Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Διατηρητέα

 

Διατηρητέα

Η πρόγιαγια μου έχτισε με χίλια δυο βάσανα ένα πλινθαρόκτιστο σπίτι στη Λευκωσία. Το έδωσε στην κόρη της, τη γιαγιά μου, όταν την πάντρεψε με ένα μάστορα πελεκητή πέτρας από το Καιμακλί. Ο παππούς μου, καλός μάστορας και μερακλής στη δουλειά του (που μακάρι να μην ήτανε οπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων) άλλαξε την πόρτα και τα δυο παράθυρα που βλέπουν στο δρόμο. Όντας πελεκητής έφτιαξε μια ωραία σκαλιστή πόρτα και σκαλιστά παράθυρα με ένα είδος οικόσημου.

Η γιαγιά μου επειδή ήμουν ο πρώτος της εγγονός μεταβίβασε αυτό το σπίτι σε μένα. Εγώ έμεινα για λίγο καιρό στο σπίτι αυτό που με τον καιρό έγινε ένα μάτσο χάλια. Με τα λιγοστά μου εισοδήματα αγόρασα ένα μικρό διαμέρισμα όπου μένω και εγκατέλειψα το σπίτι της πρόγιαγιας μου. Δεν το πούλησα παρόλο που είχα κατά καιρούς ανάγκη από χρήματα, για συναισθηματικούς λόγους. Είπα να το αφήσω στα παιδιά μου να το χαλάσουν και να κτίσουν μια διώροφη οικοδομή να ζήσουν εκεί, αφού πια το συναίσθημα θα εξασθενούσε. Δοκίμασα να το νοικιάσω. Έβαλα κάποιον μέσα αλλά αν είδατε εσείς ενοίκιο είδα κι εγώ. Πλήρωσα μάλιστα και δικηγορικά και κατάφερα μετά από εφτά χρόνια να ξαναπάρω το σπίτι.

Τώρα δεν μπορώ ούτε να το κατεδαφίσω! Κάποιοι νεοφώτιστοι κουλτουριάρηδες του Δήμου πέρασαν από εκεί και τους άρεσαν τα σκαλίσματα του παππού μου. Το κήρυξαν διατηρητέο. Είπαν «είναι πολιστική μας κληρονομιά» και πρέπει να μείνει έτσι. Από που κι ως που πολιτιστική «μας» κληρονομιά το δικό μου σπίτι που κληρονόμησα από τη γιαγιά μου;

Τη γραφειοκρατία δεν μπορεί να την πείσεις ότι δεν είσαι ελέφαντας ότι και να πεις και ότι και να κάνεις. Έτσι το σπίτι μου έγινε «μας» για να περνούν κάποιοι κουλτουριάρηδες του Δήμου μια φορά στα δύο χρόνια να «θαυμάζουν» αυτά που σκάλισε ο παππούς μου.

Το σπίτι έμεινε εκεί και με τον καιρό θα πέσει γιατί λεφτά δεν έχω να το επιδιορθώσω. Και να είχα δεν θα το έκανα. Να ξοδεύω εγώ λεφτά για να θαυμάζουν κάποιοι μια φορά στα δέκα χρόνια που θα περάσουν από εκεί την πολιτιστική «μας» κληρονομιά;

Και δεν φτάνουν μόνο αυτά. Τώρα κάποιοι έξυπνοι που θέλουν να επανεκλεγούν θα ψηφίσουν λέει νόμο που αν δεν επιδιορθώσεις την πολιτιστική «μας» κληρονομιά θα σου βάζουν πρόστιμο μέχρι και την αξία της οικοδομής. Κι αν δεν έχεις να πληρώσεις θα σου την παίρνουν!

Αυτά στην Κύπρο (τη μισή, την ευρωπαική) των αγίων και της μίζας!

Κ.Α.Χ.

26.2.2021

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Περί Κορωνοιού

 

ΠΕΡΙ ΚΟΡΩΝΟΙΟΥ

Ένας κύριος ηλικίας περίπου εβδομήντα ετών, με κοστούμι και κόκκινη γραβάτα, στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου, στερεώνει καλά τη μάσκα του και κάνει νόημα σε ένα ταξί να σταματήσει. Το ταξί σταματά και ο κύριος μπαίνει στο πίσω κάθισμα  τοποθετώντας δίπλα του μια μικρή μαύρη ταξιδιωτική τσάντα.

-         Για που κύριε;

-         Για τα Λατσιά. Φορέστε καλά τη μάσκα σας. Έτσι που την έχετε κάτω από το στόμα και τη μύτη δεν προστατεύει καθόλου.

-         Χαχά! Πιστεύετε στα περί κορωνοιού; Την έχω έτσι και τη βάζω μόλις δω αστυνομικό να μην πληρώσω το χαράτσι των 300 Ευρώ.

-         Το πρόβλημα δεν είναι τα λεφτά. Πάνω απ΄ όλα η προστασία των άλλων και του εαυτού μας.

-         Βλέπω το χάψατε το παραμύθι περί κορωνοιού!

-         Μα δεν βλέπετε ότι αρωσταίνει κόσμος και πεθαίνει;

-         Παραμύθια! Πληρώνουν τους συγγενείς για να δεχτούν να ανακοινώσουν ότι ο δικός τους πέθανε από τον λεγόμενο κορωνοιό!

-         Μα τι λέτε κύριε;

-         Όλα αυτά είναι κόλπα τνε μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών για να πουλήσουν εμβόλια και να βγάλουν δισεκατομμύρια. Ξέρω εγώ από πρώτο χέρι. Η κουμπάρα μας είναι νοσοκόμα και ακούει τους γιατρούς που τα σχολιάζουν καθημερινά.

-         Μην διαδίδετε τέτοια πράγματα και παρασύρετε τον κόσμο. Τα νοσοκομεία είναι γεμάτα από κόσμο που υποφέρει.

-         Να μην σας πω και το άλλο. ΄Ολα αυτά είναι έργο σατανιστών. Με το εμβόλιο θα βάζουν στον αφελή κοσμάκη και ένα μικροτσίπ και θα τον ελέγχουν. Θα του δίνουν οδηγίες τι να κάνει και τι να πει. Τι θα αγοράσει και τι θα ψηφίσει.

-         Πιστεύετε όλα αυτά τα ανόητα πράγματα;

-         Δεν είναι θέμα πίστης. Σας λέω ξέρω από πρώτο χέρι. Φτάσαμε στα Λατσιά, που θα πάτε;

-         Στο νοσοκομείο.

-         Μα δεν επιτρέπονται επισκέψεις.

-         Δεν πάω επίσκεψη. Διαγνώστηκα με κορονωιό και θα με κρατήσουν για θεραπεία!

Το ταξί φρενάρει απότομα.

-         Κατέβα αμέσως κάτω ρε πεζεβέγκη. Έχεις κορωνοιό και μπαίνεις στο ταξί μου να με κολλήσεις!

 

Κ.Α.Χ.

6.12.20

 

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Ο Σαλίχης ο Σαλλάχης

Ο ΣΑΛΙΧΗΣ Ο ΣΑΛΛΑΧΗΣ
Τα οδοφράγματα είχαν ανοίξει εδώ και μερικούς μήνες όταν τα βήματα του έφεδρου ανθυπολοχαγού τον οδήγησαν στην περιοχή του Βόρειου Πόλου στο Καϊμακλί, εκεί που πέρασε τέσσερεις μήνες πολεμώντας τον Τούρκο εισβολέα σε μια άνιση και προδομένη μάχη. Συχνά έκτοτε, περπατούσε σ΄ εκείνη την περιοχή και η σκέψη του πήγαινε συχνά στους άντρες που έχασε στον πόλεμο. Έπιανε τον εαυτό του με μάτια δακρυσμένα και ένα παράπονο να του πνίγει το λαιμό.
Από τη μια ήθελε να νοιώθει περήφανος γιατί κράτησαν την περιοχή με λίγες εδαφικές απώλειες.. Από την άλλη η περηφάνεια του καταρρακωνόταν όταν έρχονταν στο νου του οι απώλειες σε έμψυχο υλικό όπως έμαθαν να λένε στο στρατό. Ο πόνος έρχεται πάντα μετά όταν ησυχάσουν τα πράγματα και συνειδητοποιείς ότι αυτό το «έμψυχο υλικό» είναι ένας άνθρωπος της ηλικίας σου, ένας γιος μιας μάνας σαν τη δική σου …
«Τι υπάρχει στην άλλη πλευρά;» διερωτήθηκε. «Τι υπάρχει εκεί πίσω απ΄όπου έρχονταν τα πυρά; Τι υπάρχει εκεί που ρίχναμε εμείς;»
-         Θα πάω να δω, είπε λες και τον άκουε κάποιος.
Την επομένη πέρασε το οδόφραγμα και έφτασε στην άλλη πλευρά της κατάπαυσης του πυρός. Βρέθηκε στη Νεάπολη έξω από την εκκλησία του Αγίου Ανδρέα που μετατράπηκε σε τζαμί. Θυμήθηκε πως τρεις φορές είχε πάει σ΄εκείνη την εκκλησία και έψαλλε μαζί με το μόνιμο ψάλτη της για να δει ένα κορίτσι και για να τον δει κι εκείνο. Ήταν τότε που μόλις τέλειωσε το στρατιωτικό του και άρχισαν τα σκιρτήματα καρδιάς να γίνονται πιο έντονα. Θυμήθηκε και το άδοξο τέλος εκείνης της σχέσης όταν οι γονείς του κοριτσιού το πάντρεψαν με άλλον για να μη μπλέξει μαζί του όπως έλεγαν … Δυστυχώς η ιστορία με το κορίτσι αυτό είχε τραγικό τέλος. Ο γάμος αποδείχτηκε αποτυχημένος και οδηγήθηκε σε διαζύγιο. Το πιο τραγικό όμως είναι πως το κορίτσι έθεσε τέρμα στη ζωή του πηδώντας στο κενό από την οροφή μιας πολυκατοικίας.
Πέρασε και από την εκκλησία της Παναγίας του Τράχωνα που επίσης μετατράπηκε σε τζαμί . Έφτασε στην Ομορφίτα από την οποία δεχόταν συνεχώς σφοδρά πυρά και τα ανταπέδιδε με την ίδια σφοδρότητα. Είδε τον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας  και τις δημοτικές πολυκατοικίες που είχαν ανεγερθεί επί Αγγλοκρατίας για να στεγάσουν άπορες οικογένειες και οικογένειες αστυνομικών. Οι πολυκατοικίες ήταν διώροφα σπίτια κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο και με μικρή αυλή μπροστά και πίσω. Τα ακραία σπιτάκια ήταν προνομιούχα αφού είχαν αυλή και από τις τρεις τους πλευρές.
Στον αστυνομικό σταθμό είχαν λειτουργήσει και τα περιβόητα κρατητήρια όπου πολλοί αγωνιστές της οργάνωσης βασανίστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν από το αποικιακό καθεστώς που τους θεωρούσε τρομοκράτες.
Ήταν μεσημέρι και καθώς περνούσε από τις πολυκατοικίες πρόσεξε πως στην αυλή ενός γωνιακού διαμερίσματος λειτουργούσε ένα σουβλατζίδικο. Ένα πρόχειρο υποστατικό με πέντε τραπεζάκια στριμωγμένα σ΄ αυτό. Μπήκε μέσα και πλησίασε στον πάγκο πίσω από τον οποίο ένας άντρας και μια γυναίκα έψηναν σουβλάκια
-         Μία σουβλάκια με σεφταλιές, είπε στα Ελληνικά.
Ο άντρας γύρισε και τον κοίταξε. Έμεινε κι εκείνος άφωνος κοιτάζοντας τον ψήστη.
-         Σαλίχη!
-         Γιαννούϊ!
Ο ψήστης βγήκε έξω και αγκάλιασε τον έφεδρο ανθυπολοχαγό.
-         Χρόνια και ζαμάνια!
-         Πολλά χρόνια Σαλίχη. Η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε ήταν στο σφαγείο Λευκωσίας.
Ο Σαλίχης εργαζόταν στο σφαγείο ως σαλλάχης, εκδοροσφαγέας και όλοι τον φώναζαν ο Σαλίχης ο Σαλλάχης κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομά του.
Ο πατέρας του έφεδρου ανθυπολοχαγού ήταν κτηνοτρόφος και έσφαζε ζώα στο σφαγείο. Πολλές φορές πήγαινε με τον πατέρα του και τα ζώα στο σφαγείο και εκεί φίλεψε με τον Σαλίχη. Τότε οι σαλλάχηδες είχαν δικαίωμα να παίρνουν για τον <αυτό τους τα γλυκάδια των ζώων που έσφαζαν καθώς και τις άκρες του συκωτιού. Ήταν μέρος της αμοιβής τους. Πολλές φορές αντί να παίρνουν τα γλυκάδια και τα συκώτια στην οικογένειά τους, τα έψηναν όλοι μαζί στο τζάκι του σφαγείου και το διασκέδαζαν μαζί με ζιβανία ιδιαίτερα κατά τα χειμωνιάτικα πρωινά όταν τέλειωναν τη δουλειά τους.
-         Θυμάσαι Σαλίχη τα γλέντια με τα γλυκάδια;
-         Ξεχνιούνται εκείνες οι ωραίες εποχές;
Κ.Α.Χ.

14.1.2019

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

Ο μισιαρός

Ο ΜΙΣΙΑΡΟΣ

Σε  ένα εστιατόριο στην Ακτή του Κυβερνήτη καθόταν σε ένα τραπέζι στη γωνιά ένας κύριος καμιά εξηνταριά ετών. Δεν είχε ακόμη παραγγείλει φαγητό αλλά είχε μπροστά του ένα ποτήρι με ουίσκι και δίπλα μια άδεια μινιατούρα και ένα μπουκαλάκι σόδα.
Σε κάποια στιγμή μπήκε τρέχοντας ένα μικρό παιδί με ένα καλάμι στο χέρι και προσπαθούσε να ρίξει κάτω ένα μισιαρό που είχε μαζευτεί στη γωνιά, στο ταβάνι του εστιατορίου.
-         Μικρέ άσε ήσυχο το μισιαρό!
-         Θα τον ρίξω κάτω να του κόψω την ουρά. Μου αρέσει να τη βλέπω να κουνιέται μόνη της κομμένη από το υπόλοιπο σώμα της σαύρας.
-         Όχι σου λέω, φύγε και άσε το ζώο να ζήσει. Ο μισιαρός σώζει ζωές!
-         Μα τι λέτε κύριε; Το μόνο που ξέρω, που μου το είπε η γιαγιά μου, είναι ότι τρώει τα κουνούπια.
-         Άκου που σου λέω! Άντε πήγαινε έξω γρήγορα!
Ο μικρός απομακρύνθηκε και καθώς έβγαινε έξω μουρμουρούσε:
-         Ο άνθρωπος δεν είναι εντάξει. Άκου ο μισιαρος σώζει ζωές! Ας γελάσω!
-                                                    ***
Σαραντατέσσερα χρόνια πριν, ο κύριος που καθόταν στο εστιατόριο απολαμβάνοντας το ουίσκι του, στα είκοσι του υπηρετούσε τη θητεία του στα φυλάκια της Εθνικής φρουράς στο Καϊμακλί. Εκεί τον βρήκε και ο πόλεμος του 74 να πολεμά στο φυλάκιο της Ανθής.
Σε κάποια στιγμή που είχε σταματήσει η ανταλλαγή πυροβολισμών άνοιξε την πόρτα του αποχωρητηρίου και μπήκε. Κατέβασε το φερμουάρ αλλά το τράβηξε αμέσως πάνω και το έκλεισε.
Το μάτι του έιχε αρπάξει ένα μισιαρό που έβγαινε από την τουαλέτα στο διάδρομο και έτρεξε ξοπίσω του να τον σκοτώσει. Τον κυνήγησε μέχρι την άκρη του διαδρόμου. Ο μισιαρός του ξέφυγε και μπήκε στο δωμάτιο.. Αυτός ξοπίσω του τον ακολούθησε στο δωμάτιο.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη και σκόνη γέμισε το διάδρομο φτάνοντας μέχρι το δωμάτιο. Ακολούθησε για λίγο ανταλλαγή πυρών. Όταν έγινε και πάλι ησυχία διαπίστωσαν στο φυλάκιο ότι βλήμα μπαζούκας είχε κτυπήσει και διαλύσει το αποχωρητήριο.
Ο στρατιώτης πήγε στο δωμάτιο αλλά πουθενά ο μισιαρός. Ψιθύρισε με πολλή προσοχή να μην τον ακούσουν οι άλλοι στρατώτες που ήταν μαζί του στο φυλάκιο:
-         Σ΄ευχαριστώ μισιαρέ. Μου έσωσες τη ζωή.

                                 ***
Ο άνθρωπος παράγγειλε ακόμη ένα ουίσκι και πληκτρολόγησε στο Google του τηλεφώνου του τη λέξη μισιαρός. Άρχισε να διαβάζει:
« Ο μισιαρός ή Μισοδάκτυλος έχει το επιστημονικό όνομα Mediodactylus kotschyi. Το είδος αυτό ανήκει στην οικογένεια Gekkonidae και συμπεριλαμβάνεται στα ενδημικά υποείδη του νησιού μας. Το όνομα του προέρχεται από τη λατινική λέξη medio, που στα ελληνικά σημαίνει μισός και την ελληνική λέξη δάκτυλο …».
Κ.Α.Χ.
20.12.2018


Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Η Ικαρία

H ΙΚΑΡΙΑ
Κατατάγηκε στον στρατό από την πρώτη μέρα της τουρκικής εισβολής και υπηρέτησε στο μέτωπο Καϊμακλίου-Ομορφίτας-Τράχωνα ως έφεδρος αξιωματικός. Οι μάχες στην περιοχή όπου υπηρετούσε ήταν πάρα πολύ σφοδρές και οι απώλειες μεγάλες. Ο ίδιος τραυματίστηκε ελαφρά στο πόδι από βλήμα όλμου όμως παρέμενε στη θέση του και λάμβανε μέρος στις μάχες για την υπεράσπιση της περιοχής Καϊμακλίου και Ομορφίτας.
Ο έφεδρος αξιωματικός διατηρούσε στην περιοχή Αγίου Δημητρίου στο Καϊμακλί στάβλους με άλογα που ήταν η μεγάλη του αγάπη. Η μεγαλύτερη του αγάπη ήταν το άλογο Ικαρία που έτρεχε στο ιππόδρομο Αγίου Δομετίου και χάρισε στον αφέντη της πολλά πρωρεία και μετάλλια. Όταν πεντρεύτηκε και τον ρωτούσαν ποια είναι η μεγαλύτερη του αγάπη, η γυναίκα του ή η Ικαρία απέφευγε να απαντήσει για να μη θίξει τη γυναίκα του.
Όποτε μπορούσε να φύγει από το μέτωπο είτε με άδεια είτε σκαστός πήγαινε στους στάβλους του και περιποιόταν τα άλογά του. Τα φρόντιζε σαν να ήταν παιδιά του.
Στο δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής όταν έσπασε η γραμμή της Μια-Μηλιάς κατελήφθησαν και οι στάβλοι του και έχασε όλα του τα άλογα. Όταν το έμαθε ότι οι εισβολείς πήραν την Ικαρία ξέσπασε σε λύγμούς περισσότερο απ’ ότι όταν έχανε στρατιώτες του. Ήταν απαρηγόρητος. Πήγαινε καθημερινά μέχρι τη φυλάκια της γραμμής κατάπαυσης του πυρός όπως αυτή καθορίστηκε μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού στην Αμμόχωστο και με τα κυάλια του παρατηρούσε για πολλή ώρα ψάχνοντας μήπως εντοπίσει την Ικαρία.
Μετά την αποστράτευσή του και όταν άρχισαν οι πρώτες επαφές Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην Αγγλική στατιωτική βάση της Δεκέλειας και στο χωριό Πύλα, πήγε εκεί. Πολλοί ήτανοι άνθρωποι που προσπαθούσαν μα μάθουε κάτι για κάποιο δικό τους αγνοούμενο. Εκείνος ενδιαφερόταν να μάθει για την Ικαρία και άφησε να εννοηθεί ότι ήταν διατεθειμένος να πληρώσει και «λύτρα» φτάνει να ξανάβρισκε το αγαπημένο του άλογο.
Μάταια περίμενε για περισσότερο από ένα μήνα ότα πήρε μήνυμα ότι το άλογό του ήταν ζωντανό και ότι ένας Τουρκοκύπριος ζητούσε χίλιες λίρες ως «λύτρα για να το φέρει στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός και να γίνει η ανταλλαγή. Ένας μεσάζων του ζήτησε να καταβάλει έναντι του συνολικού ποσού το ένα τέταρτο αλλά αυτός αρνήθηκε,
-         Πρώτα να δω το άλογό μου και μετά θα δώσω τα χρήματα.
Στο τέλος ο Τουρκοκύπριος συμφώνησε να φέρει το άλογο έστω και χωρίς την προκαταβολή. Καθόρισαν ένα σημείο κοντά στο κατεχόμενο χωριό Άχνα, όχι μακριά από τον Αστυνομικό Σταθμό που είχαν ανατινάξει οι πραξικοπηματίες. Ο Τουρκοκύπριος θα έφερνε το άλογο σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων από το σημείο όπου θα περίμενε ο ιδιοκτήτης του και τότε θα του έδινε τα χρήματα και θα έπαιρνε το άλογό του.
Γύρω στα μεσάνυχτα βρέθηκαν όλοι στη θέση που είχαν συμφωνήσει. Στο λιγοστό φως του φεγγαριού ο  έφεδρος αξιωματικός είδε το άλογο αλλά δεν το αναγνώρισε. Για να βεβαιωθεί παρά τον κίνδυνο να τους ακούσουν οι Τούρκοι στρατιώτες ψιθύρισε:
-         Ικαρία ...
Καμιά αντίδραση.
-         Δεν είναι η Ικαρία μου, είπε στο μεσάζοντα. Αν ήτα αυτή τώρα θα βρισκόταν κοντά μου και θα έτριβε το καφάλι της στο δικό μου.
Δεν έκανε άλλες προσπάθειες για να βρει το άλογό του. Η Ικαρία ήταν κι αυτή μια από τις πολλές απώλειες του πολέμου.
Μια φωτογραφία της Ικαρίας 44 χρόνια μετά κρέμμεται στον τοίχο του καθιστικού του έφεδρου αξιωματικού τα μάτια του οποίου βουρκώνουν όποτε διηγείται την ιστορία της.
Κ.Α.Χ.

18.12.2018

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2018

Η επιστροφή του σκοτωμένου

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΥ
Οι μάχες μαίνονταν γύρω από τη Λευκωσία και ο τουρκικός στρατός έβαλλε με σφοδρά πυρά τα βόρεια προάστια της πόλης. Οι περισσότεροι κάτοικοι του Καϊμακλίου είτε έφυγαν στις νότιες περιοχές της πόλης είτε κλείστηκαν στα σπίτια τους, στα πιο ασφαλή σημεία.
-         Μα πού ετοιμάζεσαι να πας; Έξω γίνεται ο χαμός, είπε η γυναίκα στο σύζυγό της.
-         Θα πάω στη μάντρα να δω τι γίνεται με τα ζώα.
-         Τρελός είσαι; Θα πας στο στόμα του λύκου;
-         Θα πάω να ταΐσω και να ποτίσω τα ζώα.
-         Άσε τα ζώα. Κοίταξε τι γίνεται με τους ανθρώπους. Πριν από λίγο το ασθενοφόρο του στρατού περνούσε από  εδώ μεταφέροντας νεκρούς και τραυματίες.
-         Και τα ζώα πλάσματα του θεού είναι. Δε μπορώ να τα αφήσω έτσι.
Ο άντρας πήρε το μικρό του φορτηγάκι και τράβηξε προς τη μάντρα του που ήταν ανάμεσα στον Άγιο Δημήτριο και τη δεξαμενή του Μαγκλή. Τάισε τα ζώα του και ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για το σπίτι του όταν άκουσε το σκύλο του να γαυγίζει. Ακούονταν επίσης φωνές Τούρκων στρατιωτών καθώς έμπαιναν στη μάντρα του. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και είπε ότι είναι κτηνοτρόφος που ήρθε να φροντίσει τα ζώα του. Ένας Τούρκος στρατιώτης τον πλησίασε και τον έσπρωξε κάτω στο έδαφος ενώ άλλοι στρατιώτες έψαχναν με προσοχή τα υποστατικά της μάντρας. Ο σκύλος εξακολουθούσε να γαυγίζει μέχρι που ακούστηκε μια ριπή όπλου και το κλάμα του λαβωμένου σκυλιού που απομακρυνόταν για λίγο μέχρι να πέσει νεκρό.
Σε λίγο έφτασαν κι άλλοι στρατιώτες έχοντας μαζί τους άλλα τέσσερα άτομα που είχαν τα χέρια στο κεφάλι. Οι τρεις ήταν βοσκοί και ο νεότερος ήταν κρεοπώλης που αγόραζε ζώα από αυτούς. Ήταν κουμπάρος του πρώτου αλλά από φόβο και από ένστικτο ίσως, οι δυο τους δεν έδωσαν γνωριμία.
Οι Τούρκοι στρατιώτες έβαλαν τους αιχμαλώτους τους να καθίσουν κάτω με την πλάτη στον τοίχο και έμειναν εκεί τρεις που τους φρουρούσαν. Είχε πέσει το σκοτάδι για καλά όταν ακούστηκαν φωνές και φάνηκε ένας Τούρκος αξιωματικός συνοδευόμενος από δύο ένοπλους στρατιώτες.
-         Τους σκύλους τους γκιαούρηδες μου σκότωσαν ένα άντρα. Θέλω εκδίκηση!
Πλησίασε τους πέντε αιχμαλώτους και είπε στο νεότερο, τον κρεοπώλη να σηκωθεί. Τον κτύπησε στο κεφάλι με το πιστόλι του και του έδειξε να προχωρήσει μπροστά. Άρπαξε το αυτόματο ενός στρατιώτη και αφού ο κρεοπώλης είχε προχωρήσει καμιά ογδονταριά μέτρα άνοιξε πυρ. Είδε τον κρεοπώλη να εξαφανίζεται, νόμισε ότι τον πέτυχε και έπεσε νεκρός. Μετά πήρε τους δυο συνοδούς του και έφυγε δίνοντας κάτι διαταγές σε όσους έμειναν πίσω να φρουρούν τους εναπομείναντες αιχμαλώτους.
Ο κρεοπώλης είχε Άγιο. Την ώρα που ο Τούρκος αξιωματικός άνοιγε πυρ βρισκόταν στο χείλος ενός ξεροπόταμου και όπως ήταν σκοτάδι έπεσε κάτω σε κάτι θάμνους γεμάτους αγκάθια. Παρά τον πόνο από τα αγκάθια δεν έβγαλε λέξη και περίμενε. Μετά από καμιά ώρα κατάφερε να ξεφύγει από τους θάμνους και τα αγκάθια αφού είχε καταματωθεί και ξεσχίσει τα ρούχα του. Άρχισε να κινείται χωρίς να έχει προσανατολιστεί στην κοίτη του ξεροπόταμου και βγήκε σε ένα σημείο όπου ήταν ένα μεικτό χωριό. Οι Έλληνες κάτοικοι είχαν φύγει, ο ίδιος όμως είχε εκεί ένα Τουρκοκύπριο κτηνοτρόφο με τον οποίο συνεργαζόταν. Κτύπησε την  πόρτα και φώναξε:
-         Αχμέτη, ο Γιαννής είμαι.
Άνοιξε την πόρτα η γυναίκα του, η Αλιγιέ και φώναξε τον άντρα της:
-         Έλα Αχμέτ είναι ο Γιαννής.
Στο σπίτι αυτό του περιποιήθηκαν τα γδαρσίματα από τα αγκάθια των θάμνων και του έδωσαν καθαρά ρούχα να φορέσει.
                                                     ***
Την επομένη εκεί στη μάντρα ήρθε ένας άλλος Τούρκος αξιωματικός και αφού είδε τους ηλικιωμένους αιχμαλώτους που είχαν τα χάλια τους απεφάσισε να τους αφήσει να φύγουν ελεύθεροι.
-         Πηγαίνετε στα σπίτια σας και εύχομαι ο Αλλάχ να σας σώσει από τα πυρά των γκιαούρηδων εκεί απέναντι. Το κρίμα στο λαιμό τους.
Ο άνθρωπος κατάφερε να φτάσει στο σπίτι του όπου τον περίμενε με αγωνία η γυναίκα του. Ήπιε ένα ποτήρι νερό και της διηγήθηκε τι έγινε. Στο τέλος της είπε:
-         Αύριο θα πάω στην κουμπάρα να της πω τα κακά μαντάτα, ότι οι Τούρκοι σκότωσαν τον άντρα της. Δεν μπορώ να αποκρύψω αυτό που είδα με τα μάτια μου.
-         Κάνε αυτό που νομίζεις σωστό, ότι σε φωτίσει ο θεός. Θα έρθω κι εγώ μαζί σου.
Το πρωί της επομένης βρήκε τη γυναίκα του κρεοπώλη να κλαίει απαρηγόρητη από τα κακά μαντάτα που της πήραν οι κουμπάροι της. Έβαλε μαύρα ρούχα και πενθούσε χωρίς όμως να έχει θάψει κανένα νεκρό. Οι γείτονές της δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν αφού κηδεία δεν έγινε.
                                                      ***
Μετά από πέντε μέρες ο Αχμέτης λέει στο Γιαννή:
-         Γιαννή πρέπει να πας σπίτι σου. Τα πράγματα δεν ησυχάζουν και φαίνεται πως κάποιοι στο χωριό κατάλαβαν ότι κάτι συμβαίνει στο σπίτι μου. Κανένας πια δεν έχει εμπιστοσύνη στο άλλο.
-         Εντάξει Αχμέτη. Πώς θα το κάνουμε; Δε θέλω να σε βάλω σε περιπέτειες.
-         Έχω κανονίσει με κάποιους γνωστούς μου να κλείσουν τα μάτια και να σε αφήσουν να περάσεις. Όμως θα πρέπει  από εκεί και πέρα να τα καταφέρεις με τους δικούς σας να μην σε σκοτώσουν εκείνοι.
-         Όταν πλησιάσω θα αρχίσω να φωνάζω Ελληνικά ποιος είμαι και ο θεός να βάλει το χέρι του.
Έτσι και έγινε. Ο Γιαννής τα κατάφερε.
Τα ξημερώματα κτύπησε η πόρτα της κρεοπώλισσας. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε να ανοίξει. Μόλις είδε τον άντρα της έχασε τις αισθήσεις της και σωριάστηκε στο πάτωμα. Επέστρεψε ζωντανός ο σκοτωμένος.

Κ.Α.Χ. 12.12.2018