Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Η κτηνοτροφία στο Καϊμακλί

Η ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΣΤΟ ΚΑΪΜΑΚΛΙ
Πολλοί Καϊμακλιώτες εκτός από γεωργοί ήταν και κτηνοτρόφοι ή μόνο κτηνοτρόφοι. Είχαν τις μάντρες τους είτε στον κάμπο της κοινότητας, είτε στις αυλές των σπιτιών τους. Μάλιστα σε μερικά σπίτια για να πάνε τα ζώα στη μάντρα τους έπρεπε να περάσουν μέσα από το σπίτι, από τον «ηλιακό» του σπιτιού. Πολλές φορές ο νοικοκύρης έμπαινε καβάλα στο άλογό του και περνούσε από τον «ηλιακό» στην αυλή όπου ξεπέζευε! Πολλοί κτηνοτρόφοι απασχολούσαν «μισταρκούς» (άτομα τα οποία μίσθωναν για να προσέχουν και να βόσκουν τα ζώα τους) που κοιμόντουσαν μέσα στις μάντρες. Αρκετοί από τους «μισταρκούς» ήταν Τουρκοκύπριοι. Το καλοκαίρι μάλιστα αρκετές δε μάντριζαν τα κοπάδια τους αλλά τα «ξωτζοίμιζαν».
Πολλοί κτηνοτρόφοι για να ξεχωρίζουν τα πρόβατά τους και να μπορούν να συνεννοούνται με τους «μισταρκούς» για ποιο πρόβατο μιλούν, έδιναν σ’ αυτά ονόματα, όπως:
«Μαυρόψα», με μαύρο στο κεφάλι.
«Πυρόψα», με ξανθό κεφάλι.
«Χελιδόνα», με ανοιχτά αυτιά.
«Μίτα», με μικρά αυτιά.
«Μαυρομμάτα», με μαυρο χρώμα γύρω από τα μάτια.
«Διπλοβίζα» και «Μονοβίζα», ανάλογα με την κατασκευή των μαστών τους, κ.ά.
Οι προβατίνες ηλικίας δύο ετών που γεννούσαν αρνιά και επομένως είχαν παραγωγή γάλακτος ονομάζονταν «αρνάδες»
Οι κτηνοτρόφοι συνεργάζονταν μεταξύ τους στον απογαλακτισμό των αρνιών τους. Έδινε ο ένας στον άλλο,  για κανένα μήνα, τα αρνιά του και του τα φρόντιζε μέχρι να απογαλακτιστούν και μετά έπαιρνε και πάλι ο καθένας τα δικά του. Οι προβατίνες δεν άφηναν ξένα αρνιά να θηλάσουν από αυτές και έτσι οι κτηνοτρόφοι μπορούσαν και τις άρμεγαν και έπαιρναν αυτοί το γάλα. Ας σημειωθεί ότι κατά κανόνα οι προβατίνες ή οι αίγες συνεργάζονταν στο άρμεγμα γιατί ήθελαν και αυτές να απαλλαγούν από το «βάρος» του γάλακτος αφού δεν είχαν αρνιά να θηλάσουν. Για να ξεχωρίζει μάλιστα ο κάθε κτηνοτρόφος τα δικά του αρνιά τους έβαζε ένα σημάδι με μπογιά.
Το Καϊμακλί απασχολούσε δυο αγροφύλακες, ή «τουρκόπουλους» όπως τους έλεγαν. Οι αγροφύλακες διορίζονταν από την κυβέρνηση και περιφέρονταν στους αγρούς για να επιβλέπουν και να προλαβαίνουν παρανομίες, τέτοιες όπως η είσοδος κοπαδιών σε σπαρμένα χωράφια άλλου γεωργού, κλοπές «δεματιών», κλοπές ζώων κ.ά. Οι αγροφύλακες φπρούσαν και σήμα που τους παραχωρούσε η κυβέρνηση, κάτι σαν το σήμα του σερίφη στην Αμερική και φορούσαν στολή σε χρώμα χακί. Οι αγροφύλακες είχαν το δικαίωμα να επιβάλλουν πρόστιμο και να διακανονίζουν διενέξεις. Οι σοβαρές υποθέσεις βέβαια κατέληγαν στην αστυνομία. Αν κοιτάξει κάποιος τα αρχεία της αστυνομίας της εποχής εκείνης θα διαπιστώσει ότι οι υποθέσεις με τις οποίες ασχολείτο το σώμα ήταν στη πλειοψηφία τους υποθέσεις που αφορούσαν γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες.
Κ.Α.Χ.
14.7.2015

(Βασισμένο σε πληροφορίες από τον ξάδελφο μου Φάνο)

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Ο Μπάμπης



Ο ΜΠΑΜΠΗΣ
Ο Μπάμπης ήρθε ένα βράδυ και με βρήκε στο υπόγειο φοιτητικό εστιατόριο στο κέντρο της πόλης και μου φάνηκε λιγάκι παράξενος και ταραγμένος.
-          Γεια σου Κωστή, μου λέει.
-          Καλώς τον Μπάμπη! Τι κάνεις;
-          Παντρεύομαι!
Ο Μπάμπης Γκαλέρης ήταν οδηγός φορτηγού ψυγείου και έκανε μια με δυο φορές τη βδομάδα τη διαδρομή Αθήνα-Πολωνία-Αθήνα. Πήγαινε σε μια μικρή πόλη κοντά στη Βαρσοβία όπου φόρτωνε σφάγια βοοειδών και τα μετέφερε στη χονδρική αγορά κρεάτων στην Αθήνα.  Δούλευε σε ένα μεγαλέμπορο κρεάτων για πολλά χρόνια. Όταν πήγαινε στην Πολωνία δε σταματούσε ποτέ να μας συναντήσει.. Στο γυρισμό για την Αθήνα, όποτε είχε χρόνο, σταματούσε και συναντιόμασταν συνήθως στο φοιτητικό εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Καθόμασταν εκεί μέχρι τις εννιά η ώρα που έκλεινε και μετά πηγαίναμε σε ένα άλλο εστιατόριο όπου πίναμε κρασί συνοδευόμενο με μεγάλη ποικιλία μεζέδων. Ο Μπάμπης πλήρωνε πάντοτε το λογαριασμό. Ποτέ δεν μας άφησε να πληρώσουμε λέγοντας μας πάντα: «Άντε εις υγεία φοιτητάκια!»
-          Παντρεύεσαι; Τον ρώτησα με έκπληξη.
-          Ναι ρε παντρεύομαι!
-          Καλά ρε συ Μπάμπη, δεν άφησες τα ερωτικά σου «αποτυπώματα» σε όλη τη διαδρομή Αθήνα-Πολωνία και τώρα μου λες παντρεύεσαι;
-          Ο άντρας Κωστή πρέπει να παντρεύεται πριν φτάσει τα σαράντα. Πρέπει να παίρνει γυναίκα νεότερη για να τον γηροκομήσει! Τα σαράντα είναι ορόσημο, για να μπορέσει να «προσφέρει» στη γυναίκα τα ερωτικά του καμιά εικοσαριά χρόνια. Έτσι θα έχει κι αυτή κάτι το «ευχάριστο» να θυμάται και ύστερα να τον γηροκομήσει, διαφορετικά θα καταλήξει σίγουρα σε κανένα γηροκομείο! Και τώρα πάμε για κρασάκι αφού πρώτα περάσουμε από κάποιο χρυσοχοείο. Ξέρεις εσύ την πόλη.
Πήγαμε λοιπόν σε ένα χρυσοχοείο και ζητήσαμε να μας δείξουν γυναικεία δακτυλίδια. Ο χρυσοχόος μας έδειξε μερικά που θα έκαναν τότε, με σημερινά λεφτά 250 μέχρι 350 Ευρώ. «Όχι αυτά, πες του Κωστή. Θέλουμε κάτι καλύτερο!» Το είπα στον χρυσοχόο και αυτός μας έριξε μια παράξενη ματιά νομίζοντας ότι τον κοροϊδεύουμε και στο τέλος δε θα παίρναμε τίποτα! Μας έφερε όμως μετά κάτι άλλα δακτυλίδια με διαμάντια. Ο Μπάμπης διάλεξε ένα που του άρεσε και ρώτησε πόσα οφείλει, χωρίς να ρωτήσει αν θα του έκανε έκπτωση. Πλήρωσε τότε, αν θυμάμαι καλά, σε σημερινά λεφτά γύρω στα 1300 Ευρώ!
Παντρεύτηκε λοιπόν ο Μπάμπης τη Βασιλική και ζούσαν στο Γέρακα που τότε ήταν ένα χωριό στην Αττική, έξω από την Αθήνα. Τώρα ο Γέρακας έχει συγχωνευτεί με την ευρύτερη Αθήνα με πολύ ωραίες οικοδομές. Τότε ο Μπάμπης και η Βασιλική έκτιζαν και είχαν τελειώσει με πολλές στερήσεις τρία από τα δωμάτια του σπιτιού τους. Ζούσαν λοιπόν εκεί, δουλεύοντας και προσδοκώντας σε καλύτερες μέρες!
Πριν τρεις μέρες ήμουνα στην Αθήνα και πήγα στο Γέρακα μετά από πολλά χρόνια να δω τον Μπάμπη. Το σπίτι του ήταν τελειωμένο και από πάνω έχτισε άλλο όπου ζει η μοναχοκόρη του  με τον άντρα της και τα δυο παιδιά τους. Χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε ο ίδιος ο Μπάμπης. Με κοίταξε για λίγο και μετά με αναγνώρισε:
-          Ρε Κωστή, φοιτητάκο!
-          Όχι και φοιτητής πια Μπάμπη! Πάει καιρός!
Καθίσαμε και είπαμε πολλά ενώ η Βασιλική μας φίλευε συνεχώς με ούζο και μεζεδάκια. Και σε κάποια στιγμή, όταν ήμασταν μόνοι μου λέγει ο Μπάμπης:
-          Ευτυχώς Κωστή,  που είναι κι αυτή και έχω κι εγώ κάποιον να λέω τον πόνο μου και να με ακούει! Ωσότου έχω τη Βασιλική δεν έχω κανένα παράπονο από τη ζωή!
Κ.Α.Χ.
13.7.2015

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Οι μύλοι του Καϊμακλίου



ΟΙ ΜΥΛΟΙ ΤΟΥ ΚΑΪΜΑΚΛΙΟΥ
Οι μύλοι δεν μπορούσαν να λείψουν από το Καιμακλί αφού ο κάμπος της κοινότητας ήταν ένας από τους μεγάλους σιτοβολώνες της Μεσαορίας. Στο Καϊμακλί λοιπόν λειτουργούσαν δύο μύλοι της Αθηνάς, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας και του Καπάταη, στο κέντρο της κοινότητας. Η Αθηνά και ο σύζυγός της Μηνάς κατάγονταν από τη Μικρά Ασία και ήρθαν στην Κύπρο μετά τη μικρασιατική καταστροφή.
Οι γεωργοί τότε μετέφεραν τα σιτηρά τους για άλεσμα στους μύλους με τα γαϊδούρια στην αρχή και αργότερα χρησιμοποιούσαν με τα τρακτέρ ή με φορτηγά  αυτοκίνητα. Από το σιτάρι έπαιρναν όσο αλεύρι θα χρειάζονταν για δική τους κατανάλωση, για τα ψωμιά τους και για άλλη οικιακή χρήση -γλυκά, μαγείρεμα, ζυμάρι για μακαρόνια κλπ- και το υπόλοιπο το πουλούσαν στο μυλωνά ο οποίος στη συνέχεια το μεταπωλούσε με το ανάλογο κέρδος. Εκτός από το αλεύρι έπαιρναν και τα πίτουρα που τα χρησιμοποιούσαν ως τροφή για τα ζώα, με ανάμειξη με άλλες τροφές και για τις κότες που είχαν στις αυλές τους για το κρέας τους αλλά και για τα αβγά τους.
Στο μύλο οι γεωργοί μετέφεραν και άλλα δημητριακά, όπως κριθάρι, βίκο, «ρόβι» κ.ά. όχι για άλεσμα αλλά για «σπάσιμο». Έφτιαχναν τη «σπαστή» τροφή για τα ζώα γιατί τα ζώα, αν δεν ήταν «σπαστά» τα δημητριακά, θα τα απέβαλλαν ολόκληρα χωρίς το στομάχι τους να απορροφήσει τις θρεπτικές τους ουσίες.
Τη μεταπώληση των σιτηρών και των αλεύρων αρχικά αναλάμβαναν οι μύλοι παίρνοντας φυσικά και το δικό τους κέρδος από αυτή την εμπορία. Στη συνέχεια το συνεργατικό κίνημα μπήκε στο «παιγνίδι» της εμπορίας. Έτσι στο Καϊμακλί, στο Βόρειο Πόλο, απέναντι από το σιδηροδρομικό σταθμό λειτούργησαν αποθήκες για συλλογή των σιτηρών από τους γεωργούς και την εμπορία τους. Εκεί μετέφεραν πρώτα τα σιτηρά σε σακούλες, όμως για αξιοποίηση του αποθηκευτικού χώρου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα σιτηρά στοιβάζονταν σε μεγάλους σωρούς «χύμα». Οι χαμάληδες (αχθοφόροι) μετέφεραν στους ώμους τους τις γεμάτες σακούλες και ανέβαιναν ψηλά στη σωρό όπου άδειαζαν το σιτάρι και κατέβαιναν με την άδεια σακούλα. Ανέβαιναν με τη βοήθεια μιας σανίδας (ενός πόντου) στην οποία υπήρχαν άλλα μικρά σανίδια εν είδη σκαλιών και κατέβαιναν με τη βοήθεια μιας δεύτερης, παρόμοιας σανίδας. Με τον τρόπο αυτό άλλοι ανέβαιναν και άλλοι κατέβαιναν συνέχεια δημιουργώντας μια αλυσίδα, ένα κύκλο, που έτσι αύξανε την παραγωγικότητα. Στη συνέχεια ήρθαν τα μηχανήματα που με την απορρόφηση με αέρα το ξεφόρτωμα γινόταν απευθείας από τα φορτηγά που τα είχαν γεμίσει κατά το θερισμό με «κομπάιν».
Οι αποθήκες αυτές υπάρχουν ακόμη εκεί που λειτουργούσαν, έχουν όμως μετατραπεί σε υπεραγορά αφού πλέον έχουν ανεγερθεί τα «σιλό» στην περιοχή του ΣΟΠΑΖ στο Καϊμακλί.
Σήμερα σώζεται ο μύλος της Αθηνάς ο οποίος έχει αναπαλαιωθεί από το Δήμο Λευκωσίας με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί μέρος της παράδοσης της πατρίδας μας. Το μύλο επισκέπτονται και πολλά σχολεία για να γνωρίσουν τα παιδιά την ιστορία της γεωργίας του τόπου μας, αλλά και αρκετοί τουρίστες.
Κ.Α.Χ.
12.7.2014
(Βασισμένο σε πληροφορίες από τον ξάδελφο μου Φάνο)

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Οι εξελίξεις στο θερισμό και το αλώνισμα

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΘΕΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ
Η ζωή των γεωργών στο Καϊμακλί ήταν δύσκολη. Απαιτούσε σκληρή και κουραστική δουλειά και πολύ χρόνο, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Ήρθε όμως σιγά-σιγά και η πρόοδος στην κατασκευή εργαλείων και μηχανημάτων που διευκόλυνε τη ζωή των γεωργών.
Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους οι θεριστικές μηχανές με ψαλίδια που έπαιρναν κίνηση από τους τροχούς της θεριστικής. Αρχικά τη θεριστική έσερναν τα ζώα, βόδια ή μουλάρια. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν και τα πρώτα τρακτέρ που αντικατέστησαν σιγά-σιγά τα ζώα και τραβούσαν αυτά τις θεριστικές μηχανές. Τα πρώτα τρακτέρ είχαν σιδερένιους, οδοντωτούς τροχούς που στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με λαστιχένιους. Στην αρχή μάλιστα οι ιδιοκτήτες τρακτέρ έβαζαν στα ελαστικά εκτός από αέρα και νερό, τόσο για να πετυχαίνουν σταθερότητα με το βάρος του νερού, όσο και για απορρόφηση των κραδασμών που δεν ήταν λίγοι αφού τα τρακτέρ δεν είχαν ακόμη ελατήρια για τους κραδασμούς.
Τις πρώτες θεριστικές αντικατέστησαν οι «αυτοδετικές» θεριστικές που εκτός από το θερισμό έδεναν τα στάχυα σε κύβους με σπάγκο και έτσι δεν υπήρχε ανάγκη να ακολουθούν τη θεριστική μηχανή εργάτες για το δέσιμο σε «δεμάτια». Δειλά-δειλά τα τρακτέρ έσερναν καρότσες μεταλλικές, κυρίως από φορτηγά αυτοκίνητα που έβγαζε άχρηστα ο αγγλικός στρατός και έτσι έχασαν και αυτή τη δουλειά τα ζώα, κινδυνεύοντας …  από την ανεργία! Στη αρχή τα δεμάτια φορτώνονταν και ξεφορτώνονταν στις μεταλλικές καρότσες με το χέρι, με το «τσιαττάλι», μετά «σοφίστηκαν» οι ιδιοκτήτες των τρακτέρ ένα μηχανισμό με σχοινιά που τα έλυαν και έπεφταν κάτω τα «δεμάτια» Ακολούθως εφάρμοσαν υδραυλικούς κρίκους που σήκωναν την καρότσα και ξεφόρτωναν έτσι πιο εύκολα τα «δεμάτια» στα αλώνια.
Η πρόοδος έφτασε σιγά-σιγά και στα αλώνια. Εμφανίστηκαν οι αλωνιστικές μηχανές που αντικατέστησαν τις «δοκάνες» και τα ζώα. Ήταν μηχανές αλέσματος των σταχυών που έπαιρναν κίνηση από το τρακτέρ με ένα ιμάντα. Στην αρχή η τροφοδοσία γινόταν με το χέρι, με το «τσιαττάλι» και στη συνέχεια μπήκε και εκεί ιμάντας που έκανε τη δουλειά. Οι αλωνιστικές ύστερα εξελίχθηκαν περαιτέρω. Τοποθετήθηκαν κόσκινα που ξεχώριζαν τους σπόρους από το άχυρο καθώς και μηχανισμός που γέμιζε τις σακούλες με την παραγωγή.
Όμως και μετά τις θεριστικές και τις αλωνιστικές μηχανές η πρόοδος δε σταματά. Εμφανίζονται τα «κομπάιν» που συνδυάζουν τις δυο μηχανές, δηλαδή θερίζουν και αλωνίζουν τοποθετώντας την παραγωγή σε ξεχωριστές σακούλες τους σπόρους, τα «κόνδυλα», το άχυρο και τα άλλα αγριόχορτα, λαψάνες κλπ. Στην αρχή οι σακούλες αφήνονταν στο έδαφος και έπρεπε να τις μαζέψουν και να τις φορτώσουν σε καρότσες οι εργάτες. Στη συνέχεια τα «κομπάιν» φόρτωναν από μόνα τους τις σακούλες σε καρότσες ή φορτηγά αυτοκίνητα. Σημειώνεται και άλλη εξέλιξη. Αντί η παραγωγή να συσκευάζεται σε σακούλες φορτώνεται απευθείας σε αυτοκίνητα, το σιτάρι και το άχυρο, με τη χρήση αέρα ή κοχλία που σπρώχνει την παραγωγή στα φορτηγά.
Η πρόοδος αγκάλιασε στη συνέχεια και το χειριστή του «κομπάιν». Στην αρχή εργαζόταν κάτω από τον καυτό ήλιο, ανέπνεε σκόνη και σκεπαζόταν από άχυρα που ξέφευγαν εδώ-εκεί. Τα εξελιγμένα «κομπάιν» έχουν τώρα κουβούκλια και σύστημα κλιματισμού.
Στο Καϊμακλί υπήρχαν τρεις-τέσσερεις που είχαν «κομπάιν» και εξυπηρετούσαν τους γεωργούς επί πληρωμή.
Κ.Α.Χ.
8.7.2015

(Βασισμένο σε πληροφορίες από τον ξάδελφο μου Φάνο)

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Το "θέρος" και το αλώνισμα στο Καϊμακλί

ΤΟ «ΘΕΡΟΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΣΤΟ ΚΑΪΜΑΚΛΙ
Για να θερίσουν τα δημητριακά που έσπερναν οι Καϊμακλιώτες έφερναν θεριστές κυρίως από την Τηλλυρία και το Τραχώνι της Κυθραίας. Τους πλήρωναν με το σύστημα ένας βασικός μισθός και  τα λεγόμενα «συνέξοδα» (συν τα υπόλοιπα έξοδα). Πλήρωνε δηλαδή ο γεωργός το ποσό που συμφωνείτο και παραχωρούσε φαγητό και ύπνο στους θεριστές.  Το φαγητό ήταν σχεδόν καθημερινά πιλάφι πλιγούρι, ψωμί, ελιές, χαλούμι, ντομάτα, αγγούρι και κρεμμύδι.
Οι θεριστές έμπαιναν στη σειρά, ο ένας πλάι στο άλλο και έκοβαν με τα δρεπάνια τους τα στάχυα αφήνοντάς τα χάμω. Ακολουθούσαν ένας-δύο άλλοι με διχάλα, μάζευαν τα κομμένα στάχυα και τα έδεναν, χρησιμοποιώντας δύο-τρία στάχυα σε «δεμάτια».
Φόρτωναν τα «δεμάτια» για μεταφορά είτε πάνω σε γαϊδούρια, πάνω στο «σάμα»,δεξιά και αριστερά, είτε πάνω σε «καρρέττες», ξύλινα αμάξια. Τα αμάξια τα έσερναν είτε βόδια, εξ ου και βοϊδάμαξες, είτε μουλάρια. Οι άμαξες που έσερναν τα βόδια διέφεραν από αυτές που έσερναν τα μουλάρια. Βασικά αυτές που έσερναν τα βόδια είχαν ένα μοχλό για δέσιμο στα βόδια ενώ αυτές που έσερναν τα μουλάρια είχαν δύο . Οι δεύτερες είχαν και ένα είδος τιμονιού για να καθοδηγούνται τα ζώα στην πορεία τους και μπορούσαν να πηγαίνουν και με την όπισθεν, όπως θα λέγαμε σήμερα για τα αυτοκίνητα.
Τα δεμάτια μεταφέρονταν στα αλώνια και στοιβάζονταν σε σωρό σαν πυραμίδα. Το στοίβαγμα σε αυτή τη μορφή ήταν σκόπιμο. Σε περίπτωση καλοκαιρινής μπόρας το νερό της βροχής θα κυλούσε κάτω και δεν θα μαζευόταν στην κορυφή με αποτέλεσμα το φούσκωμα των δημητριακών. Τα δημητριακά που μεταφέρονταν στα αλώνια ήταν βασικά σιτάρι, κριθάρι και σιφουνάρι. Οι γεωργοί διανυκτέρευαν στα αλώνια για να προσέχουν τα δεμάτια τους από τους ανθρώπους και από τα ζώα!
Για το αλώνισμα χρησιμοποιούσαν τις «δοκάνες» που ήταν μονές ή διπλές σε πλάτος. Οι «δοκάνες» ήταν ένα χοντρό σανίδι πλάτους ενός μέτρου και μήκους δύο μέτρων περίπου που στο κάτω μέρος τους είχαν τοποθετημένα κομμάτια σκληρής πέτρας, τσακμακόπετρας, σε σειρές εναλλάξ έτσι που να μην αφήνεται κενό και να ξεφεύγουν τα στάχυα. Μπροστά είχαν κλίση προς τα πάνω, τριάντα μοιρών περίπου για να μην ανεβαίνουν πάνω τα στάχυα. Στο σημείο της κλίσης τοποθετούσαν λαμαρίνα, συνήθως από τενεκέδες λαδιού κλπ, για προστασία και για ευκολότερο γλίστρημα.
Στο αλώνι τώρα άπλωναν τρεις-τέσσερεις στοίβες «δεμάτια». Μετά έβαζαν τα ζώα ,τα βόδια ή τα μουλάρια να περπατήσουν πάνω στα στάχυα, τα»δεμάτια» που έλυσαν και στη συνέχεια άρχιζαν τη διαδικασία του αλωνίσματος. Τα ζώα, δυο βόδια ή δυο μουλάρια για τις μεγάλες «δοκάνες» ή ένα μουλάρι για τις μικρές. Ο γεωργός έβαζε μια καρέκλα πάνω στη «δοκάνη» και καθόταν πάνω κάνοντας γύρους μέχρι να συνθλίψει πλήρως τα στάχυα. Τα μάζευαν στην άκρη  σε σωρούς, σε «θερνάτζια», στα δυτικά του αλωνιού και άρχιζαν τη διαδικασία από την αρχή μέχρι να τελειώσουν όλα τα «δεμάτια». Ακολούθως περίμεναν να φυσήξει λίβας, δυτικός άνεμος και τότε ανέμιζαν με ένα ξύλινο φτυάρι τα σπασμένα, σχεδόν αλεσμένα στάχυα. Κοντά τους έπεφτε ο καρπός, το «μαξούλι», όπως λεγόταν  το σιτάρι ή το κριθάρι, πιο πέρα έπεφταν τα «κόνδυλα», το χοντρό μέρος του σταριού, εκεί που είναι οι ενώσεις των μερών του και πιο μακριά έπεφταν τα άχυρα. Τα τοποθετούσαν σε σακιά και τα μετέφεραν στους αποθηκευτικούς χώρους του σπιτιού τους με τα γαϊδούρια ή με τις βοϊδάμαξες. Το άχυρο το έβαζαν στο χώρο που λεγόταν «σιελονάρι».
Από το «μαξούλι» έφτιαχναν αλεύρι ή το έσπαγαν με πίεση και το χρησιμοποιούσαν ως τροφή για τα ζώα, τα «κόνδυλα» τα χρησιμοποιούσαν για να τα καίνε στο φούρνο του σπιτιού τους και τα άχυρα ως τροφή για τα ζώα. Να σημειωθεί ότι τα άχυρα από σιτάρι ή από κριθάρι ή από «σιφουνάρι», είχαν διαφορετική θρεπτική αξία και πολλές φορές τα ανακάτευαν, έκαναν «κούτσισμα», είτε μεταξύ τους είτε με κριθάρι ή «σιφουνάρι» ή πίτουρα που τα έπαιρναν από το μύλο όπου άλεθαν τα σιτηρά τους.
Οι γεωργοί δε φύτευαν πάντα το ίδιο χωράφι με το ίδιο φυτό. Του έδιναν χρόνο να «πνάσει», να ξεκουραστεί. Έτσι φύτευαν και άλλα δημητριακά όπως «ρόβι», βίκο ή «φαβέττα». Τα δημητριακά αυτά δεν τα θέριζαν αλλά τα ξερίζωναν . Παρατάσσονταν γραμμή και σκυφτοί τα ξερίζωναν. Στη γραμμή στην πρώτη θέση στεκόταν ένας άντρας που έκανε γρήγορα το ξερίζωμα και στις άλλες θέσεις έμπαιναν γυναίκες που έπρεπε να βρίσκονται στην ίδια σειρά ακολουθώντας το ρυθμό του άντρα. Από πίσω έρχονταν αλλά ένα-δυο άτομα που μάζευαν με «αρκάτζι» τα ξεριζωμένα φυτά και τα μετέφεραν με αμάξια στο σπίτι τους. Πίσω ακολουθούσε μια άλλη γυναίκα, συνήθως ένα κορίτσι, που μετέφερε νερό σε «κούζα» ή «βάττα», ή «κουκουμάρα». Όταν έβλεπε κάποια από τις γυναίκες να ψηλώνει το χέρι πήγαινε κοντά της και της έδινε νερό σε ένα αλουμινένιο μαστραπά. Επειδή ο κάμπος του Καϊμακλίου είχε ελάχιστα δέντρα, για να μένει δροσερό το νερό, έβαζαν τα δοχεία κάτω από τα ξεριζωμένα φυτά.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι θεριστές και οι γυναίκες, οι «ροβομαζώχτρες», για να παραφράσω τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, είχαν τον ηγέτη τους, τον ομαδάρχη. Είναι γνωστή η «Αρκοντού», που οργάνωνε γυναίκες από το Τραχώνι.
Όποιος γεωργός δεν είχε το δικό του αλώνι, οι περισσότεροι δεν είχαν, πλήρωνε τον ιδιοκτήτη του αλωνιού, είτε σε χρήμα, είτε σε είδος για να το χρησιμοποιήσει. Το ίδιο έκαναν και όσοι δεν είχαν «δοκάνη» και ζώα.
Κ.Α.Χ.    1.7.2015

(Βασισμένο σε πληροφορίες που μου έδωσε ο ξάδελφος μου Φάνος) 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Τα αλώνια του Καϊμακλίου

ΤΑ ΑΛΩΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΪΜΑΚΛΙΟΥ
Πριν εκατόν περίπου χρόνια η κύριες  ασχολίες των κατοίκων του Καϊμακλίου ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Υπήρχαν και οι τεχνίτες, κυρίως κτίστες και «πελεκητές» (σκαλιστές) της «πουρόπετρας» (κίτρινης πέτρας που χρησιμοποιείτο στις οικοδομές πριν το τούβλο). Οι κτίστες πάρα πολλές φορές αναγκάζονταν να μεταναστεύουν προσωρινά για να κερδίζουν τα προς το ζην. Για παράδειγμα ο πατέρας της γιαγιάς μου που ήταν κτίστης εργάστηκε στο Μαρόκο όπου μετέβη για εργασία μέσω Γαλλίας και άφησε εκεί την τελευταία του πνοή! Θυμόταν η γιαγιά μου ότι το μαντάτο έφτασε σε φάκελο με μια μαύρη λωρίδα γύρω-γύρω, αφού προηγουμένως κάτι είχαν καταλάβει γιατί σταμάτησε το έμβασμα στην Οθωμανική Τράπεζα. Ο παππούς μου επίσης, ο θείος της μητέρας μου που μεγάλωσε τα παιδιά της αδελφής του μετά το θάνατο του πατέρα τους, πήγε στην Τουρκία όπου εργάστηκε κτίστης σε ένα Ιταλό-Γερμανικό κονσόρτσιουμ που κατασκεύαζε τη σιδηροδρομική γραμμή από την Ευρώπη προς τη Βαγδάτη μέσω Κωνσταντινούπολης.
Το Καϊμακλί ήταν τότε, πριν εκατόν χρόνια μια μικρή γεωργική κοινότητα, κάπου ένα χιλιόμετρο από τη Λευκωσία, την «Πύλη της Κερύνειας». Οι κατοικίες της κοινότητας συσπειρώνονταν γύρω από την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας και γύρω από μια άλλη μικρότερη εκκλησία, αυτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπου ήταν και το παλαιό κοιμητήριο. Η κοινότητα αναπτυσσόταν προς τη Λευκωσία και με τα χρόνια είχε ενωθεί με την εκτός των τειχών επέκταση της Λευκωσίας. Σ’ αυτό βοήθησε και το άνοιγμα νέων «περασμάτων» πάνω από τα τείχη της Λευκωσίας, όπως ήταν η «Νέα Πόρτα» σε σχέση με την «Πύλη της Κερύνειας» και το «Άνοιγμα του Ταντή».
Λοιπόν οι γεωργοί του Καϊκακλίου για να διεκπεραιώνουν τις γεωργικές τους ασχολίες διατηρούσαν αλώνια στα οποία αλώνιζαν τα διάφορα δημητριακά που καλλιεργούσαν, διαχώριζαν δηλαδή τον καρπό (σιτάρι, κριθάρι κλπ) από τα άχυρα. Ένα από τα αλώνια ήταν το «αλώνι της Χρυσόστομης» στο ΒΔ Καϊμακλί, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή, στην περιοχή Αμπελοκήπων. Στην ίδια περιοχή των Αμπελοκήπων, στα νότια υπήρχε άλλο ένα αλώνι, απέναντι από το σπίτι του Ευάγγελου Κυριακίδη. Στα βόρεια της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας υπήρχαν άλλα αλώνια, τα αλώνια της εκκλησίας ή του Τούρη και του Καφά. Εκεί που είναι σήμερα το οίκημα του σωματείου «Ομόνοια Βορείου Πόλου» υπήρχε αλώνι. Γνωστό ήταν και το αλώνι του Τσιάππα κοντά στο σημερινό οίκημα του σωματείου «Αχιλλέας Καϊμακλίου». Τέλος ήταν και το αλώνι του Γιαννικούρη εκεί που ήταν το Σφαγείο Λευκωσίας πριν δημιουργηθεί το Κεντρικό Σφαγείο στην Κοφίνου, που είχε εγκαταλειφθεί και μετατραπεί αργότερα σε βιοτεχνική περιοχή. Τελικά έκλεισε και το Κεντρικό Σφαγείο Κοφίνου, αποδεικνύοντας ότι οι εταιρείες του δημοσίου δεν έχουν μέλλον!
Το αλώνι ήταν ένα ακαλλιέργητο, άγονο χωράφι με σκληρό έδαφος, έτσι ώστε να αλέθονται τα στάχυα μεταξύ του εδάφους και της «δοκάνης» που περνούσε από πάνω. Στα αλώνια όταν δεν ήταν η εποχή για το αλώνισμα έπαιρναν τα ζώα και τα τάιζαν με άχυρο και κριθάρι ή βίκο, τα οποία άπλωναν στα αλώνια για διευκόλυνση των ζώων. Εκεί έπαιζαν μπάλα τα παιδιά της γειτονιάς!
Τα αλώνια εγκαταλείφθηκαν οριστικά μετά την κατασκευή και έλευση στην Κύπρο των νέων γεωργικών μηχανημάτων «κομπάιν» (ή τα «κομπάγια», όπως τα έλεγαν οι γεωργοί) που συνδυασμένα θέριζαν και αλώνιζαν τα δημητριακά. Στα αλώνια του Καϊμακλίου κτίστηκαν αργότερα κατοικίες.
Κ.Α.Χ.
3. 7.2015

(Ο ξάδελφος μου Φάνος, γιος της θείας Κατίνας, αδελφής του πατέρα μου Αντρέα, μού αφηγήθηκε τα περί αλωνιών μιας και τα είχε ζήσει από κοντά δίπλα στον πατέρα του, ένα προοδευτικό γεωργοκτηνοτρόφο της εποχής)   

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Τα χελιδόνια

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ
Ήμουνα με το φίλο μου το Βάκη χτες το πρωί σε καφετέρια της οδού Λήδρας για καφέ. Τελειώσαμε το φραπέ μας και τις κουβέντες μας και χωρίσαμε γιατί εγώ είχα παρκάρει το αυτοκίνητό μου στο δημοτικό χώρο στάθμευσης στον προμαχώνα της πλατείας Σολομού και ο Βάκης στον υπόγειο δημοτικό χώρο στάθμευσης της Φανερωμένης. Καθοδόν προς το αυτοκίνητο, πέντε-δέκα λεπτά δρόμο, κατάλαβα ότι ήρθε για καλά το καλοκαίρι με τις ζέστες να μην αφήνουν καθόλου αέρα στον άνθρωπο να αναπνεύσει!. Το επιβεβαίωσα όταν μπήκα στο αυτοκίνητο και έπιασα το καυτό τιμόνι!
Μέσα στο αυτοκίνητο άκουσα από το ραδιόφωνο ότι θα γινόταν παρουσίαση ενός μυθιστορήματος με τον τίτλο «Τα χελιδόνια θα ξανάρθουν». Πρόκειται για ένα νέο μυθιστόρημα της Αλκυόνης Παπαδάκη. Ναι τα χελιδόνια θα ξανάρθουν και θα ξανάρθουν και θα ξανάρχονται!
Όταν θα αγοράζαμε ένα μικρό εξοχικό διαμερισματάκι κοντά στη θάλασσα ερωτήσαμε και ελέγξαμε τα πάντα. Για τον τίτλο ιδιοκτησίας, τα τετραγωνικά του, τα υλικά κατασκευής, τις σωλήνες νερού, τα κοινόχρηστα και για πολλά άλλα. Δε ρωτήσαμε όμως και για τα χελιδόνια! Αυτά που έρχονται και ξανάρχονται! Θα διερωτάστε ποια η σχέση των χελιδονιών με την αγορά ενός διαμερίσματος; Τι μας λέει αυτός και μπλέκει τα χελιδόνια; Ακούστε λοιπόν.
Το συγκρότημα με τα οχτώ διαμερίσματα έχει ανοιχτό κλιμακοστάσιο που καθιστά τα διαμερίσματα «διαμπερή» στον ήλιο, το φως και τον αέρα. Και εκεί έρχονται τα χελιδόνια! Και ξανάρχονται κάθε χρόνο. Χτίζουν τις φωλιές τους πάνω στους γλόμπους με το φωτισμό που έχει κάθε διαμέρισμα πάνω από την είσοδό του. Κάθε Άνοιξη λοιπόν βρίσκει ο καθένας μας μπροστά από την είσοδό του ξηρά χόρτα και λάσπη, από αυτά που φτιάχνουν τις φωλιές τους τα χελιδόνια, όμως δεν είναι μόνο αυτά. Υποφέρουμε για μερικούς μήνες από τα περιττώματα των πουλιών μέχρι η χελιδόνα να γεννήσει τα αυγά της, να τα εκκολάψει και να μάθουν τα χελιδονάκια να πετούν. Και μετά όλη η οικογένεια θα πάρει το δρόμο του γυρισμού, από τα περιττώματα των πουλιών! Μερικοί κάποτε προλαβαίνουμε και καλύπτουμε το γλόμπο με σακούλα από νάιλον και γλυτώνουμε, γιατί άπαξ και προλάβει το ζευγάρι και κτίσει τη φωλιά του, και αυτό το κάνει σε μια-δυο μέρες, ύστερα  κανένας δεν «τολμά» να του τη ξηλώσει! Ίσως κάποιοι από κάποια προκατάληψη και άλλοι από αγάπη προς τα πουλιά και μάλιστα προς τα «νεόνυμφα» πουλιά που προσπαθούν να φτιάξουν οικογένεια!
Και το δίδαγμα; Εάν θα αγοράσετε διαμέρισμα ρωτήστε αν την Άνοιξη έρχονται τα χελιδόνια!
Και μετά από όλα αυτά για τα χελιδόνια θυμήθηκα το μύθο του Αισώπου «Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την Άνοιξη» Ένας σπάταλος και άσωτος νέος, λέει ο μύθος, αφού σπατάλησε όλη την περιουσία του πατέρα του, κράτησε ένα χιτώνα για να ζεσταίνεται το Χειμώνα. Μια μέρα είδε έξω από το παράθυρό του ένα χελιδόνι και σκέφτηκε ότι έφτασε η Άνοιξη. Πούλησε λοιπόν το χιτώνα και σπατάλησε όσα χρήματα πήρε. Την επομένη όμως άρχισε και πάλι το τσουχτερό κρύο και ο νεαρός μη έχοντας πια το χιτώνα του κρύωνε και υπέφερε! Έτσι έλεγε ο Αίσωπος «μία χελιδών έαρ ου ποιεί»!
Το κατέγραψε και ο Αριστοτέλης: «Το γαρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί, ούτε μία ημέρα»!
Κ.Α,Χ.
2.7.2015