Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Το σκυλάκι της κυρίας Λερουάν

Ιστορίες του Αγώνα (3)
ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΛΕΡΟΥΑΝ
Ο συνταγματάρχης Antony McNoel κάθε Σάββατο λίγο πριν τις έντεκα το βράδυ ανέβαινε πηδηχτά τα σκαλιά της λέσχης απέναντι από τον προμαχώνα του δημαρχείου Λευκωσίας. Ήταν ψηλός, λεπτός αλλά γεροδεμένος και ελκυστικός με την κορμοστασιά του και με τη συμπεριφορά του ανάμεσα στην αριστοκρατία της πόλης, αγγλικής και ντόπιας παρόλο που πλησίαζε  στα εξήντα. Είχε υπηρετήσει στην Ινδία όπου έχασε από ανίατη ασθένεια την αγαπημένη του σύζυγο Elaine. Ένα χρόνο πριν την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ στη νήσο Κύπρο πήρε μετάθεση για το νησί και συμπεριφερόταν «ως εύθυμος χήρος» τον οποίο αποκαλούσαν “Tony the duke of Nicosia”.
Στη λέσχη τα  βράδια του Σαββάτου κατέφθανε με το αυτοκίνητο του, ένα Morris Oxford, που οδηγούσε  ένας Ινδός που είχε φέρει μαζί του όταν μετατέθηκε στο νησί. Το αυτοκίνητο σταματούσε μπροστά από τα σκαλιά της λέσχης και ο οδηγός καθόταν μέσα και περίμενε τον master του, όπως τον προσφωνούσε να κατέβει για να τον πάει στο σπίτι του για ύπνο. Πολλές φορές ο οδηγός κοιμόταν στο αυτοκίνητο περιμένοντας ...
Ο συνταγματάρχης έμπαινε στη λέσχη και προσέγγιζε τον πάγκο του μπαρ, λέγοντας στο σερβιτόρο:
-          Ένα διπλό ουίσκι, George!
-          Yes sir!
Άδειαζε το ποτήρι του με μια γουλιά και παράγγελλε:
-          George, another one!
-          Yes sir!
Έπαιρνε το ποτήρι του και κατευθυνόταν προς το βάθος του σαλονιού. Άνοιγε μία πόρτα βαμμένη στο ίδιο χρώμα με τον τοίχο –μόλις που ξεχώριζες ότι υπήρχε εκεί πόρτα— και έμπαινε στο δωμάτιο με την πράσινη τσόχα. Γύρω από το στρογγυλό τραπέζι κάθονταν ήδη περιμένοντας το συνταγματάρχη, τρία άτομα. Ο Βασίλη Λαβόντιεφ, ένας χοντρός, ψηλός, φαλακρός Λευκορώσος με μεγάλο άσπρο μουστάκι που είχε μεταναστεύσει στο νησί μετά από την επανάσταση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, φέρνοντας μαζί του μεγάλη ποσότητα χρυσού. Η Καταλίνα Σερελέμ, μια ηλικιωμένη Ουγγαρέζα, δεξιοτέχνης στο πιάνο και ιδιοκτήτρια δύο καμπαρέ στη Λευκωσία. Τρίτη της παρέας ήταν η κυρία Σούζαν Λερουάν, χήρα ενός Γάλλου μεγαλέμπορα από την Αλεξάνδρεια η οποία μετά το θάνατο του συζύγου της εγκαταστάθηκε στο νησί μαζί με ένα μελαψό Αιγύπτιο υπηρέτη, τον εραστή της όπως τον αποκαλούσαν οι κακές γλώσσες της υψηλής κοινωνίας της Λευκωσίας.
Ο συνταγματάρχης μπαίνοντας στην αίθουσα με την πράσινη τσόχα αφού άφηνε το ποτήρι με το ουίσκι στη θέση του, φιλούσε το χέρι των κυριών και χαιρετούσε στρατιωτικά το Λευκορώσο, κτυπώντας μάλιστα διακριτικά τα παπούτσια του στο ξύλινο πάτωμα όπως κάνουν οι στρατιωτικοί. Στη συνέχεια άρχιζαν το παιγνίδι το οποίο τέλειωναν μεταξύ τρείς και τέσσερεις η ώρα το πρωί. Κάθε Σαββατόβραδο στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα στη λέσχη απέναντι από το δημαρχείο της Λευκωσίας «άλλαζαν χέρια» κάπου εκατό λίρες, ποσό όχι ευκαταφρόνητο για την εποχή.
Ο συνταγματάρχης και μετά την έναρξη του αγώνα των Κυπρίων εξακολουθούσε κάθε Σάββατο βράδυ να πηγαίνει στη λέσχη. Η μόνη διαφορά ήταν ότι το δικό του αυτοκίνητο τώρα συνόδευε και ένα στρατιωτικό όχημα Land Rover, με δύο ένοπλους Άγγλους στρατιώτες.

                                                                       ***

Ήταν Σάββατο βράδυ δυο μέρες πριν την πρωτοχρονιά του 1957 όταν λίγο πριν τις έντεκα το βράδυ κατέφθασε στη λέσχη ο ταγματάρχης Antony McNoel. Ο Ινδός οδηγός του άνοιξε την πόρτα και εκείνος ανέβηκε πηδηχτά τα σκαλοπάτια και πήγε κατευθείαν στο μπαρ όπως πάντοτε συνήθιζε. Αυτή τη φορά δεν ήπιε το ουίσκι του σε μια γουλιά αλλά σε δύο. Στο ενδιάμεσο θυμήθηκε το λοχαγό Mike Perkins τον οποίο συναντούσε που και που στο μπαρ της λέσχης πριν μετατεθεί στη Μάλτα. Θυμήθηκε το στοίχημα που κέρδισε το Mike και του πλήρωσε δυο διπλά ουίσκι. Του είχε πει τότε:
-          Mike, ξέρεις πόσα είναι τα σκαλιά της εισόδου της λέσχης;
-          Όχι συνταγματάρχα!
-          Πήγαινε να τα μετρήσεις και γύρνα πίσω!
Ο λοχαγός βγήκε έξω και επέστρεψε σε λίγο στο μπαρ.
-          Πόσα είναι τα σκαλιά;
-          Δεκατέσσερα συνταγματάρχα!
-          Πάμε να τα μετρήσουμε μαζί και αν έχεις λάθος μου πληρώνεις δύο ουίσκι. Αν έχεις δίκαιο σου πληρώνω εγώ τέσσερα!
Βγήκαν έξω και ο ταγματάρχης οδήγησε το λοχαγό στην αριστερή πλευρά των σκαλιών.
-          Ανέβα και μέτρα !
Ο λοχαγός κατέβηκε και ανέβηκε και πάλι μετρώντας τα σκαλιά.
-          Πόσα;
-          Δεκαπέντε συνταγματάρχα!
Έτσι κέρδισε το στοίχημα ο συνταγματάρχης. Λόγω της κατωφέρειας του δρόμου τα σκαλιά στα δεξιά ήταν δεκατέσσερα και στα αριστερά δεκαπέντε.
Με αυτή τη σκέψη ο συνταγματάρχης κατέβασε τη δεύτερη γουλιά του ουίσκι του, πήρε το δεύτερο και χάθηκε πίσω από την πόρτα του δωματίου με την πράσινη τσόχα.
Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα ένας λοχίας του Αγγλικού στρατού μπήκε τρέχοντας στη λέσχη αναζητώντας το συνταγματάρχη Antony McNoel.  Ο σερβιτόρος του μπαρ τον οδήγησε στο δωμάτιο με την πράσινη τσόχα και ο λοχίας αφού χαιρέτησε στρατιωτικά είπε με τρεμάμενη φωνή:
-          Κύριε, πρέπει να εκκενώσετε το κτήριο. Από στιγμή σε στιγμή θα εκραγεί βόμβα! Μας έδωσε αυτή την πληροφορία η Intelligence Service.
Βγήκαν όλοι τρέχοντας έξω και πέρασαν στο απέναντι πεζοδρόμιο του δημαρχείου Λευκωσίας. Την ώρα που ο ταγματάρχης ετοιμαζόταν να μπει στο αυτοκίνητό του και να φύγει τον πλησίασε η κυρία Σούζαν Λερουάν και του είπε:
-          Στρατηγέ μου το σκυλάκι μου είναι μέσα δεμένο με λουρί στο πόδι του τραπεζιού.
Ο συνταγματάρχης Antony McNoel έτρεξε απέναντι και ανέβηκε τρία-τρία τα δεκατέσσερα ή δεκαπέντε σκαλιά της λέσχης. Σε λίγο ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη και ο χώρος γέμισε σκόνη και καπνούς. Όταν κατακάθισε η σκόνη είδαν το συνταγματάρχη να κατεβαίνει σκονισμένος ένα-ένα τα σκαλιά της λέσχης κρατώντας στην αγκαλιά του το κάτασπρο, σκονισμένο κι αυτό, σκυλάκι της κυρίας Σούζαν Λερουάν!
Κ.Α.Χ.

3.9..2015 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ζεστός καφές

Ιστορίες του Αγώνα (2)
Ο ΖΕΣΤΟΣ ΚΑΦΕΣ
Ήταν μια βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1957. Παρόλο το κρύο υπήρχε αρκετός κόσμος στην οδό Λήδρας στη Λευκωσία που έκανε, έστω και με τα λίγα χρήματα που διέθετε τα χριστουγεννιάτικα ψώνια του. Η βροχή είχε σταματήσει και πλήθαιναν οι διαβάτες στους δρόμους όταν στην αρχή της οδού Λήδρας ακούστηκε μια έκρηξη όχι πολύ δυνατή. Ο κόσμος έτρεχε να απομακρυνθεί λέγοντας ότι κάποιος νεαρός, προφανώς αγωνιστής της Οργάνωσης, έριξε μια χειροβομβίδα σε ένα στρατιωτικό όχημα Land Rover που ήταν σταθμευμένο εκεί. «Ευτυχώς δεν υπάρχουν θύματα» είπε κάποιος που έτρεχε ανάμεσα στο πλήθος που απομακρυνόταν για να αποφύγει ενδεχόμενη σύλληψη από τις «δυνάμεις ασφαλείας» που σύντομα θα κατέφθαναν εκεί και θα απέκλειαν την περιοχή για διεξαγωγή ερευνών. Τότε εξαιτίας κάποιου τέτοιου επεισοδίου μπορεί να κατέληγες σε κάποιο από τα κρατητήρια για μήνες μέχρι να αποφασίσουν να σε αφήσουν ελεύθερο.
Σε μια πάροδο της οδού Λήδρας, στη Θεμιστοκλή Δέρβη, ένας νεαρός, ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών, άνοιξε βιαστικά την πόρτα του καφενείου, κοίταξε ανήσυχα δεξιά-αριστερά προτού την κλείσει πίσω του και πλησίασε κοντά σε μια σιδερένια σόμπα που έκαιγε ξύλα ζεσταίνοντας τους πέντε-έξι ηλικιωμένους θαμώνες του καφενείου. Κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στους άλλους θαμώνες και είπε στον καφετζή που ήταν πίσω από τον πάγκο:
-          Ένα μάλλον γλυκύ, παρακαλώ.
-          Έφτασε!
Ο νεαρός έβγαλε από την τσέπη ένα άσπρο μαντηλάκι στο οποίο κάποιος θα μπορούσε να διαβάσει τα αρχικά Μ.Κ. κεντημένα καλλιγραφικά με κόκκινη κλωστή, και άρχισε να σκουπίζει τα παπούτσια του πάνω και κάτω, προφανώς για να μη φαίνεται ότι ήταν έξω στο βρεγμένο από τη βροχή δρόμο. Όταν τέλειωσε έριξε το μαντηλάκι στη φωτιά της ξυλόσομπας. Οι άλλοι θαμώνες τον κοιτούσαν χωρίς να πουν οτιδήποτε παρά μόνο δυο απ’ αυτούς συνέχιζαν την παρτίδα ταβλιού και οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον σχολιάζοντας που και που το παιγνίδι, ξέροντας όλοι καλύτερα τις κινήσεις που έπρεπε να κάνουν οι παίκτες απ’ ότι οι ίδιοι.
Μόλις ο καφετζής άφησε τον καφέ του νεαρού σε ένα τραπεζάκι δίπλα του άνοιξε με θόρυβο η πόρτα του καφενείου και μπήκε μέσα με το πιστόλι στο χέρι ο λοχαγός Patrick Rayan και από πίσω του τρεις άλλοι Άγγλοι στρατιώτες με το χέρι στη σκανδάλη.
-          Ποιος μπήκε εδώ πριν λίγο; Ρώτησε ο λοχαγός τον καφετζή που είχε επιστρέψει στον   πάγκο του.
-          Κανένας! Έχει αρκετή ώρα να μπει πελάτης στο καφενείο μου!
-          Είσαι βέβαιος;
-          Όπως με βλέπεις και σε βλέπω!
Οι υπόλοιποι θαμώνες δεν αναμείχθηκαν στο διάλογο και συνέχισαν να παίζουν τάβλι με χαμηλόφωνα όμως τώρα τα σχόλιά τους. Ο λοχαγός πλησίασε στο τραπεζάκι όπου ήταν ο καφές του νεαρού και άγγιξε το φλιτζανάκι. Ήταν ζεστό.
-          Να σας ψήσω ένα καφέ; ρώτησε ο καφετζής το λοχαγό.
-          Όχι ευχαριστώ, απάντησε αυτός.
Ο λοχαγός κοίταξε το νεαρό και πάλι που κοίταζε ανήσυχα προς τη σόμπα προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία του. Σε κάποια στιγμή το βλέμμα του νεαρού και του λοχαγού διασταυρώθηκαν.
-          Πιες τον καφέ σου, μην κρυώσει! Είπε ο λοχαγός στο νεαρό που τα είχε χαμένα.
Ο λοχαγός ξανακοίταξε το νεαρό και γύρισε προς τους στρατιώτες που το συνόδευαν:
-          Εμπρός πάμε! Δεν υπάρχει τίποτα εδώ!
Μόλις έφυγε ο λοχαγός και οι στρατιώτες του, ο νεαρός ήπιε μια γουλιά καφέ και αναστέναξε βαθειά. Οι άλλοι θαμώνες συνέχισαν να παίζουν τάβλι χωρίς να πουν λέξη για το επεισόδιο.

                                                                         ***

Πριν τρεις μέρες ο λοχαγός Patrick Rayan είχε πάρει ένα γράμμα από τη γυναίκα του Sara από το Μπέλφαστ. Έγραφε λοιπόν η Sara στον Patrick από το Μπέλφαστ:
«Μπέλφαστ
18.12.1957
Αγάπη μου,
Κι αυτά τα Χριστούγεννα θα τα περάσουμε μακριά ο ένας από τον άλλο! Παρακαλώ το Θεό και το Χριστούλη που θα γεννηθεί και φέτος στην ταπεινή φάτνη στο σπήλαιο της Βηθλεέμ –αλήθεια πόσο κοντά είναι η Κύπρος στη Βηθλεέμ— να τελειώσει αυτή η κατάσταση στην Κύπρο και «αυτά να είναι τα τελευταία Χριστούγεννα που περνούμε χώρια».
Την περασμένη Κυριακή, όπως σου είχα γράψει στο προηγούμενο μου γράμμα, πήγα στο Λονδίνο και επισκέφθηκα τον αδελφό μου Neal που κρατούν οι Άγγλοι στις φυλακές Barnsbury. Είναι καλά, όσο μπορεί ένας άνθρωπος να είναι καλά κλεισμένος στη φυλακή και σου στέλλει τα χαιρετίσματά και την αγάπη του παρόλο που μου τόνισε ότι αυτός αγωνίζεται για την υπόθεση της Ιρλανδίας ενώ εσύ υπηρετείς τους Άγγλους. Μη θυμώσεις σε παρακαλώ, ξέρεις εσύ τον Neal. Μου είπε ότι στις φυλακές του ….. κρατάνε μαζί τους και κάποιους τρομοκράτες από την Κύπρο, πατριώτες, μού τους είπε, ξέρεις εσύ τον Neal.
Μου είπε επίσης ότι περνάνε καλά μαζί τους και ότι έχουν ως κοινό εχθρό τους Άγγλους. Μάλιστα μου είπε ότι είναι καλοί άνθρωποι και ότι κάνει ιδιαίτερη παρέα με κάποιο που τον λένε Πατρίκιο, Patrick δηλαδή όπως εσένα. Αυτός ο Κύπριος Patrick έφτιαξε λέει από καλάμι ένα μουσικό όργανο, κάτι σαν φλάουτο και παίζει μ’ αυτό μουσική της πατρίδας του και τους διασκεδάζει. Τους τραγουδά επίσης κάτι τραγούδια της Κύπρου.
Patrick, σε κούρασα με τον αδελφό μου το Neal και τους Κύπριους συγκρατούμενους του. Τί να κάνω όμως; Αυτά είναι τα νέα μου. Χωρίς εσένα η ζωή μου δεν έχει κανένα ιδιαίτερο νόημα γι αυτό και παρακαλώ συνέχεια το θεό να δώσει να είναι αυτά τα τελευταία Χριστούγεννα που περνάμε ο ένας μακριά από τον άλλο.
Με όλη μου την αγάπη
Sara
ΥΓ Πολλά φιλιά»
Αυτά σκεφτόταν ο λοχαγός Patrick Rayan την ώρα που άγγιξε το φλιτζανάκι του καφέ του νεαρού σ’ εκείνο το καφενείο της οδού Θεμιστοκλή Δέρβη στην παλιά Λευκωσία και το βρήκε ζεστό!
Κ.Α.Χ.
2.9.2015


Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Η φαλακρή κούκλα

Η ΦΑΛΑΚΡΗ ΚΟΥΚΛΑ
Αυτή την περίοδο των εκπτώσεων και των ξεπουλημάτων πολλά καταστήματα βάζουν στις βιτρίνες τους κούκλες χωρίς μαλλιά, φαλακρές, με μια φανελίτσα με την ένδειξη SALE. Όποτε περάσω από ένα τέτοιο κατάστημα έρχεται στη μνήμη μου μια κούκλα της κατά δύο χρόνια μικρότερης αδελφής μου. Μια θεία μας είχε έρθει από τη Νότια Αφρική όπου είχε μεταναστεύσει, και έφερε δώρο στην αδελφή μου μια κούκλα. Μια πολύ όμορφη κούκλα (κούκλα η κούκλα που λέμε!) με πολύ ωραίο πρασινωπό φόρεμα με δαντέλες και καπέλο ασορτί. Όταν όμως της έβγαζες το καπέλο δεν είχε μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού της πράγμα που με στεναχωρούσε αφάνταστα γιατί δεν ήθελα να βλέπω μια τόσο ωραία κούκλα να είναι φαλακρή!
Το πέρασμα έξω από κάποιο κατάστημα με φαλακρές κούκλες φέρνει στο νου μου επίσης μια φωτογραφία από τις τραγικές εκείνες μέρες του Καλοκαιριού του 1974. Μια μαυροφορεμένη γιαγιά μπροστά από ένα αντίσκηνο κρατά από το χέρι ένα ξυπόλυτο μικρό ξανθό κοριτσάκι ηλικίας περίπου τεσσάρων χρόνων. Στο άλλο χέρι το κοριτσάκι κρατά μια μικρή κούκλα. Μια γυμνή φαλακρή κούκλα! Σήμερα το κοριτσάκι της φωτογραφίας πρέπει να είναι σαράντα πέντε χρόνων περίπου και αν δε μετανάστευσε εκτός Κύπρου πρέπει να ζει στις ελεύθερες περιοχές να έχει κάνει οικογένεια και να έχει τα δικά της μεγάλα πια παιδιά. Σε λίγα χρόνια ίσως τα δικά της εγγόνια να κρατάνε κούκλες, ελπίζω όχι φαλακρές.
                                                                          ***
Ψες καθόμουνα με παρέα σε καφετέρια της Λευκωσίας όπου άλλοι απολάμβαναν παγωμένους καφέδες και άλλοι μπίρες Stella Artois. Η κουβέντα το έφερε, πού αλλού, στο Κυπριακό, οπότε κάποιος είπε:
-          Αν βρεθεί λύση πόσους δημάρχους θα έχει η Λευκωσία;
-          Τι εννοείς;
-          Θα πρέπει να έχει ένα δήμαρχο! Και αν θέλει να βάλει υποψηφιότητα και ένας Τ/Κ και αν τον ψηφίσουν οι δημότες, ένας άνθρωπος μία ψήφος, να γίνει δήμαρχος!
-          Πιστεύεις δηλαδή ότι οι Ε/Κ με τα σημερινά δεδομένα και στις επόμενες μερικές δεκαετίες θα ψήφιζαν ένα Τ/Κ για δήμαρχο της πρωτεύουσας;
-          Μπορεί!
-          Εσείς στο δικό σας κόμμα θέλετε μόνο το «δικό σας» και όχι τον «δικό των άλλων» και μου λες μπορεί;
-          Άλλο το κόμμα!
-          Εξάλλου ξέρεις ότι στη Λευκωσία σήμερα υπάρχουν εφτά δήμοι και δε μας πειράζει και δεν θα μπορούσαμε να δεχτούμε ακόμη ένα ή δύο Τ/Κ δήμους;

                                                   ***
Μερικές φορές όταν ακούω συνομιλητές μου να μιλούν για δημοκρατία, για μειοψηφίες και πλειοψηφίες, για ένα άνθρωπο μια ψήφο, για ανθρώπινα δικαιώματα κλπ, τα οποία φυσικά αντιλαμβάνονται λες και ζουν μόνοι τους σ’ αυτό το πολυβασανισμένο νησί, λες και θα λύσουν το Κυπριακό χωρίς να υπάρχει άλλη πλευρά και μια Τουρκία που κατέχει το 37% των εδαφών μας, διερωτώμαι αν θα ξαναδώ κάποιο κοριτσάκι με φαλακρή κούκλα στο χέρι …

Κ.Α.Χ.
21.8.2015

   

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Παραλαβή επιβατών

ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΕΠΙΒΑΤΩΝ
Κτύπησε το κινητό μου και ευτυχώς έτυχε να τα έχω δίπλα μου και το απάντησα. Ήταν ο φίλος μου ο Βάκης που μου είπε:
-          Μπράβο ταχύτητα! Πρώτη φορά μου απαντάς τόσο γρήγορα το τηλέφωνο για να μην πω πρώτη φορά μου απαντάς το τηλέφωνο!
-          Είσαι τυχερός που έτυχε να είναι δίπλα μου! Ακούω!
-          Αν απόψε δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις έλα μαζί μου στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Θα πάω να παραλάβω την κόρη μου που ήταν διακοπές στο Λονδίνο και μετά πάμε για μπύρες στην παλιά Λευκωσία.
-          Τι ώρα φτάνει;
-          Στις εννέα και τέταρτο.
-          Ωραία, έλα στις εννέα και τέταρτο από το σπίτι μου να με πάρεις!
-          Στις εννέα και τέταρτο; Θα έρθω στις οκτώ και μισή!
-          Μα αφού φτάνει στις εννέα και τέταρτο μου είπες. Τι θα κάνουμε στο αεροδρόμιο; Το αεροπλάνο θα προσγειωθεί, αν δεν έχει καθυστέρηση, στις εννέα και τέταρτο. Μέχρι να τροχοδρομήσει, να κατέβουν οι επιβάτες, να περάσουν από έλεγχο διαβατηρίων ή ταυτοτήτων, να φτάσουν οι αποσκευές τους, να τις παραλάβουν και να βγουν έξω θα περάσει τουλάχιστο μισή ώρα. Σε μισή ώρα, αν φύγουμε στις εννέα και τέταρτο θα είμαστε εκεί και θα την παραλάβουμε!
-          Ναι αλλά δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί!
-          Τι να συμβεί; Τηλέφωνο έχει και θα σου τηλεφωνήσει μόλις φτάσει! Το πολύ-πολύ αν βγει πρώτη και αν η βαλίτσα της έρθει πρώτη στον ιμάντα αποσκευών, να περιμένει πέντε λεπτά!
-          Στις οκτώ και μισή θα είμαι εκεί! Να είσαι έτοιμος μην αργήσουμε!
Ο Βάκης πράγματι ήρθε στις οκτώ και μισή. Του είπα να κατέβει και είχα καφέ στην καφετιέρα αλλά ούτε που ήθελε να ακούσει. Μπήκα στο αυτοκίνητο και στις εννέα και πέντε ήμασταν στο αεροδρόμιο Λάρνακας στο χώρο σύντομης στάσης για παραλαβή επιβατών. Σταμάτησε τριπλοπαρκάροντας αλλά να ο υπάλληλος του αεροδρομίου που ρυθμίζει την τροχαία να ρωτά με ποια πτήση θα φτάσει ο επιβάτης που θα παραλάβουμε. Όταν του εξήγησε ο Βάκης μας έδιωξε και μας είπε να επιστρέψουμε σε τρία τέταρτα της ώρας. Θα πρέπει να δώσαμε δέκα γύρους περνώντας από το σημείο παραλαβής και να σταθμεύσαμε τρεις-τέσσερεις φορές εμποδίζοντας την τροχαία μέχρι που να παραλάβουμε την κόρη του Βάκη η οποία μας έστησε και πέντε λεπτά εκεί μπροστά στο χώρο παραλαβής μέχρι να αποχωριστεί τους φίλους της με τους οποίους συνταξίδεψε.
Φτάσαμε στη Λευκωσία, αφήσαμε την κόρη του Βάκη στο σπίτι και πήγαμε για μπύρες σε ένα μπαράκι στην Ονασαγόρου. Το ρίξαμε στη μπύρα «Φιξ» που δυστυχώς ήταν σε κανονικό μπουκαλάκι και όχι σε βαρελωτό!
-          Βάκη τί σου έλεγα για το αεροδρόμιο; Άλλη φορά να αναχωρείς από τη Λευκωσία την ώρα άφιξης της πτήσης για να μην ταλαιπωρείσαι! Αν το έκαναν αυτό όλοι όσοι πηγαίνουν για να παραλάβουν επιβάτες δε θα σημειωνόταν τόσος συνωστισμός και τόσοι διαπληκτισμοί με τους υπαλλήλους του αεροδρομίου που ρυθμίζουν την τροχαία εκεί!
Κ.Α.Χ.

20.8.2015

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Επιάναν τα νερά

ΕΠΙΑΝΑΝ ΤΑ ΝΕΡΑ
Με το συμφοιτητή μου Γιάννη Τ. από το Καπνοχώρι της Κοζάνης, Ποντιακής καταγωγής, που σήμερα είναι καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπως και ο επίσης συμφοιτητής μας Γιάννης Π., εκ Πελοποννήσου ορμώμενος, συναντηθήκαμε στο υπόγειο φοιτητικό εστιατόριο για δείπνο και για να τα πούμε, πηγαίνοντας αργότερα σε άλλο εστιατόριο για κανένα κρασάκι. Είχα φτάσει πρώτος εκεί και κράτησα μια θέση και γι αυτόν. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να καθίσει και μου λέει:
-          Να σε ρωτήσω κάτι φίλε Κώστα;
-          Ναι ότι θέλεις
-          Δε μου λες στην Κύπρο λέτε «επιάναν τα νερά»;
-          Ναι υπάρχει στη διάλεκτο αυτή η φράση.
-          Και τι σημαίνει «επιάναν τα νερά»;
-          Έβρεχε ή άρχισε να βρέχει.
-          Τώρα μάλιστα, καταλαβαίνω!
-          Τι καταλαβαίνεις;
-          Χτες το απόγευμα συμφώνησα με την Παναγιώτα την Κυπριοπούλα να συναντηθούμε στην καφετέρια στο κέντρο της πόλης να πάμε μαζί να αγοράσω κάτι σεντόνια που ήθελα. Την περίμενα λοιπόν εκεί στις πέντε η ώρα …
-          Και σε έστησε;
-          Όχι!  Ήρθε αλλά με καθυστέρηση μιας ώρας και μου είπε: «Με συγχωρείς Γιάννη για την καθυστέρηση αλλά επιάναν τα νερά». Και εγώ ρε παιδί μου δεν τη ρώτησα να μου εξηγήσει τι εννοεί και έσπαγα το μυαλό μου να καταλάβω τι θέλει να πει. Διερωτόμουνα ποιος έπιανε τα νερά; Ποιά νερά; Τι σχέση έχουν τα νερά μαζί μας;
-          Να θυμάσαι Γιάννη μου τη «Βαβυλωνία» του Δημήτριου Βυζαντίου και να ρωτάς να μαθαίνεις! Εξάλλου ρωτώντας πας στην πόλη!

Κ.Α.Χ.

 14.8.2015

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Ανέκδοτα φοιτητικής ζωής

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ
Κάθε φορά που μαζεμένοι σε ένα φοιτητικό δωμάτιο, ακούαμε στο «Πικ-απ» της εποχής το τραγούδι «φέρτε μου ένα μαντολίνο» από την ωραία μελωδική φωνή της Νανάς Μούσχουρη ένας φίλος μας έλεγε πάντοτε τα ίδια και τα ίδια:
-          Θέλω να πάω στο Παρίσι και να εξασφαλίσω εισιτήριο για την αίθουσα «Ολύμπια»  στην πρώτη σειρά, όταν θα δίνει συναυλία η Νανά Μούσχουρη. Θα έχω στο μεταξύ   μαζί μου ένα μαντολίνο και όταν θα τραγουδά το «φέρτε μου ένα μαντολίνο» να σηκωθώ να της το δώσω! Θέλω να δω «πως πονά» κι ας πεθάνω!
Γελούσαμε όλοι και του ευχόμασταν να πραγματοποιήσει την επιθυμία του. Μέχρι σήμερα πάντως δεν τα κατάφερε να δει «πως πονά» η Νανά Μούσχουρη!

                                                                                ***

Ένας συμφοιτητής μας νοίκιασε ένα δωμάτιο σε ένα προάστιο της πόλης και μας κάλεσε μια μέρα, το απόγευμα να πάμε στο σπίτι του να φάμε και να πιούμε. Είχε μάλιστα παραλάβει και πακέτο από την Κύπρο με λουκάνικα και λούντζα κάτι που μας έκανε να θέλουμε περισσότερο να πάμε να δούμε το νέο του δωμάτιο. Μας εξήγησε ποιο λεωφορείο να πάρουμε, σε ποια στάση να κατέβουμε και ποιο δρομολόγιο να ακολουθήσουμε. Κατεβήκαμε λοιπόν από το λεωφορείο και είπαμε να βάζουμε και σημάδια για να ξέρουμε πώς να επιστρέψουμε πίσω στη στάση για το γυρισμό!
Σε κάποια στιγμή ακούμε τον ένα να μας λέει ότι έβαλε σημάδι ένα αυτοκίνητο «σκαθάρι», «Φοξβάγκεν» άσπρου χρώματος που ήταν σταθμευμένο σε ένα σημείο του δρόμου, σε μια γωνιά.
-          Καλά κι αν το μετακινήσει ο ιδιοκτήτης του, θα κρατήσεις τον αριθμό εγγραφής και την ώρα και θα τηλεφωνήσεις στην τροχαία να τον βρει να έρθει να σταθμεύσει εδώ για να βρούμε το δρόμο;
Παρεμπιπτόντως αναφέρω ότι υπάρχουν άτομα που προσανατολίζονται εύκολα και δε χάνονται ποτέ ενώ υπάρχουν άλλα άτομα που όσα σημάδια και να βάλουν στο τέλος θα χαθούν!

                                                           ***

Ήμασταν τέσσερεις φίλοι στο σινεμά και παρακολουθούσαμε μια ταινία με ένα ατύχημα σε ανθρακωρυχείο όπου συνέβηκε έκρηξη και υπήρχε μεγάλη αγωνία για την τύχη των ανθρακωρύχων. Πάνω σε εκείνη τη στιγμή αγωνίας ρωτά ένας από τους φίλους:
-          Δεν μου λες ρε Αντρέα, πώς ανάβουν τα φωτάκια πάνω στα κράνη των ανθρακωρύχων;
-          Με τη «μίλλα του χοίρου», ήρθε η απάντηση και σκάσαμε όλοι στα γέλια. Λίγο έλειψε η ταξιθέτρια να μας πετάξει έξω. Μάλιστα αυτός που ρώτησε κυριεύτηκε από νευρικό γέλιο με αποτέλεσμα να βγει έξω από την αίθουσα και να μη δει το τέλος του έργου.

                                                                        ***

Μια παρέα πήγαμε ένα Σάββατο απόγευμα στο τσίρκο που έκανε περιοδεία και εκείνες τις μέρες έδινε παραστάσεις στην πόλη. Βγήκε στην πίστα ένας κλόουν με τέσσερεις μαϊμούδες που έκαναν όλοι μαζί διάφορα αστεία «νούμερα» και το κοινό έσκαγε στα γέλια. Οι μαϊμούδες  σε κάποια στιγμή σταμάτησαν σε ένα σημείο της πίστας, δε συνεργάζονταν με τον κλόουν και «τσιρλούσαν». Ένας από την παρέα ρώτησε:
-          Τι συμβαίνει ρε παιδιά; Τι έπαθαν οι μαϊμούδες;
-          Τίποτα! Είδαν τους συμπατριώτες τους από την Αφρική και τους χαιρετούν από τη μεγάλη τους χαρά!
Δυο-τρεις σειρές πιο πίσω από εκεί που σταμάτησαν οι μαϊμούδες καθόταν μια ομάδα, προφανώς φοιτητών, από την Αφρική!
(Προβληματιζόμουν αν έπρεπε να καταγράψω αυτό το περιστατικό, λόγω του λιγάκι ρατσιστικού χαρακτήρα του, αλλά τελικά νάτο αφού πρόκειται για πραγματικό γεγονός)
Κ.Α.Χ.
13.8.2015


Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Κυνηγοί σκιών

ΚΥΝΗΓΟΙ ΣΚΙΩΝ
Με το φίλο μου το Βάκη πήγαμε προχτές στην Ακτή του Κυβερνήτη για μπάνιο, ψάρι και μπίρες. Πλησιάσαμε στο κέντρο στο οποίο συνηθίζουμε να πηγαίνουμε και παρατήρησα πάρα πολλά αυτοκίνητα σταθμευμένα γύρω από το κέντρο.
-          Να βρούμε και χώρο να αφήσουμε το αυτοκίνητο, λέω στο Βάκη.
-          Είσαι τυχερός, να φεύγει κάποιος από εκεί και μάλιστα έχει σκιά.
Σταμάτησα και περίμενα να φύγει το αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο εκεί και να προχωρήσω να σταθμεύσω εγώ. Μόλις όμως άδειασε ο χώρος νάτο ένα άλλο αυτοκίνητο που τρέχει με ταχύτητα και καταλαμβάνει το χώρο στάθμευσης. Μείναμε και οι δυο  με το στόμα ανοιχτό. Καθόλου σεβασμός στον άλλο που περιμένει.
-          Τώρα Βάκη, κατεβαίνεις τον μουντζώνεις και τον βρίζεις ή λες τέτοια γαϊδούρια είναι μερικοί ανάγωγοι που μας κάνουν να ντρεπόμαστε που είμαστε συμπατριώτες τους;
-          Το δεύτερο θα κάνεις γιατί σε ξέρω. Δεν θέλεις να αντιγράψεις την ανάγωγη συμπεριφορά του!
-          Εντάξει θα σταθμεύσω εκεί πιο κάτω και δεν πειράζει πως δεν έχει σκιά. Στην Κύπρο είμαστε και είναι καλοκαίρι!
Στάθμευσα λοιπόν στον καυτό ήλιο, πήγαμε και κρατήσαμε ένα τραπεζάκι σε χώρο που κατά τη γνώμη μας θα ήταν κάπως πιο δροσερός απ’ ότι λίγο παρακάτω και καμαρώναμε λες και βρήκαμε τραπεζάκι στο βόρειο πόλο! Κατεβήκαμε κάτω στην παραλία, κάναμε το μπάνιο μας και επιστρέψαμε στο κέντρο για φραπέ εν αναμονή του μεσημεριού για το ψάρι.
-          Ξέρεις, μου λέει ο Βάκης, ότι κάθε τέσσερεις ώρες περίπου πρέπει να ξαναβάζεις αντηλιακό γαλάκτωμα; Η προστασία διαρκεί μόνο τέσσερεις ώρες περίπου!
-          Καλά τι με νοιάζει εμένα και μου το λες;
-          Ναι, πρέπει να προσέχεις! Τόσα και τόσα διαβάζουμε για τη ζημιά που μπορεί να κάνει στο δέρμα η αλόγιστη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία!
-          Δε μου λες Βάκη, μείναμε εμείς στον ήλιο ή στη θάλασσα πάνω από δυο ώρες;
-          Όχι αφού πάντοτε βιάζεσαι για καφέ ή ψάρι!
-          Βιάζομαι για να σε προστατεύω από τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου και για να σου κάνω οικονομία στο αντηλιακό που έγινες τόσων χρονών και το αλείφεσαι σαν δεκαοκτάχρονη κορασίς μην χαλάσει η επιδερμίδα σου ανάθεμα σε!
-          Πρέπει να προστατευόμαστε από τον ήλιο όσο καλύτερα μπορούμε!
-          Βάκη έχει μερικούς που τα καλοκαίρια μετατρέπονται σε κυνηγούς σκιών. Σκιών όχι φαντασμάτων. Έχω ένα γείτονα που έχει δυο αυτοκίνητα και κανένα γκαράζ. Λοιπόν το πρωί μόλις αρχίσει ο ήλιος να καίει, αρχίζει κι αυτός να μετακινεί τα αυτοκίνητά του εκεί που υπάρχει έστω και λίγη σκιά. Στο αδειανό οικόπεδο δίπλα από το σπίτι μου. Πάνω στο πεζοδρόμιο του απέναντι γείτονα κάτω από την ελιά, μπροστά από το μπακάλικο όπου κανονικά σταθμεύουν οι πελάτες και πάει λέγοντας αφού … η γη γυρίζει! Τον σχολιάζει όλη η γειτονιά αλλά τίποτα αυτός. Συνεχίζει να κυνηγά σκιές!
Κ.Α.Χ.

10.8.2015