυαλιά με τους στρογγυλούς φακούς, τοποθετημένα πάντοτε κάτω από τη μέση της μύτης του και ένιωθε αγαλλίαση. Καθόταν με τη σταυρωτή ρόμπα του στην πολυθρόνα δίπλα από την είσοδο, στη «δική του θέση» δηλαδή, με τις βελούδινες παντούφλες στα πόδια και το άσπρο του υποκάμισο με γραβάτα και ζούσε στο δικό του κόσμο.. Διάβαζε τις αγγελίες με τις προσφορές και ένιωθε πως υπήρχε ακόμη, ένιωθε να τον κυριεύει παντού η αναζήτηση της καλύτερης προσφοράς, αυτής που θα αφήσει το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους.
Ήταν ήδη 70 χρόνων και εδώ και πέντε χρόνια, από τότε που έφυγε από την εταιρία με σύνταξη, η μόνη ικανοποίηση της ζωής του ήταν το διάβασμα των αγγελιών για προσφορές. Φυσικά αυτό, μια και δεν ήταν πια στην εταιρία, δεν εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό, μάλλον ο μόνος πρακτικός σκοπός που εξυπηρετούσε ήταν η ικανοποίηση που ένιωθε όταν έβρισκε την καλύτερη προσφορά και το ότι άφηνε ελεύθερο τον εαυτό του από τα διάφορα αδιέξοδα στα οποία τον έσπρωξε από τότε που πήρε τη σύνταξή του.
Δίπλωσε την εφημερίδα και άφησε ένα λεπτό χαμόγελο, χαμόγελο το οποίο όμως κόπηκε απότομα. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Σηκώθηκε, προχώρησε προς το τηλέφωνο, σήκωσε το ακουστικό από τη θέση του και έκανε δυο-τρία βήματα προς την κουζίνα όπου ήταν η γυναίκα του. Στάθηκε και φώναξε.
- Έχω πει χίλιες φορές να μην τυλίγετε το σύρμα του τηλεφώνου.
Από την κουζίνα καμιά απάντηση. Μόνο προς στιγμή ακούστηκε πιο δυνατά ο θόρυβος που έκανε η γυναίκα του πλένοντας τα πιάτα.
Εκείνος γύρισε πίσω με τα ίδια νευρικά βήματα, τοποθέτησε το ακουστικό στη θέση του, κάθισε στην πολυθρόνα του, σήκωσε την εφημερίδα και άρχισε πάλι να διαβάζει τις αγγελίες προσφορών, από τη δεύτερη σελίδα, μπας και του διέφυγε καμιά.
«Ζητούνται προσφοραί δι’ ενοικίασιν...» .
Τον είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος από το μονότονο διάβασμα των προσφορών όταν κτύπησε το τηλέφωνο. Μπορούσε να το σηκώσει αμέσως αλλά δεν το έκανε. Το είχε πάντοτε συνήθεια να κτυπήσει το τηλέφωνο τουλάχιστο τρεις φορές και ύστερα να το σηκώσει. Σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι πράγματι κτυπούσε. Εξάλλου και τις αγγελίες τις διάβαζε τρεις φορές και ύστερα έπαιρνε την τελική απόφαση. Σήκωσε το ακουστικό. Παρά λίγο να πει «λογιστήριον», όπως έλεγε μια ολόκληρη ζωή όταν σήκωνε το ακουστικό στο γραφείο.
- Παρακαλώ.
Καμιά απάντηση.
- Παρακαλώ. Εμπρός!
Καμιά απάντηση και το τηλέφωνο έκλεισε. Κατέβασε και αυτός το ακουστικό, έκανε δυο-τρία νευρικά βήματα προς την κουζίνα και είπε.
- Είναι δεύτερη φορά που συμβαίνει αυτό το διάστημα των τελευταίων τριών μηνών. Σας έχω πει χίλιες φορές να μην δίνετε σε όποιον-όποιον τον αριθμό του τηλεφώνου...
Σταμάτησε εδώ σκεφτόμενος τι να πει. Του τηλεφώνου μου ή του τηλεφώνου μας. Δεν είπε τίποτα.
Από την κουζίνα καμιά απάντηση. ΄Η μάλλον η ίδια απάντηση, το δυνάμωμα του θορύβου από το πλύσιμο των πιάτων.
Ξαναγύρισε στην πολυθρόνα του, σήκωσε την εφημερίδα και άρχισε να διαβάζει για Τρίτη φορά τις αγγελίες προσφορών.
«Ζητούνται προσφοραί δια προμήθειαν...».
Είχε φτάσει στην έβδομη σελίδα της εφημερίδας όταν σήκωσε το βλέμμα του προς τη βιβλιοθήκη και είδε το ρολόι. Μια και τριάντα. Σηκώθηκε και το πήρε. Δοκίμασε να το κουρδίσει και το κουρδιστήρι έκανε μόνο δυο γύρους και σταμάτησε.
Προχώρησε ένα-δυο βήματα προς την κουζίνα και είπε.
- Σας έχω πει χίλιες φορές ότι το ρολόι πρέπει να κουρδίζεται πάντοτε την ίδια ώρα. Στις μια και τριάντα ακριβώς. Κάποιος το κούρδισε νωρίτερα.
Από την κουζίνα καμιά απάντηση. Μόνο ένας βαθύς αναστεναγμός. Το πλύσιμο των πιάτων είχε τελειώσει.
Άφησε το ρολόι στη βιβλιοθήκη και γύρισε στην πολυθρόνα του. Κάθισε αλλά δε σήκωσε την εφημερίδα αυτή τη φορά γιατί είχε ήδη διαβάσει τρεις φορές τις αγγελίες.. Κοιτούσε το ρολόι.
«Μια και τριάντα πέντε».
Κοιτούσε το δευτερολεπτοδείκτη και επαναλάμβανε με το λεπτοδείκτη.
«Μια και τριάντα έξι».
«Μια και τριάντα επτά».
«Μια και τριάντα οκτώ».
«Μια και τριάντα εννέα».
«Ναι, ακόμη λίγο, ακόμη ένα δευτερόλεπτο» και τον περιέλουσε κρύος ιδρώτας από αγωνία λες και μετρούσε τα δευτερόλεπτα για εκτόξευση πυραύλου.
«Μια και σαράντα».
Αυτό ήταν. Σηκώθηκε, έτριψε τα χέρια του, έκανε δυο-τρία νευρικά βήματα προς την κουζίνα και είπε.
- Μια και σαράντα. Ακόμη να φανεί η προκομμένη μας. Σχολάζει στις μια και τριάντα και δεν της χρειάζονται περισσότερο από δέκα λεπτά για να έλθει από το γραφείο στο σπίτι. Και όμως τώρα είναι μια και σαράντα ένα και ακόμη να φανεί.
Από την κουζίνα αυτή τη φορά ήρθε η απάντηση.
- Έλα να φαμε. Ακούω το αυτοκίνητο της ΄Αντρης στο γκαράζ.
- Και όμως είναι μια και σαράντα δυο, είπε και μπήκε στο μπάνιο να πλύνει τα χέρια του.
Η ΄Αντρη μπήκε στην κουζίνα. Η μητέρα της ανάσανε και της είπε.
- Γίνεται όλο και χειρότερος από τότε που πήρε τη σύνταξή του. Τον ενοχλούν τα πάντα. ΄Έγινε αγνώριστος. Αυτός που ποτέ του πριν τίποτα δεν κοιτούσε, ακόμη και αυτά που έπρεπε.
Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε, έβγαλε το κεφάλι του έξω και είπε.
- Σας έχω πει χίλιες φορές να μην σιγοψιθυρίζεται όταν είμαι εγώ στο
σπίτι.
Καμιά απάντηση από κανένα. Κάθισαν και οι τρεις στο τραπέζι.
- ΄Αντρη, που είναι η απογευματινή εφημερίδα. Σου έχω πει χίλιες φορές να μου την φέρνεις στο τραπέζι.
- Την άφησα στο αυτοκίνητο. Πάω να τη φέρω.
Η ΄Αντρη επέστρεψε με την εφημερίδα. ΄Ήταν γυρισμένη στην Τρίτη σελίδα.
- Σου έχω πει χίλιες φορές πως θέλω την εφημερίδα διπλωμένη καθώς
πρέπει.
Καμιά απάντηση παρά μόνο δυο-τρεις ρουφηξιές της σούπας. Και από τις δυο γυναίκες, πιο δυνατές απ’ ότι συνηθίζεται.
Εκείνος δίπλωσε την εφημερίδα κανονικά, έφαγε λίγη σούπα, γύρισε την εφημερίδα στη δεύτερη σελίδα και άρχισε να διαβάζει.
«Ζητούνται προσφοραί δι’ αγοράν...».
Κ.Α.Χ.
(Κωνσταντίνος Α. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ την Κυριακή 25.10.1981)
Στο σταθμό Σκαρίνου
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Στο σταθμό Σκαρίνου
Το αυτοκίνητο που μόλις πήρε ανάσα μετά τον ανήφορο, σταμάτησε σ’ ένα κέντρο στα μέσα του δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού. ΄Ένας άντρας και μια γυναίκα προχώρησαν με αργά βήματα προς την είσοδο του καφενείου, τραβώντας τα ρούχα τους να ξεκολλήσουν από τα ιδρωμένα κορμιά τους ενώ απέναντι στο ε4ργοτάξιο του καινούριου δρόμου ο ορίζοντας γινόταν πιο θαμπός από μια ανάμιξη της μεσημεριανής καλοκαιρινής αύρας και της λεπτής άσπρης σκόνης που ανέβαινε σιγά-σιγά, σαν αίμα, από τις πληγές που άνοιγαν στο βουνό τα βαριά μηχανήματα.
Κοντοστάθηκαν και οι δυο στην πόρτα.
- Να τελειώνει κι’ αυτή η ιστορία και τέρμα, είπε η γυναίκα.
- Ναι, απάντησε σχεδόν αδιάφορα ο άντρας, ενώ στο βάθος των ματιών του διέκρινε κανείς πως πίσω από τη φαινομενική αδιαφορία κρυβόταν μια απροσδιόριστη αγωνία.
Το ρεύμα που γινόταν από το μεσημεριανό αέρα τους άρεσε και κρατήθηκαν ακόμα λίγο στην πόρτα.
- Δεν αντέχω άλλο αυτή την ιστορία.
Ο άντρας δεν απάντησε παρά μόνο κοίταζε με απάθεια προς δυο παλιές, κιτρινισμένες από τον καιρό, διαφημίσεις ενός αναψυκτικού και μιας μπίρας απ’ όπου χαμογελούσαν δυο ξανθές κοπέλες με μαγιό της δεκαετίας του σαράντα. Σκούπισε τον ιδρώτα του και γύρισε προς τη γυναίκα.
- Να πιούμε κάτι και μετά συνεχίζουμε.
Με τη σειρά της δεν απάντησε. Το πρόσωπό της συννέφιασε περισσότερο και έπαιρνε και η ίδια ύφος αδιάφορο ή μάλλον σκακιστή που δεν έχει πια ελπίδες να κερδίσει το παιγνίδι και κάνει μόνο κάτι κινήσεις απλώς για να μην παραδώσει τον αγώνα.
Κάθισαν δίπλα σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο απέναντι από την πίσω πόρτα του καφενείου από την οποία φαινόταν μια μικρή δεξαμενή γεμάτη νερό στη ρίζα μιας συκιάς. Στον τοίχο της δεξαμενής υπήρχαν διάφοροι πολύχρωμοι τενεκέδες φυτεμένοι με γαρύφαλλα, κυρίως κόκκινα και μερικά ροζ. Οι τενεκέδες εκείνοι αποτελούν μια ξεχωριστή διαφήμιση διάφορων προϊόντων πολλά από τα οποία ίσως ήδη να μην υπάρχουν πια στην αγορά. Το τετράγωνο τραπέζι ήταν σκεπασμένο με ένα καρό τραπεζομάντιλο άσπρο και πράσινο και στη μέση είχε ένα σταχτοδοχείο κόκκινο που διαφημίζει μια μάρκα τσιγάρων.
Κανένας άλλος πελάτης δεν βρισκόταν εκείνη την ώρα στο καφενείο. Μια χοντρή κυρία, η ιδιοκτήτρια και γκαρσόνα, έτριβε σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της, στάθηκε από πάνω τους έτοιμη να πάρει την παραγγελία.
- Ένα καφέ σκέτο,- είπε στη γκαρσόνα και γυρίζοντας προς τη γυναίκα συνέχισε-. Πως είναι ο καφές σου.
- Μάλλον.
Η γκαρσόνα έφυγε με ένα χαμόγελο που κράτησε μέχρι που χώθηκε πίσω από τον πάγκο.
- Τρία χρόνια σχεδόν καθημερινά μαζί και δεν ξέρεις τι καφέ πίνω.
- Ρώτησα απλώς για να δω αν θα πιεις καφέ ή τίποτα άλλο, απάντησε ο άντρας, όμως το πρόσωπό του έδειχνε ξεκάθαρα πως ο λόγος δεν ήταν αυτός.
Η γκαρσόνα έφτασε με τους καφέδες και διέκοψε τη σιωπή.
- Ζέστη πολλή σήμερα.
- Ε, Ιούλιος μήνας είναι. Δεν έχει κίνηση.
- Έχασαν οι σταθμοί τη σημασία τους πια. Τ’ αυτοκίνητα δεν έχουν ανάγκη να ξεκουραστούν κι’ οι άνθρωποι μόνο βιάζονται, είπε η γκαρσόνα και πήγε προς τον πάγκο της με το ίδιο χαμόγελο όπως πριν, το προγραμματισμένο να διαρκεί μέχρι την είσοδο του πάγκου.
- Μόνο εσύ δε βιάζεσαι, είπε η γυναίκα
- Όπως το πάρεις, απάντησε δοκιμάζοντας τον καφέ του.
- Τι θα έλεγες αν μετάνιωνα, αν το κρατούσα.
- Όπως θέλεις εσύ, είπε ο άντρας με ύφος βυζαντινού αγίου που δεν του ταίριαζε καθόλου.
- Πάντοτε έτσι λες και όλο το δικό σου γίνεται.
- Ξέρεις ότι ακόμη οι συνθήκες δεν μας επιτρέπουν να γίνουμε τρεις, όμως αν το επιθυμείς μπορούμε να το κοιτάξουμε.
- Όχι δεν υπάρχει λόγος. Πάντως φοβάμαι.
- Δεν είναι τίποτα.
- Για σένα. Για μένα όμως.
- Ο γιατρός είναι πολύ καλός. Την ξέρω.
- Η γιατρός! Είναι τυχαίο.
- Τι σημασία έχει.
- Δεν μου το είπες μέχρι τώρα.
- Δεν έτυχε.
- Δεν έτυχε! Για σένα όλα είναι τυχαία.
- Εκτός από σένα.
- Από που την ξέρεις.
- Απλούστατα σπουδάζαμε τα ίδια χρόνια.
Ο άντρας φώναξε τη γκαρσόνα και σηκώθηκε αφήνοντας τέσσερα σελίνια στο τραπέζι. Τον ακολούθησε και η γυναίκα. Στη βεράντα του καφενείου κοντοστάθηκαν πάλι.
- Να τελειώσει πάντως αυτό και δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε. Το έχω πάρει απόφαση.
- Όπως θέλεις. Θα ήθελα η απόφαση να μην είναι αποτέλεσμα αυτού που συμβαίνει σήμερα.
- Είναι αποτέλεσμα των τριών χρόνων που είμαστε μαζί.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο αμίλητοι. Ο άντρας έβαλε μπροστά τη μηχανή και το ραδιόφωνο. Τράβηξαν για τη Λεμεσό αφήνοντας πίσω τους το σταθμό Σκαρίνου.
***
Εκείνη την αυγουστιάτικη νύχτα φυσούσε ένα ανάλαφρο δροσερό αεράκι που σήκωνε την κουρτίνα ενός σπιτιού σε μια οικία στις ψηλές περιοχές της Λευκωσίας και το φως του φεγγαριού φώτιζε δυο γυμνά κορμιά μισοσκεπασμένα μ’ ένα γαλάζιο σεντόνι.
- Θα πάμε αύριο στη θάλασσα, ρώτησε η γυναίκα.
- Όπως θέλεις εσύ, απάντησε ο άντρας.
Κ.Α.Χ.
(Κωνσταντίνος Α. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ την Κυριακή 12.7.1981)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















