Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Ο Χασάνης

Ο ΧΑΣΑΝΗΣ
Ήταν η δεύτερη μέρα της τουρκικής εισβολής όταν ο εγγονός μαζί με άλλους τρεις της ηλικίας του μπήκε στο σπίτι της γιαγιάς του και είπε:
-         Γιαγιά φτιάξε μας κάτι να φάμε. Πεινάμε σαν λύκοι!
-         Εντάξει γιε μου. Να σας τηγανίσω πατάτες με αβγά;
-         Ναι γιαγια. Ξέρεις πόσο μ΄αρέσουν αλλά η μάνα μου σπάνια μου κάνει αυτό το φαγητό.
Και οι τέσσερεις ήταν ντυμένοι με στρατιωτικά ρούχα παραλλαγής και κρατούσαν και από ένα Καλάσνικοφ. ‘Ενας που ήξερε τι προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής καταλάβαινε αμέσως ότι πήραν μέρος στο πραξικόπημα.
Καθώς ετοίμαζε το φαγητό η γιαγιά άκουσε τον εγγονό της να λέει:
-         Οι Τούρκοι κάνουν απόβαση στην Κερύνεια. Πρέπει να εκδικηθούμε. Το βράδυ γύρω στα μεσάνυχτα θα πάμε στη μάντρα του παππού μου. Εκεί κοιμάται ένας Τούρκος βοσκός που εργάζεται για τον παππού μου. Θα τον πιάσουμε στον ύπνο και θα τον καθαρίσουμε.
Η γιαγιά έφερε το φαγητό και το άφησε στο τραπέζι.
-         Τί είναι αυτά που λες γιε μου; Τί σου έκανε ο Χασάνης και θέλετε να σκοτώσετε τον άνθρωπο;
-         Είναι Τούρκος γιαγιά!
-         Είνα κι αυτός πλάσμα του Θεού! Τί σημαίνει είναι Τούρκος; Τόσα χρόνια είναι στη δούλεψη μας και δεν έχουμε κανένα παράπονο απ΄αυτόν.
Οι τέσσερεις άντρες έφαγαν τις πατάτες με τ΄αβγά και έφυγαν. Σε λίγο γύρισε ο παππούς από το καφενείο. Ήταν βρακοφόρος και πολύ αδύνματος στο σώμα αλλά πολύ καλός δουλευτής και χορευτής. Στο ζωνάρι του είχε πάντοτε ένα αυλό που του κρατούσε συντροφιά όταν έβοσκε τα πρόβατά του στον κάμπο του Καϊμακλίου.
-         Τί έχεις κυρά και είσαι ανήσυχη;
-         Ήρθε ο εγγονός μας μαζί με άλλους τρεις με τα όπλα και είπαν ότι απόψε θα πάνε να σκοτώσουν το Χασάνη στη μάντρα μας.
-         Άκουσες καλά; Τί είνα αυτά που λες;
Ο παππούς σηκώθηκε πάνω και είπε στη γυναίκα του:
-         Φέρε μου εδώ έξω το γαϊδούρι και θα πάω στη μάντρα να δω τι θα κάνω.
Ο παππούς καβαλίκεψε και τράβηξε προς τη μάντρα του που ήταν κοντά στον Άγιο Δημήτριο στο Καϊμακλί. Ο ήλιος πήγαινε προς τη δύση του εκείνη την ώρα.
Ο Χασάνης ο βοσκός του μόλις είχε μαντρίσει τα πρόβατα και ξαφνιάστηκε όταν είδε το αφεντικό του.
-         Πως τέτοια ώρα εδώ αφεντικό;
-         Έλα Χασάνη, πάρε το γαϊδούρι και πήγαινε αμέσως στο χωριό σου. Να μείνεις εκεί μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα και μετά έρχεσαι.
-         Μα ποιός θα μας πειράξει εμάς; Εμείς μόνο από δουλειά ξέρουμε αφεντικό.
-         Άκου που σου λέω. Να πάρε και τρεις λίρες για τα μεροκάματά σου και όταν καταλαγιάσουν τα πράγματα και έρθεις πίσω θα λογαριαστούμε. Και πούσαι, το γαϊδούρι να το αφήσεις και θα βρει το δρόμο του να επιστρέψει στη μάντρα.
-         Εντάξει αφεντικό. Θα σε δω σε δυο-τρεις μέρες.
Την επομένη που ο παππούς πήγε στη μάντρα του τον υποδέχτηκε το γαϊδούρι του γκαρίζοντας. Βρήκε επίσης γαζωμένο με σφαίρες το άδειο κρεβάτι πάνω στο οποίο κοιμόταν ο Χασάνης τα βράδυα που έμενε στη μάντρα.
Συνήθως λένε για παράπλευρες απώλειες στον πόλεμο. Παράπλευρη απώλεια για τον παππού ήταν το γαϊδούρι του. Στη δεύτερη φάση της εισβολής, όταν έσπασε η γραμμή της Μια-Μηλιάς, ο τουρκικός στρατός κατέλαβε την περιοχή Αγίου Δημητρίου στο Καϊμακλί όπου ήταν η μάντρα. Εκείνη τη μέρα ο παππούς άφησε το γαϊδούρι του στη μάντρα και δεν το ξανάδε ποτέ.

Κ.Α.Χ. 
10.12.2018

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Ο θησαυρός

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ
Εκείνη τη μέρα ο πατέρας γύρισε πολύ νωρίς από το καφενείο και είπε στη μητέρα μας:
-         Γυναίκα έσπασε η γραμμή της Μια-Μηλιάς και ο τουρκικός στρατός προελαύνει προς την Αμμόχωστο. Πρέπει να φύγουμε για να σωθούμε. Να πάμε προς τον Άγιο Δημήτριο στο Καϊμακλί κι απ΄εκεί στην Αγλαντζιά στην αδελφή σου. Πάω να φέρω το τρακτέρ με την καρότσα. Φώναξε και τους γονείς σου και τα παιδιά του αδελφού μου.
Η μητέρα έκανε το σταυρό της και είπε:
-         Παναγία μου βοήθησέ μας, τί κακό είναι κι αυτό!
Πήγε στην κουζίνα και έφερε ένα τενεκεδένιο κουτί απ΄αυτά που μας έφερνε κάθε Χριστούγεννα ο πατέρας μας με μπισκότα βουτύρου ή σοκολατάκια. ‘Εβαλε στο κουτί τα ασημικά της που ήταν σεμια βιτρίνα στον «ηλιακό» μας. Καπνιστήρι, μερρέχα, έξι κουταλάκια και έξι πηρουνάκια. Έριξε επίσης εκεί τα σκουλαρίκια της και τα σταυρουδάκια που μας είχαν κρεμμάσει στο λαιμό, της αδελφής μου κι εμένα, όταν μας φάφτισαν.
Εκείνη την ώρα μπήκε στον «ηλιακό» η γιαγιά μας. Έβγαλε από την τσέπη της ένα μαντιλάκι  και ξέδεσε τρεις κόμπους.
-         Να πάρε κι αυτές τις τρεις χρυσές λίρες. Τις είχα για το γάμο της εγγονής μου. Όταν γυρίσουμε θα της τα δώσω στο γάμο της.
-         Είμαι μικρή ακόμη γιαγιά για γάμο!
Ο πατέρας μου επέστρεψε και άφισε το τρακτέρ μπροστά στο σπίτι. Πήρε από τη μητέρα το τενεκεδένιο κουτί και με φώναξε να του πάρω την τσάππα. Στάθηκε δίπλα από τον κορμό της λεμονιάς που είχαμε στην αυλή, μέτρησε τρία βήματα και έσκαψε ένα μικρό λάκκο. Εκεί έθαψε το κουτί. Το κουτί με το θησαυρό, όπως είπαμε όλοι.
-         Να θυμάστε όλοι. Τρία βήματα από τον κορμό της λεμονιάς με κατευθυνση το καμπαναριό.
-         Τρία βήματα αλλά με τα μυτερά σου τα παπούτσια, είπε η μητέρα αστειευόμενη.
-         Σε δυο-τρεις μέρες εδώ θα είμαστε και θα ξεθάψουμε το θησαυρό. Θα φορώ τα ίδια παπούτσια.
Κλείσαμε την πόρτα του σπιτιού κι ανεβήκαμε όλοι στην καρότσα του τρακτέρ. Ο πατέρας οδήγησε προς το νότο. Την ώρα που διαταυρώναμε το δρόμο Λευκωσίας-Αμμοχώστου είδαμε στο βάθος, σε ένα περίπου χιλιόμετρο μακριά τα άρματα των Τούρκων. Ευτυχώς δεν άνοιξαν πυρ και έτσι φτάσαμε στο σπίτι της θείας στην Αγλαντζιά.
Οι δυο-τρεις μέρες έγιναν δεκαετίες. Η γιαγιά πέθανε με το παράπονο που δεν είχε τις τρεις χρυσές λίρες για το γάμο της αδελφής μου.
Συχνά-πυκνά αναφέραμε στην οικογένεια τον κρυμμένο θησαυρό μας και η μυτέρα φύλαξε τα μυτερά παπούτσια του πατέρα μας για να έχει το μέτρο να βρει το θησαυρό όποτε γυρίσουμε στο χωριό μας και το σπίτι μας.
Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα πήγαμε με τον πατέρα μου να δούμε το σπίτι μας. Σ΄αυτό κατοικούσε μια οικογένεια Τουρκοκύπριων που μπορώ να πω μας καλοδέχτηκε. Μας άφησαν να γυρίσουμε όλα τα δωμάτια και να βγούμε στην αυλή. Τα βλέμματά μας πήγαν κατευθείαν στη λεμονιά και το καμπαναριό της εκκλησίας μας. Δεν είπαμε όμως τίποτα, ούτε και κάναμε οτιδήποτε.
Όταν θα φεύγαμε η Τουρκάλα μας είπε:
-         Να πείτε και της μάνας σας να έρθει γιε μου.
Η μητέρα μου δεν ήθελε να πάει. Δεν ήθελε να πάει σαν ξένη στο σπίτι της. Το σπίτι όπου παντρεύτηκε και γέννησε τα παιδιά της. Με τα πολλά όμως και με την ανάγκη τελικά να βρούμε το θησαυρό την πείσαμε και μια Κυριακή ξαναπήγαμε στο χωριό μας. Η μητέρα μου μάλιστα πήρε και τα μυτερά παπούτσια του πατέρα μου που ήταν η μεζούρα μας για το θησαυρό.
Μπήκαμε στον «ηλιακό» και βγήκαμε στην αυλή. Σταθήκαμε με δέος μπροστά στη λεμονιά. Μας είδε η Τουρκάλα και φώναξε στη μητέρα μου:
-         Έλα κοκόνα μου. Έλα στη κουζίνα.
Πήγαμε όλοι στην κουζίνα και η γυναίκα έβγαλε από ένα μικρό ερμάρι ένα τενεκεδένιο κουτί. Ήταν αυτό που θάψαμε κάτω από τη λεμονιά όταν φεύγαμε από το σπίτι μας για να γυρίσουμε σε δυο-τρεις μέρες. Η Τουρκάλα το άνοιξε και είπε στη μητέρα μου:
-         Έλα κοκόνα μου. Είναι δικά σου αυτά. Κοίταξε να μου πεις αν είναι όλα όπως τα άφησες.
-         Ναι είναι όλα όσα αφήσαμε. Ευχαριστώ!
-         Το Θεό μόνο να ευχαριστείς. Δεν τόκανε η καρδιά μου να πάρω ξένα ασημικά και χρυσαφικά. Άφησα κι εγώ μια «αμπούστα» με πέντε χρυσές και πενήντα χάρτινες λίρες σε μια «δόμη» στο χωριό μου, στο Μαρί. Δεν ξέρω αν θα με αξιώσει ο Θεός να τα βρω.
Φύγαμε από το χωριό μας με το θησαυρό μας. Καθώς πηγαίναμε προς την έξοδο του χωριού η μητέρα μου είπε στον πατέρα:
-         Σταμάτα να πετάξω αυτά τα μυτερά παπούτσια. Δεν τα χρειαζόμαστε πια.
Κ.Α.Χ.

6.12.2019

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Μετά από 44 χρόνια

ΜΕΤΑ ΑΠΟ 44 ΧΡΟΝΙΑ
Ο οδηγός του λεωφορείου στάθμευσε στο χώρο στάθμευσης δίπλα από το κάστρο της Κερύνειας και ο επικεφαλής της εκδρομής ανακοίνωσε στους επιβάτες:
-         Ο κατήφορος στα δεξιά σας οδηγεί στο λιμανάκι της Κερύνειας. Θα παραμείνουμε εδώ για μια ώρα και παρακαλώ όλοι να επιστρέψετε εδώ στο λεωφορείο στην ώρα σας για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.
Οι επιβάτες διασκορπίστηκαν σε ομάδες και κατέβηκαν στο γραφικό λιμανάκι της Κερύνειας. Άλλοι άρχισαν να διηγούνται τις αναμνήσεις τους από την Κερύνεια, άλλοι να επεξηγούν στους νεότερους για τα κάστρο και το ναυάγιο της Κερύνειας, άλλοι να ψάχνουν για το οίκημα του σωματείου της ΠΑΕΚ και άλλοι να κάθονται για τον πρωινό τους καφέ σε κάποια από τα κέντρα του λιμανιού που μόλις είχαν ανοίξει τις πόρτες τους για τους πρώτους επισκέπτες.
Ένας κύριος καμιά εξηνταπενταριά χρονών στάθηκε για λίγο σε στάση προσοχής ατενίζοντας το κάστρο της Κερύνειας. Το βλέμμα του θόλωσε και ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό του. Στη διάρκεια του πολέμου, της τουρκικής εισβολής, υπηρετούσε εκεί και μόλις κατάφερε να διαφύγει και να μην πιαστεί αιχμάλωτος μαζί με μια ομάδα άλλων στρατιωτών. Οι περισσότεροι κατάφεραν να διαφύγουν προς το νότο  μέσω Πελλαπάις. Δύο που έμειναν πίσω είναι σήμερα αγνοούμενοι.
Από τη Λευκωσία όπου έφτασε στην έδρα της μονάδας του τον έστειλαν στην περιοχή του Λάρνακα της Λαπήθου απ’ όπου μετά από σκληρές μάχες κατάφερε να διαφύγει και πάλι την αιχμαλωσία. Με σπασμένο το αροιστερό του πόδι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Λευκωσίας.
Κάθισε κι αυτός με μια παρέα αγνώστων για καφέ. Κατά την επιστροφή στο λεωφορείο βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια κυρία περίπου της ηλικίας του, λίγο πιο νέα απ’ αυτόν.
-         Μάρκο! Δεν είσαι συ που τριγυρνούσες στους διαδρόμους του Γενικού νοσοκομείου Λευκωσίας με σπασμένο πόδι και κουρελιασμένη στρατιωτική στολή, το 1974;
-         Μαριάννα! Δεν είσαι συ που εθελόντρια νοσοκόμα μου έφερες ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο του πατέρα σου; Πού, μάλλον γιατί χάθηκες από τότε;
-         Εγώ χάθηκα ή εσύ; Σε περίμενα …
-         Κι εγώ σε περίμενα …
Την πλησίασε τόσο πολύ που προς στιγμή κάποιος θα περίμενε ότι θα την αγκάλιαζε και θα τη φιλούσε. Κι εκείνη έδειχνε πως αυτό περίμενε. Όμως της έδωσε το χέρι το οποίο όμως κράτησε λίγο περισσότερο απ΄ότι υπαγορεύει το σαβουάρ βιβρ. Το άφησε αμέσως μόλις συνειδητοποίησε το «λάθος» του.
-         Χάθηκα γιατί οι γονείς μου με πήραν και φύγαμε στη Λεμεσό. Το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά στην Πράσινη Γραμμή.
-         Χάθηκα γιατί με στείλανε στην τότε Ανατολική Γερμανία και σώθηκε το πόδι μου. Μετά έμεινα εκεί για σπουδές. Όταν επέστρεψα στην Κύπρο εργάστηκα ως καθηγητής σε σχολεία.
-         Κι εγώ σε σχολεία εργαζόμουνα μέχρι τον περασμένο χρόνο, ως γραμματέας.
-         Δεν το ήθελε ο διάβολος, ίσως ή η τύχη να εργαστούμε στο ίδιο σχολείο!
Αντάλλαξαν τηλέφωνα και είπαν με μια φωνή «μη χαθούμε και πάλι»
Σε δέκα μέρες από τότε καθόντουσαν στην καφετέρια «Νίρο» στη Λευκωσία και αποκάλυψαν ο ένας στον άλλο ότι είναι ελεύθεροι. Εκείνος δεν παντρεύτηκε ποτέ. Εκείνη πήρε κάποιον ξένο και διέκοψε τις σπουδές της στην Ελλάδα. Ο γάμος κράτησε ένα χρόνο και απέκτησε ένα γιο 44 ετών τώρα.
Άπλωσε το χέρι του και κράτησε το δικό της χωρίς να σκέφτεται πια το σαβουάρ βιβρ. Σκεφτόταν όμως ότι ο πόλεμος γράφει μικρές-μικρές ιστορίες που κανένας ιστορικός δε θα αφηγηθεί ποτέ.
Κ.Α.Χ.

26.11.2018

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Ο Φαζίλης

Ο ΦΑΖΙΛΗΣ
Ο τουρκικός στρατός μπήκε στην Αμμόχωστο και επήλθε εκεχειρία. Σταμάτησαν οι εχθροπραξίες και ήρθε η ώρα της ανάπαυσης του πολεμιστή.
Ο έφεδρος αξιωματικός πήρε μετάθεση από το Βόριο Πόλο Καϊμακλίου όπου υπηρετούσε κατά τη διάρκεια του πολέμου, για τη Λεμεσό όπου κατοικούσε και εργαζόταν. Με ένα μικρό επίδεσμο στο πόδι από ελαφρύ τραύμα από πυρά όλμου παρουσιάστηκε στο στρατόπεδο Πολεμιδιών και αναζήτησε το διοικητή. Του είπαν ότι βρίσκεται στο ΓΣΟ όπου έχει το γραφείο του.
Στο ΓΣΟ τότε βρίσκονταν εκατοντάδες Τουρκοκύπριοι άντρες ηλικίας από 15 μέχρι 65 χρόνων. Ήταν από τη Λεμεσό και τα γύρω χωριά και η Εθνική Φρουρά τους κρατούσε αιχμάλωτους με σκοπό να τους ανταλλάξει με Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους. Οι συνθήκες εκεί ήταν άθλιες. Ελάχιστο νερό μέσα στον καύσωνα του καλοκαιριού, μικρός αριθμός αποχωρητηρίων, σκιά κάτω από το μπετόν των κερκίδων του σταδίου.
Ο έφεδρος αξιωματικός περπατούσε με τη συνοδεία ενόπλων στρατιωτών ανάμεσα στους αιχμάλωτους για επιθεώρηση οπότε άκουσε μια φωνή, αδύνατη και τρεμάμενη:
-         Φάνη!
Γύρισε και κοίταξε πίσω του.
-         Φαζίλη! Εδώ είσαι;
Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Ο Φαζίλης ήταν από τη Λεμεσό από την περιοχή του Αγίου Αντωνίου και ήταν κτηνίατρος. Φάνης και Φαζίλης γνωρίζονταν από παιδιά και ήταν φίλοι.
-         Κύριε διοικητά θα πάρω για λίγο μαζί μου το Φαζίλη και θα τον φέρω πίσω. Μην ανησυχείτε δε θα μου ξεφύγει!
-         Αδύνατο! Θα με στείλεις στρατοδικείο και όπως ξέρεις είναι οι τελευταίες μέρες μου στην Κύπρο. Έχω μετάθεση για το τρίτο σώμα στρατού. Θα φύγω με το πρώτο πλοίο που θα καταπλεύσει στη Λεμεσό.
-         Θα τον πάρω! Αν θες μπορείς να σκοτώσεις και τους δυο μας!
Ο Φάνης έβαλε το Φαζίλη στο αυτοκίνητό του και έφυγε από το ΓΣΟ. Πρώτα πήγαν στην ΕΣΕΛ όπου του πήρε ένα παντελόνι, ένα πουκάμισο και ένα εσώρουχο. Δεν μπορούσε να του δώσει από τα δικά του γιατί εκείνος ήταν μεγαλόσωμος ενώ ο Φαζίλης κοντός και αδύνατος. Μετά τον πήγε στο σπίτι του όπου ο Φαζίλης έκανε μπάνιο και άλλαξε. Έφαγαν μεσημεριανό και ο Φαζίλης του είπε:
-         Υπάρχει δυνατότητα να μιλήσω με τη μάνα μου στη Λευκωσία; Να της πω ότι είμαι ζωντανός.
Τότε λειτουργούσαν δυο τηλεφωνικές γραμμές με τα κατεχόμενα. Η μια ήταν εκείνη του Ραούφ Ντενκτας και η άλλη με τα γραφεία της εφημερίδας «Χαλκίν Σεσί».
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και πήγαν στη ΣΥΤΑ Λεμεσού. Ο Φάνης εκμεταλλευόμενος τη στρατιωτική του ιδιότητα έδωσε τα στοιχεία της μητέρας του Φαζίλ για να τη φωνάξουν στα γραφεία της εφημερίδας σε δυο ώρες.
-         Μάνα είμαι ο Φαζίλ, είμαι ζωντανός. Είμαι με το Φάνη!
-         Να μιλήσω με το Φάνη.
-         Ναι θειά Εμινέ ο Φάνης είμαι.
-         Να προσέχεις τον αδελφό σου. Έτσι θα είναι ήσυχη η καρδιά μου.
Ο Φάνης πήγε πίσω το Φαζίλ στο ΓΣΟ και όποτε μπορούσε του έπαιρνε νερό και λίγο φαγητό.
Μια μέρα ξεχώριζαν του Τουρκοκύπριους γιατρούς από τους υπόλοιπους αιχμαλώτους. Θα γινόταν η πρώτη ανταλλαγή αιχμαλώτων και για ανθρωπιστικούς λόγους θα άφηναν πρώτα τους γιατρούς για να μπορέσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις κοινότητές τους.
Ο Φάνης πήγε στο γραφείο του διοικητή.
-         Κύριε διοικητά να βάλουμε και το Φαζίλη στον κατάλογο των γιατρών.
-         Αδύνατο! Εδώ γράφει ότι είναι κτηνίατρος. Δε θα πάω για σένα στρατοδικείο.
Ο διοικητής ήταν ανένδοτος. Ο Φάνης απελπισμένος είπε τι έγινε σε ένα άλλο συνάδελφό του.
-         Υπάρχει λύση!
-         Ποιά είναι;
-         Το λάδωμα! Πιάνει καλά με το διοικητή μας.
Ο Φάνης μπήκε και πάλι στο γραφείο του διοικητή. Ήταν μόνοι. Του άφησε ένα φάκελο με 250 λίρες. Ο διοικητής τις μέτρησε με το μάτι και φώναξε:
-         Γραφέα!  Έλα φέρε το διορθωτικό, το τίπεξ όπως το λες. Έκανες λάθος εδώ βρε μαλάκα. Γιατρός είναι αυτός, όχι κτηνίατρος!
Έτσι ο Φαζίλης βρέθηκε στον κατάλογο ανταλλαγής αιχμαλώτων γιατρών!
Κ.Α.Χ.
15.11.2018


Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Ο Μεμέτης

O MEMETHΣ
Γινόταν χαλασμός κόσμου. Οι μάχες στην περιοχή του Βορείου Πόλου στι Καϊμακλί μαίνονταν από την πρώτη μέρα της εκδήλωσης της τουρκικής εισβολής. Οι άντρες των φυλακίων της Εθνικής Φρουράς στην περιοχή άρχισαν πυρ μόλις είδαν να πέφτουν οι πρώτοι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές στον κάμπο μεταξύ Δικώμου και Κιόνελι. Από τα γύρω τουρκικά φυλάκια δέχτηκαν σφοδρά πυρά. Από την περιοχή του τουρκικού χωριού Χαμίτ Μάντρες βάλλονταν ασταμάτητα με πυρά καμπύλης τροχιάς. Πραγματική κόλαση.
Εκείνη τη μέρα στην περιοχή επικρατούσε πραγματικό χάος. Τραυματιοφορείς έτρεχαν προς τον Τράχωνα για να μεταφέρουν τους τραυματίες. Στρατιώτες οπισθοχωρούσαν και οχυρώνονταν σε νέες θέσεις στην Ομορφίτα και το Καϊμακλί.  Ο άμαχος πληθυσμός έτρεχε να σωθεί προς την περιοχή του «Μπάτα» φεύγοντας από τον Τράχωνα, τη Νεάπολη και την Ομορφίτα. Η αμυντική γραμμή στα ανατολικά του νεκροταφείου του Τράχωνα έσπασε και καμμιά τριανταριά εθνοφρουροί εγκλωβίστηκαν. Είχε ήδη αρχίσει, με διαταγή του διοικητή της περιοχής, επιχείρηση απεγκλωβισμού των περικυκλωμένων στρατιωτών. Ένας έφεδρος αξιωματικός πήρε διαταγή να μετακινήσει τα πυρομάχικα πιο πίσω μήπως επέλαυναν ξαφνικά τα τουρκικά στρατεύματα και έτσι να μείνουν χωρίς πολεμοφόδια οι στρατιώτες.
Μέσα σ΄αυτόν όλον τον πανζουρλισμό εμφανίστηκε ένα μικρό λεωφορείο με έξι άτομα να κατευθύνεται από τον Τράχωνα προς το Βόρειο Πόλο. Πέρασε δίπλα από το μπλόκο των στρατιωτών της Εθνικής Φρουράς, συνέχισε για λίγο και μετά σταμάτησε επιχειρώντας επαναστροφή για να πάει πίσω.
Ο έφεδρος αξιωματικός που μαζί με μια ομάδα στρατιωτών απομάκρυναν τα πυρομαχικά σε ασφαλέστερο μέρος κάτι υποψιάστηκε και έκανε νόημα στον οδηγό να σταματήσει αφού έδωσε διαταγή σε ένα στρατιώτη που κρατούσε ένα Μπρεν να τον καλύπτει. Δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα προς το μικρό λεωφορείο και τότε  οι επιβάτες του κατέβηκαν με τα χέρια ψηλά. Είχαν μαζί τους φωτογραφικές μηχανές και μια κινηματογραφική μηχανή «Σόνυ». Δυο στρατιώτες έτρεξαν και τους ερεύνησαν. Δεν είχαν οπλισμό.
Ο έφεδρος αξιωματικός διαπίστωσε ότι ήταν Τούρκοι δημοσιογράφοι που ακολουθούσαν τον τουρκικό στρατό και ότι έχασαν τον προσανατολισμό τους και βρέθηκαν πίσω από τις γραμμές της Εθνικής Φρουράς.
Ο στρατιώτης που κρατούσε το Μπρεν και που λίγες ώρες πριν είδε το κορμί ενός συναδέλφου του στο φυλάκιό τους να κατατεμαχίζεται από βλήμα όλμου, άρχισε να φωνάζει προτάσσοντας το όπλο του.
-         Κάντε πίσω! Θα τους καθαρίσω όλους!
Ο έφεδρος αξιωματικός στάθηκε μπροστά στους δημοσιογράφους και προσπαθούσε να ηρεμήσει το στρατιώτη ενώ ταυτόχρονα έκανε νόημα στους στρατιώτες που ήταν πίσω του να ορμήσουν και να τον αφοπλίσουν. Έτσι και έγινε.
Μέτρησαν ξανά τους Τούρκους δημοσιογράφους και βρήκαν ένα λιγότερο.  Ένας απ΄ αυτούς μέσα σε κείνη την ακαταστασία και τις φωνές κατάφερε και το έσκασε. Τον έψαξαν για λίγο αλλά δεν τον βρήκαν. Με διαταγή του διοικητή ο έφεδρος αξιωματικός μετέφερε και παρέδωσε τους δημοσιογράφους στην έδρα του Τάγματος απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον στη Λευκωσία. Εκεί τους ανέκριναν και όπως έγινε γνωστό αργότερα τους άφησαν ελεύθερους.
                                            ***
Χρόνια μετά άνοιξε το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Ο έφεδρος αξιωματικός, πολίτης πια, μετέβη στο άλλο μισό της πόλης του και τα βήματά του τον έφεραν σε ένα δρόμο στην άλλη πλευρά των Κεντρικών Φυλακών, εκεί που ήταν το σπίτι του παιδικού του φίλου, του Μεμέτη.
Ο πατέρας του ήταν κτηνοτρόφος και ο πατέρας του Μεμέτη κτηνίατρος. Οι γονείς τους ήταν συνεργάτες και οικογενειακοί φίλοι. Βρίσκονταν συχνά στο σπίτι της μιας ή της άλλης οικογένειας και τα παιδιά που ήταν της ίδιας ηλικίας έγιναν καρδιακοί φίλοι.
Κτύπησε την πόρτα του σπιτιού, ενός σπιτιού κτισμένου τη δεκαετία του 50, με βεράντα μπροστα και τζαμαρία, χωρίς να ξέρει αν μετά από τόσα χρόνια ο φίλος του ο Μεμέτης έμενε ακόμη εκεί. Του άνοιξε ο ίδιος ο Μεμέτης. Κατάλαβε ο ένας τον άλλο αμέσως. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Κάθισε για καφέ που τον έφτιαξε η γυναίκα του φίλου του.
-         Ελληνικός ή τουρκικός ο καφές;
-         Κυπριακός!
Με την κουβέντα για πολλά και διάφορα μίλησαν και για το πού υπηρέτησαν στη διάρκεια του πολέμου. Ο Μεμέτης ήταν κι αυτός έφεδρος αξιωματικός στις τουρκοκυπριακές δυνάμεις και υπηρετούσε στις Χαμίτ Μάντρες. Οι δυο φίλοι ήταν αντιμέτωποι.
-         Σε κάποια φάση κινδύνεψα και έχασα δυο εθνοφρουρούς. Μας κτύπησαν εκεί που μεταφέραμε τα πυρομαχικά πίσω από τις γραμμές μάχης.
-         Σας κτυπούσαμε από τις Χαμίτ Μάντρες με πυρά όλμων.
-         Αποκτήσατε ευστοχία πυρός μετά που συλλάβαμε τους δημοσιογράφους …
-         Τους δημοσιογράφους; Πού ξέρεις εσύ για τους δημοσιογράφους;
-         Εγώ τους συνέλαβα και τους έσωσα τη ζωή από ένα στρατιώτη μου που ήθελε να τους καθαρίσει. Μας ξέφυγε ένας.
-         Αυτός που σας ξέφυγε ήταν αξιωματικός του στρατού και όταν επέστρεψε μας έδωσε ακριβείς τοποθεσίες και συντεταγμένες. Γι αυτό αποκτήσαμε ευστοχία. Μια ευστοχία που μπορούσε να στοιχίσει τη ζωή του φίλου μου.
Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του Μεμέτη που θα μπορούσε να είχε σκοτώσει το φίλο του …
Κ.Α.Χ.
12.11.2018



Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018

Μολότωφ

ΜΟΛΟΤΩΦ
Καταγόταν από φτωχή αλλά καλά συγκροτημένη οικογένεια. Οικογένεια που σεβόταν πολύ την εκκλησία και  πίστευε στα ιδανικά του Ελληνικού έθνους. Ο ίδιος πήγαινε από παιδί στην εκκλησία σχεδόν κάθε Κυριακή και λάμβανε μέρος σε όλες τις εκδηλώσεις που οργάνωνε η εκκλησία της ενορίας του. Συμμετείχε από μικρός στο κατηχητικό και όταν μεγάλωσε και πήγε στο Λύκειο βοηθούσε τον Αχιμανδρίτη που έκανε τα μαθήματα στο κατηχητικό.
Την ημέρα της απόβασης του τουρκικού στρατού στην Κύπρο έτρεξε από τους πρώτους να καταταγεί ως δεκανέας στη μονάδα του. Μιλούσε με εθουσιασμό στους άλλους στρατιώτες και τους ενθάρρυνε λέγοντάς τους ότι η «μητέρα πατρίδα» δε θα αφήσει μόνη την Κύπρο.
-         Χρωστούμε πολλά στην πατρίδα. Πρέπει να κάνουμε το χρέος μας ως Έλληνες. Ο Θεός είναι μαζί μας!
-         Ο Θεός είναι με τους δυνατούς, τον πείραξε κάποιος.
-         Γιατί να σκοτωθούμε εμείς; Ας πάνε οι πραξικοπηματίες που μας τους έφεραν, να τους διώξουν, πέταξε ένας άλλος.
-         Πρέπει να εκπληρώσουμε το χρέος μας τώρα και τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε για αργότερα!
Μετά την καταγραφή των στρατιωτών άρχισαν οι αξιωματικοί τους να μοιράζουν οπλισμό και πυρομαχικά. Μαρτίνια και κανένα οπλοπολυβόλο τύπου Μπρεν. Σε κάποια στιγμή τέλειωσαν τα όπλα και οι στρατιώτες διερωτούντο τι θα γίνει μ΄αυτούς. Ο λοχαγός έδωσε διαταγή να επιβιβαστούν όλοι σε δύο καμιόνια «Μπέντφορντ».
-          Όσοι δεν πήρατε όπλο θα πάρετε από ένα μπουκάλι γεμάτο βενζίνη βουλωμένο με ύφασμα και θα πάτε στην Κερύνεια να πυρπολήσετε τα άρματα  του εχθρού. Είναι βόμβες μολότωφ. Πολύ αποτελεσματικές και δοκιμασμένες.
-         Καλά πως θα προσεγγίσουμε τα άρματα; τόλμησε κάποιος να ρωτήσει.
-         Θα σας καλύπτουν όσοι πήραν όπλα κι εσείς θα πλησιάσετε τα άρματα και θα τους βάλετε φωτιά. Βεβαιωθείτε ότι έχετε μαζί σας σπίρτα ή αναπτήρα. Αν κάποιος δεν έχει να ζητήσει από αυτούς που έχουν όπλο.
Τα καμιόνια μέσω Κλεπίνης έφτασαν στην Κερύνεια και κατευθύνθηκαν προς τον Άγιο Γεώργιο. Εκεί κατέβηκαν οι στρατιώτες με διαταγή να οχυρωθούν ένθεν και ένθεν του δρόμου και να περιμένουν «τα άρματα του εχθρού να τα κάψουν». Μετά από λίγη ώρα και αφού άρχισαν να σκάβουν ορύγματα και να μαζεύουν πέτρες για να καλυφθούν πίσω από αυτές, τους εντόπισε η τουρκική αεροπορία και άρχισε να τους βάλλει. Οι στρατιώτες όταν είδαν τα δυο καμιόνια που τους μετέφεραν να τυλίγονται στις φλόγες άρχισαν να σκορπίζονται στα χωράφια άλλοι προς το βουνό και άλλοι προς τη θάλασσα. Στο μεταξύ στο βάθος του δρόμου εμφανίστηκαν δυο άρματα που τα ακολουθούσαν δυο μπουλούκια Τούρκων στρατιωτών.
Μαζί με άλλους οχτώ στρατιώτες κατάφεραν να φτάσουν μέχρι το χωριό. Ακροβολίστηκαν γύρω από ένα εξοχικό σπίτι και περίμεναν χωρίς κανένα σχέδιο. Από παντού ακούγονταν πυροβολισμοί και τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονταν  και γάζωναν ότι έβλεπαν στο έδαφος.
Όταν βράδυασε αποφάσισαν να σπάσουν την πόρτα και να μπουν στο σπίτι. Βρήκαν μερικά τρόφιμα και νερό. Αφού έφαγαν ότι βρήκαν ό δεκανέας όρισε φρουρούς και βάρδιες και μερικοί το έριξαν στον ύπνο.
Το φως της μέρας άρχισε να χαράζει όταν ο φρουρός φώναξε ψιθυριστά το δεκανέα και του είπε ότι είδε Τούρκους στρατιώτες να κυκλώνουν το σπίτι. Άρπαξαν τα όπλα τους και ταμπουρώθηκαν στα παράθυρα. Οι Τούρκοι τους εντόπισαν και κάτι τους φώναζαν χωρίς να ανοίξουν πυρ. Σε λίγο εμφανίστηκε και ένα άρμα το οποίο έριξε μια βολή, μάλλον προειδοποιητική.
Ο δεκανέας τότε τους είπε ότι δεν μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε με τα μαρτίνια  και τα λίγα πυρομαχικά που είχαν. Πρότεινε να παραδοθούν, όσοι φυσικά το ήθελαν. Πήρε ένα άσπρο σεντόνι από ένα κρεβάτι του σπιτιού , το κρέμασε σε ένα σκουπόξυλο και το ανέμισε από την πόρτα βγαίνοντας με τα χέρια ψηλά. Τον ακολούθησαν και οι άλλοι.
Οι Τούρκοι στρατιώτες τους άρπαξαν και τους έριξαν στο έδαφος. Όταν βεβαιώθηκαν ότι δεν υπήρχαν άλλοι στρατιώτες στο σπίτι, τους έσπρωξαν μέσα σε άνα δωμάτιο και τους διέταξαν κτυπώντας τους να βγάλουν τα άρβιλα και να γυμνωθούν από τη μέση και πάνω. Τους κλείδωσαν στο δωμάτιο και πρόσεξαν ότι φρουρούσαν  την πόρτα και το παράθυρο του δωματίου. Τους άφησαν εκεί μέχρι που βράδιασε οπότε ένας Τούρκος στρατιώτης τους έφερε  ένα τενεκέ με νερό. Το πρωί τους έριξαν μερικά παξιμάδια και μπισκότα που από την ετικέτα φάνηκε ότι ήταν μάλλον από το παντοπωλείο του χωριού το οποίο θα άνοιξε ο τουρκικός στρατός. Μετά από καμμιά βδομάδα κάτω από αυτές τις συνθήκες άκουσαν τη μηχανή ενός φορτηγού έξω από το σπίτι.
Οι Τούρκοι τους έβγαλαν έξω και τους έδεσαν τα χέρια πισθάγκωνα με σύρμα και τα μάτια με ρούχο. Κτυπώντας τους και σπρώχνοντάς τους, τούς στοίβαξαν στο φορτηγό το οποίο ήταν ήδη γεμάτο και με άλλους αιχμαλώτους. Τους μετέφεραν στο γκαράζ Παυλίδη στη Λευκωσία και μετά από μερικές μέρες πίσω στην Κερύνεια και από εκεί στις φυλακές των Αδάνων …
                                                          ***
Ήταν Χριστούγεννα τρία χρόνια μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο  στο φοιτητικό εστιατόριο στην Αθήνα. Ο δεκανέας όταν αποστρατεύτηκε πήγε για πουδές στο Πολυτεχνείο. Εκεί είδε κάποιο που του θύμιζε ένα συστρατιώτη του στον πόλεμο.
-         Μαζί δεν είμασταν σ΄εκείνο το σπίτι στον Άγιο Γεώργιο;
-         Ναι βρε, τι γίνεσαι;
-         Καλά είμαι. Δε μου λες πόσα άρματα έκαψες με τις μολότωφ;
-         Εκεί δεν έριξα ούτε μια. Τις ρίχνω τώρα μαζεμένες κάθε επέτειο του Πολυτεχνείου και καίω καλάθους των σκουπιδιών!
Κ.Α.Χ.
6.11.2018

-          

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Το τάμα

ΤΟ ΤΑΜΑ
Όταν έγινε γτνωστή η τουρκική απόβαση στο Πέντε Μίλι της Κερύνειας έτρεξε από τους πρώτους να καταταγεί στη μονάδα του στη Λευκωσία Εκεί του έδωσαν ένα «μαρτίνι» και μια τελαμώνα σφαίρες. Μαζί με άλλους στάληκε να πολεμήσει στην «Πράσινη γραμμή» στο Καϊμακλί. Τοποθετήθηκε στο φυλάκιο του Ψωμά το οποίο πήρε το όνομά του από τις διακοινοτικές ταραχές του 1964.  Ήταν το σπίτι του ψωμά της περιοχής . Εκεί ήταν και ο φούρνος του που συνέχιζε να ψήνει ψωμιά μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974. Μόνο ένας δρόμος χώριζε το φυλάκιο της Εθνικής Φρουράς από το τούρκικο.
Η ανταλλαγή πυροβολισμών στην «Πράσινη γραμμή» είχε αρχίσει από την πρώτη μέρα της εισβολής και τη ρήψη Τούρκων αλεξιπτωτιστών στον κάμπο του κιόνελι, νότια του Δικώμου. Σποραδικά συνεχιζόταν η ανταλλαγή πυρών, κάποτε έντονα και κάποτε πιο χαλαρά. Όταν όμως προωθήθηκαν Τούρκοι στρατιώτες από την περιοχή του Κιόνελι οι μάχες εντάθηκαν και αγρίεψαν. Οι κάτοικοι της περιοχής, σχεδόν όλοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους προς τα νότια προάστεια της Λευκωσίας.
Εκείνη τη μέρα εκτός από πυρά από πυροβόλα όπλα οι Τούρκοι άρχισαν να βάλλουν και με όλμους. Οι μάχες ήταν σκληρές και άγριες, κόλαση πυρός όπως λέγεται συνήθως. Είχαν ήδη ένα νεκρό και ένα τραυματία.
Όταν σταμάτησαν τα πυρά του εχθρού ο ομαδάρχης που ήταν υπεύθυνος του φυλακίου τον έστειλε να πάει στην έδρα του λόχου να φέρει λίγα τρόφιμα για τους στρατιώτες. Η έδρα του λόχου βρισκόταν σε ένα δρόμο που ξεκινούσε από τον Πεντάδρομο και έφτανε μέχρι το μοναστήρι των καλογραιών, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Όταν πλησίασε  στο μοναστήρι πρόσεξε ότι οι καλόγριες δεν το είχαν εγκαταλείψει όπως οι υπόλοιποι κάτοικοι της περιοχής. Μπήκε μέσα και έτρεξε προς το εκκλησάκι. Έκανε το σταυρό του και προσευχήθηκε
-         Απόστολε Αντρέα μου, βοήθησε με να βγω ζωντανός απ΄αυτή την κόλαση και θα έρθω στο μοναστήρι σου να ανάψω λαμπάδα ίσα με το μπόι μου.
Δεν ξέρει να εξηγήσει γιατί επικαλέστηκε τον απόστολο Αντρέα εκείνη τη στιγμή. Ίσως γιατί τον έλεγαν Αντρέα, ίσως γιατί στη γωνία της εκκλησίας είδες την εικόνα του Πρωτόκλητου, ίσως γιατί είχε το όπλο του χιαστί την ώρα που έκανε το σταυρό του …
Βγήκε από την εκκλησία. Οι καλόγριες του έψησαν καφέ. Τον ήπιε βιαστικά και έτρεξε στην έδρα του λόχου για να πάρει τρόφιμα στους στρατιώτες του φυλακίου του. Ενώ ήταν εκεί δυο βλήματα όλμου έπεσαν κοντά στην έδρα. Ευτυχώς κανένας δεν έπαθε τίποτα.
Οι σκληρές μάχες συνεχίστηκαν μέχρι τον Αύγουστο όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Αμμόχωστο. Ο λόχος του Αντρέα κράτησε τις θέσεις του και οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να προελάσουν προς την κατοικημένη περιοχή του Καϊμακλίου.
Ο Αντρέας αποστρατευτηκε. Το μοναστήρι όμως του Αποστόλου Ανδρέα ήταν κατεχόμενο και απροσπέλαστο ….
                                                       ***
Πολλά χρόνια μετά στην Αδελαίδα της Αυστραλίας ο Αντρέας καθόταν στο σπίτι του και παρακολουθούσε τηλεόραση. Από τις ειδήσεις, τα braking news απ΄όπου έμαθε ότι άνοιξε το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας και ότι επιτρεπόταν στους Ελληνοκύπριους να επισκεφθούν τα κατεχόμενα.
-         Γυναίκα πάω να βγάλω εισιτήρια για την Κύπρο.
-         Πώς έτσι ξαφνικά;
-         Μη ξεχνάς ότι έχω ένα τάμα να ξεπληρώσω. Λαμπάδα στον Απόστολο Αντρέα!
                                                                ***
Μια βδομάδα μετά ο Αντρέας κι η γυναίκα του επιβιβάζονταν σε ένα αυτοκίνητο ενοικιάσεως στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Στη Λάρνακα έκαναν σταθμό σε ένα κατάστημα με κεριά.
-         Ηρθα για τη λαμπάδα που σου παράγγειλα τηλεφωνικά από την Αυστραλία. Βάλε την δίπλα μου να μετρηθούμε. Σου είπα 1.75 μέτρα, όσο το μπόι μου..
Σε τέσσερις περίπου ώρες ο Αντρέας έμπαινε στο μοναστήρι του Αποστόλου Αντρέα. Έκανε το σταυρό του και προσευχήθηκε.
-         Σ΄ ευχαριστώ Απόστολε Αντρέα μου!
Κ.Α.Χ.
5.11.2018
-          

.