Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Στην Κωνσταντινούπολη

ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΝΟΥΠΟΛΗ
΄Ηταν η δεύτερη φορά που ταξίδευα στην Κωνσταντινούπολη με τρένο. Όταν φτάσαμε στα σύνορα με την Τουρκία επιβιβάστηκαν στο τρένο οι αστυνομικοί για διαβατηριακό έλεγχο. Σημειώνω ότι το τρένο μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας περνούσε τότε και από Ελληνικό έδαφος, μισό περίπου χιλιόμετρο και έβλεπες την Ελληνική σημαία και τη σκοπιά με το στρατιώτη.
Ο Τούρκος αστυνομικός μπήκε στο κουπέ όπου καθόμουν κι εγώ και ζήτησε τα διαβατήριά μας. Τότε ταξίδευα με διαβατήριο στο οποίο, όπως και σήμερα δεν φαινόταν το όνομα του κατόχου του απ’ έξω και έγραφε το Κυπριακή Δημοκρατία με ίσα σε μέγεθος γράμματα στα Ελληνικά, στα Τουρκικά και στα Αγγλικά. Όταν ο αστυνομικός πήρε το διαβατήριό μου χαμογέλασε και κάτι είπε στα Τούρκικα. Μετά που είδε το όνομά μου είπε: «Α Γιουνάν!» Το μετροφύλισε και μου είπε στα Αγγλικά:
-          Δεν έχει χώρο για να βάλω σφραγίδα!
Πράγματι το διαβατήριό μου ήταν γεμάτο από βίζες και σφραγίδες αλλά υπήρχε κάπου χώρος για άλλη μια σφραγίδα.
-          Υπάρχει κάπου λίγος χώρος, ήταν η απάντησή μου.
-          Όχι!
Πήρε το διαβατήριό μου και έφυγε. Η αλήθεια είναι ότι ανησύχησα αλλά δεν είπα τίποτα. Σε λίγο επέστρεψε πίσω και μου είπε χαμηλόφωνα να μην ακούει κανένας άλλος:
-          Κανονικά θα πρέπει να πας στην ΄Αγκυρα στην πρεσβεία της χώρας σου να βγάλεις άλλο διαβατήριο. Δώσε εκατό δολάρια και θα βάλω σφραγίδα!
-          Είμαι φοιτητής και δεν έχω λεφτά!
-          Δώσε πενήντα!
-          Δεν έχω!
΄Εφυγε και πάλι με το διαβατήριό μου. Δεν ξέρω πού βρήκα το θάρρος και σηκώθηκα να πάω στο κουπέ όπου κάθονταν οι δύο αστυνομικοί και είπα σ’ αυτόν που κρατούσε το διαβατήριό μου:
-          Στον επόμενο σταθμό θα κατέβω να μιλήσω με τον αξιωματικό υπηρεσίας και με την πρεσβεία της Κύπρου και θα τους πω ότι μου κατακρατάτε το διαβατήριό μου!
Αυτά είπα και επέστρεψα στο κουπέ μου. Σε λίγο ήρθε ο αστυνομικός και μου έδωσε το διαβατήριό μου σφραγισμένο λέγοντας κάτι στα Τούρκικα, προφανώς κάποια βρισιά!
Στους σταθμούς που κάνει το τρένο στην Τουρκία μέχρι την Κωνσταντινούπολη μαζεύονταν μικρά παιδιά όταν έφτανε το τρένο και ζητούσαν από τους επιβάτες να τους ρίξουν κάτω όσα μπουκάλια, κυρίως γυάλινα, δεν ήθελαν ή κανένα κέρμα.
΄Εξω από την Αγιά-Σοφιά επίσης μαζεύονταν μικρά παιδιά και με μερικές λέξεις Ελληνικά που έμαθαν προσπαθούσαν να πουλήσουν στους επισκέπτες καρτ-ποστάλ και άλλα μικρά ενθύμια. Την πρώτη φορά που μπήκα στην Αγιά-Σοφιά, στάθηκα κάτω από το θόλο και κοίταξα ψηλά. Είχα την εντύπωση πως ήταν ανοιχτά και έβλεπα το γαλάζιο χρώμα του ουρανού όπως το βλέπουμε συνήθως σε όλες τις Βυζαντινές εκκλησίες. Θέλω να πιστεύω πως αυτό οφείλεται στην αρχιτεκτονική του ναού και όχι σε συναισθηματικούς λόγους όταν ένας Έλληνας μπαίνει στην Αγιά-Σοφιά!
Κ.Α.Χ.

10.3.2015 

Πρωτοχρονιά στο τρένο

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ
Παραμονή πρωτοχρονιάς, αν θυμάμαι καλά το 1970 και βρέθηκα, με ένα σακίδιο στον ώμο, στο σιδηροδρομικό σταθμό και με ένα εισιτήριο στο χέρι για Κωνσταντινούπολη, μετ επιστροφής. Γιατί αποφάσισα να ταξιδέψω την παραμονή πρωτοχρονιάς ούτε και σήμερα δε μπορώ να το εξηγήσω!
Επιβιβάστηκα στο τρένο, το οποίο είχε ελάχιστους επιβάτες και μπήκα σε ένα κουπέ όπου καθόταν ένα κορίτσι στην ηλικία μου περίπου. Χαιρέτισα, έβαλα το σακίδιό μου στο χώρο αποσκευών, κάθισα και το τρένο ξεκίνησε. Μέχρι να φτάσουμε στα σύνορα της Βουλγαρίας το τρένο είχε αδειάσει. Μείναμε μόνο δυο επιβάτες, το κορίτσι που ήταν από την Τουρκία αλλά ζούσε στη Γερμανία κι εγώ!
Το τρένο σταμάτησε στο σταθμό της Σόφιας στις δώδεκα παρά τέταρτο. Καθόμασταν στο κουπέ και βλέπαμε τα φώτα της πόλης. Τα μεσάνυχτα φωτίστηκε ο ουρανός από βεγγαλικά που ανάγγελλαν τον ερχομό του νέου χρόνου. Ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο με αγκαλιές και φιλιά «ευτυχισμένο το 1971» οπότε μπήκε στο βαγόνι ένας μεθυσμένος Βούλγαρος με μια μπουκάλα ρακί στο χέρι. Μας αγκάλιασε και μας ευχήθηκε. Μας πρόσφερε και ρακί από τη μπουκάλα του που δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε γιατί έτσι όπως ήταν «υπό την επήρεια αλκοόλης», όπως λέει και η αστυνομία, δεν ξέραμε αν θα θύμωνε και πως θα αντιδρούσε. Ο Βούλγαρος μετά που αδειάσαμε το μπουκάλι με το ρακί μας αποχαιρέτησε και κατέβηκε από το τρένο. ΄Ετσι μείναμε και πάλι μόνο δύο επιβάτες.
Μετά από τρία τέταρτα περίπου ξεκίνησε το τρένο και είχε ήδη χαράξει το πρώτο φως της μέρας όταν φτάσαμε στα σύνορα της Τουρκίας. Στους επόμενους δυο ή τρεις σταθμούς που έκανε το τρένο μέσα στην Τουρκία επιβιβάστηκαν και άλλοι επιβάτες. Μέσα στο τρένο έγινε ο διαβατηριακός έλεγχος ενώ ο τελωνειακός θα γινόταν κατά την άφιξή μας στην Κωνσταντινούπολη.
Φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη και ήδη είχα συνεννοηθεί με το κορίτσι από την Τουρκία να με βοηθήσει να βρω ξενοδοχείο. ΄Εβαλα το σακίδιό μου στον ώμο και το κορίτσι μου ζήτησε να το βοηθήσω με τις αποσκευές του δίνοντάς μου μια μεγάλη τσάντα χεριού. Προχώρησα προς τον τελωνειακό έλεγχο όπου κάτι μου είπε στα τούρκικα ο τελώνης. Δεν κατάλαβα και του έδωσα το διαβατήριό μου. Τότε μου έδειξε να περάσω χωρίς να κοιτάξει τις αποσκευές μου. Κοίταξα πίσω και είδα ότι είχαν ανοίξει και τις δύο βαλίτσες που μετέφερε το κορίτσι του τρένου.
Αφού βγήκε κι αυτή έξω πήραμε ταξί για το ξενοδοχείο στο οποίο μου σύστησε να μείνω. ΄Ηταν ένα καλούτσικο ξενοδοχείο «Βόσπορος» λεγόταν, απέναντι από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και πολύ κοντά στην «κλειστή αγορά». Στο ξενοδοχείο ενώ περίμενα να μου δώσουν το κλειδί του δωματίου που θα έμενα το κορίτσι μιλούσε με σοβαρό ύφος με το ξενοδόχο ο οποίος σε κάποια στιγμή άπλωσε εφημερίδες στο πάτωμα και άδειασε σ αυτές το περιεχόμενο της χειραποσκευής που πέρασα από το τελωνείο, «βοηθώντας» το κορίτσι του τρένου. Η τσάντα ήταν γεμάτη τσάι το οποίο όπως είχα μάθει αργότερα ότι έχει μεγάλη κατανάλωση στην Τουρκία και η τουρκική κυβέρνηση το φορολογούσε βαριά. Γι αυτό και γινόταν λαθρεμπόριο τσαγιού, τότε, σήμερα δεν ξέρω.
Το κορίτσι πήρε λεφτά από το ξενοδόχο, αρκετά λεφτά απ ότι πρόσεξα και ύστερα με αποχαιρέτησε. Πήρα όμως κι εγώ το μάθημα μου. Να μη μεταφέρω αποσκευές αγνώστων και  ότι το τσάι είχε μεγάλη αξία στην Τουρκία!
Κ.Α.Χ.

9.3.2015   

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Δυο τσιγάρα δρόμο (συνέχεια)

ΔΥΟ ΤΣΙΓΑΡΑ ΔΡΟΜΟ (συνέχεια)
Ώστε δυο τσιγάρα δρόμο και θα είμαστε στη συνοριακή διάβαση. ΄Ετσι μας είπε ο οδηγός που μας πήρε και μας άφησε στη μέση του πουθενά για να πάρει το χωματόδρομο για τη φάρμα του.
Ο φίλος μου ο Γερμανός είχε τελειώσει το τρίτο του τσιγάρο όταν πράγματι στο βάθος σ΄ εκείνο το πράσινο άρχισαν να ξεχωρίζουν δέντρα. Μας πήρε ακόμη άλλες δυο ώρες ποδαρόδρομο να φτάσουμε ως εκεί και ο Γερμανός κάπνισε ακόμη τρία τσιγάρα. Εγώ ήμουνα μέσα στην τρελή ταλαιπωρία. Φορούσα κάτι παπούτσια με σχετικά ψηλό τακούνι. Εκείνη την εποχή ήταν στη μόδα τα αντρικά παπούτσια με ψηλό τακούνι. Επίσης φορούσα παντελόνι «καμπάνα» που ήταν στη μόδα εκείνη την εποχή. ΄Ηταν 30 Οκτωβρίου και εξακολουθούσε να κάνει ζέστη παρόλο που ήμασταν στα βόρεια.
Δώσαμε τα διαβατήριά μας στους Γιουγκοσλάβους ,τότε, συνοριοφύλακες που αδιάφορα χωρίς καλά-καλά να μας κοιτάξουν τα σφράγισαν και μας χαιρέτισαν. Όταν φεύγεις από μια χώρα δεν κάνουν ιδιαίτερο έλεγχο. Όταν εισέρχεσαι είναι που σε ελέγχουν.
Μπήκαμε στο δωμάτιο που ήταν οι Έλληνες συνοριοφύλακες και δώσαμε τα διαβατήριά μας, οπότε ακούω αυτόν που κρατούσε το δικό μου να λέγει:
-          Γιάννη έλα να δεις κυπριακό διαβατήριο!
Τόσο σπάνια περνούσαν από εκεί Κύπριοι που του έκανε εντύπωση και κάλεσε το συνάδελφό του να δει κυπριακό διαβατήριο. Μετά έριξε μια ματιά έξω και με ρώτησε:
-          Το αυτοκίνητό σας πού είναι; Ο άνθρωπος δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να είχαμε πάει εκεί με τα πόδια.
-          Μας άφησε με βλάβη λίγο πιο πίσω στη Γιουγκοσλαβία. Του απάντησα έτσι γιατί δε θα μπορούσα να του εξηγήσω την περιπέτειά μας και να με πάρει στα σοβαρά.
-          Και τώρα πού θα πάτε;
-          Στη Φλώρινα.
-          Να σας φωνάξω ταξί. Δεν υπάρχει άλλο μέσο μέχρι τη Φλώρινα. Δεν είναι μακριά ούτε και κοστίζει πολλά!
Πήραμε το ταξί και πήγαμε στο κέντρο της Φλώρινας. Καθίσαμε σε μια καφετέρια στη γωνιά του δρόμου, αν θυμάμαι καλά και ήπιαμε καφέ. Φάγαμε και τυρόπιτα και τραβήξαμε για το σιδηροδρομικό σταθμό. Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη όταν έπεφτε το πρώτο σκοτάδι και πήγαμε σε ένα ξενοδοχείο στην Εγνατίας όπου αποκοιμηθήκαμε μέχρι την επόμενη μέρα. Τόση ήταν η κούραση μας!
Την επομένη πήγαμε στην Καμάρα όπου ήπιαμε καφέ και φάγαμε μπουγάτσα. Ακολούθως πήραμε το ΚΤΕΛ και πήγαμε στην Αγία Τριάδα για μπάνιο παρά του ότι ήταν η τελευταία μέρα του Οκτώβρη.
Θυμάμαι το φίλο μου το Γερμανό με το μαγιό να κάνουμε βουτιές και να βγαίνει έξω να βρει χαρτομάντιλο για τη μύτη του!
Τελειώσαμε το μπάνιο μας και καθίσαμε σε ένα εστιατόριο παραθαλάσσιο για ψάρι. Το γκαρσόνι μας έλεγε τι ψάρια είχε κι εμείς του λέγαμε ¨βάλε δυο στα κάρβουνα, ρίξε μισό κιλό στο τηγάνι κλπ». Σε μισή ώρα ήρθε το γκαρσόνι και μας ρώτησε:
-          Πότε θα έρθουν οι υπόλοιποι για να αρχίσω και το τηγάνισμα;
-          Μα δεν περιμένουμε άλλους!
-          Καλά, πώς θα φάτε τόσο ψάρι δυο άτομα; Θα αφαιρέσω τα τηγανιτά. Αυτά στα κάρβουνα ψήνονται ήδη!
Απολαύσαμε το ψάρι και το κρασί μας, οπότε λέω στο Γερμανό:
-          Αυτός που μας είπε δυο τσιγάρα δρόμο φαίνεται πως καπνίζει τρία τη μέρα!

Κ.Α.Χ.

7.3.2015

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Δυο τσιγάρα δρόμο

ΔΥΟ ΤΣΙΓΑΡΑ ΔΡΟΜΟ
Η συζήτηση με το φίλο μου το Βάκη για καθορισμό του χρόνου με τη μέθοδο «όσο κρατάει ένας καφές» εκτός του ότι μου θύμισε το ομώνυμο τραγούδι του Μίλτου Πασχαλίδη μου έφερε στο νου και μια άλλη ιστορία από τα φοιτητικά χρόνια.
Βρέθηκα στο Μοναστήρι (Μπίτολα) που τότε ανήκε στη Γιουγκοσλαβία και σήμερα βρίσκεται στο κράτος των Σκοπίων όπως το αποκαλούν οι ΄Ελληνες  παίρνοντας το όνομα της πρωτεύουσάς του. Οι ίδιοι οι κάτοικοί του αποκαλούν το κράτος τους «Μακεντόνιγια», ο υπόλοιπος κόσμος «Μασεντόνια» (Macedonia) και όταν είναι παρόντες και Έλληνες, στα επίσημα βήματα, το αποκαλούν FYROM (ΠΓΔΜ, πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας).
Βρέθηκα εκεί με ένα φίλο μου Γερμανό καθοδόν προς τη Θεσσαλονίκη. Φυσιολογικά θα με ρωτήσετε πως βρέθηκα εκεί και δεν πήγα απευθείας στη Θεσσαλονίκη. Για δύο λόγους, πρώτο θέλαμε να δούμε το Μοναστήρι και δεύτερο βρήκαμε δυο δωρεάν αεροπορικά εισιτήρια, μιας διαδρομής για το Μοναστήρι. Το κορίτσι του Γερμανού φίλου μου εργαζόταν σε μια αεροπορική εταιρεία και δικαιούταν δωρεάν εισιτήρια. ΄Εβγαλε δυο εισιτήρια το ένα στο όνομα του πατέρα της και το άλλο στο όνομα του αδελφού της και έτσι ταξιδέψαμε μέχρι το Μοναστήρι. Σήμερα κάτι τέτοιο φαντάζει αδιανόητο με τους αυστηρούς ελέγχους για την τρομοκρατία και την ασφάλεια. Τότε δεν υπήρχε καθόλου έλεγχος ταυτοποίησης αυτού που ταξιδεύει σε σχέση με το εισιτήριο και το ταξιδιωτικό έγγραφο. ΄Ηταν αρκετό να κρατάς ισχύον εισιτήριο με το κίτρινο αυτοκόλλητο για την κράτηση και να έχεις στο διαβατήριο βίζα για τη χώρα προορισμού. Αυτό μόνο έλεγχαν. Εξάλλου όταν είχες δωρεάν εισιτήριο σε θεωρούσαν συνάδελφο και σε εξυπηρετούσαν!
΄Ετσι βρέθηκα στο Μοναστήρι θαυμάζοντας τα κτήρια με ελληνικό χαρακτήρα, σχολεία, το προξενείο, σπίτια πλουσίων Ελλήνων, κυρίως εμπόρων, που ζούσαν κάποτε εκεί στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θυμάμαι ότι φάγαμε γλυκά του ταψιού σε ένα ζαχαροπλαστείο που ονομαζόταν «Κυρά Φροσύνη». Τότε είχα φέρει στο νου μου ένα ντοκιμαντέρ με το σουλτάνο που είχε επισκεφθεί το Μοναστήρι, που γύρισαν οι αδελφοί Μανάκη, πρωτοπόροι του κινηματογράφου στα Βαλκάνια. Επισκεφθήκαμε και μερικές εκκλησίες με βυζαντινές τοιχογραφίες και καταλήξαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό για να πάρουμε το τρένο για τη Φλώρινα ή τη Θεσσαλονίκη.
Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε ότι δεν υπάρχει επιβατηγό τρένο για την Ελλάδα. Σημειώνω ότι η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή στα Βαλκάνια ήταν Μοναστήρι-Θεσσαλονίκη! Προσπαθήσαμε να πείσουμε το σταθμάρχη να μας επιβιβάσει σε φορτηγό τρένο αλλά στάθηκε αδύνατο. Το μόνο που μας έμενε ήταν το ωτο-στοπ!
Βγήκαμε έξω από την πόλη στο δρόμο όπου μια πινακίδα που έγραφε «προς Ελλάδα» Η κίνηση ήταν ελάχιστη. Σταμάτησε τελικά ένα φορτηγάκι, του εξηγήσαμε που πάμε και μας πήρε. Μετά από λίγη ώρα σταμάτησε. Στα αριστερά υπήρχε ένας χωματόδρομος και μας εξήγησε ότι θα πάρει το δρόμο αυτό για τη φάρμα του. Μας έδειξε στο βάθος κάτι που πρασίνιζε, σαν δέντρα που μόλις ξεχώριζαν σε τόση απόσταση και μας είπε να συνεχίσουμε με τα πόδια. «Είναι μακριά;» τον ρώτησα. «΄Όχι! Δυο τσιγάρα δρόμο!»
Ένα νέο μέτρο καταγραφής του χρόνου έμπαινε στη ζωή μου …

Κ.Α.Χ.
5.3.2015


Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

΄Οσο κρατάει ένας καφές

ΟΣΟ ΚΡΑΤΑΕΙ ΕΝΑΣ ΚΑΦΕΣ
Ακόμη δεν είχα προσεγγίσει καλά-καλά το τραπεζάκι που καθόταν ο φίλος μου ο Βάκης σε καφετέρια της οδού Λήδρας όπου είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε για καφέ και μου λέει:
-          Γιατί έτσι καθυστερημένος;
-          Ε όχι και καθυστερημένος! Αργοπορημένος θα εννοείς! Πάω να φέρω καφέ και θα σου εξηγήσω.
Επέστρεψα με δυο αχνιστούς αρωματικούς καφέδες, τους έβαλα στο τραπεζάκι και κάθισα.
-          Καθοδόν σταμάτησα στο φίλο μου το Χρίστο, καθίσαμε για καφέ και τα είπαμε για λίγο όσο κρατάει ένας καφές και μάλιστα κυπριακός ή ελληνικός ή βυζαντινός που στην πραγματικότητα είναι τούρκικος.
-          Τούρκικος;
-          Τούρκικος μάλιστα. ΄Όχι ο καφές φυσικά αλλά ο τρόπος ψησίματός του. Όταν οι Τούρκοι πολιορκούσαν τη Βιέννη είχαν μαζί τους καφέ που τον έψηναν με τον τρόπο που λέμε σήμερα κυπριακός καφές.
-          Καλά γιατί δεν μου τηλεφώνησες ότι θα αργήσεις λίγο να ξέρω να μην ανησυχώ;
-          Είπα λίγη αργοπορία, όσο κρατάει ένας κυπριακός καφές δεν πειράζει. Εξάλλου ξέρεις τη σχέση μου με τα τηλέφωνα!
-          Το πόσο κρατάει ένας καφές όμως από μας εξαρτάται.
-          Όχι! Εξαρτάται από τον καφέ! Για παράδειγμα ο εσπρέσο κρατάει μερικά δευτερόλεπτα και τον πίνεις στο πόδι.
-          Ναι αλήθεια. Τότε που πήγαμε μαζί εκδρομή στην Ιταλία μας είχε κάνει εντύπωση που οι Ιταλοί στα όρθια έπιναν τον καφέ τους και συνέχιζαν το δρόμο τους.
-          Τι άλλο μας είχε κάνει εντύπωση;
-          Τι άλλο;
-          Που μας χρέωναν το νερό! ΄Οπου ζητούσαμε ένα ποτήρι νερό μας έφερναν και μας το χρέωναν!
-          Τώρα κάνουν τα ίδια και στην Κύπρο! Παραγγέλλεις καφέ κυπριακό και σου τον φέρνουν χωρίς νερό! Αν είναι δυνατόν ο κυπριακός καφές χωρίς νερό!
-          Το κάνουν για να ζητήσεις νερό και σου φέρνουν εμφιαλωμένο για να σου το χρεώσουν. Λοιπόν σε διάρκεια ακολουθεί τον εσπρέσο ο κυπριακός καφές, ειδικά αν βάλεις και λίγο νερό σ΄αυτόν τότε κανονικά τελειώνει σε πέντε-έξι λεπτά. Αυτός ο ζεστός καφές, αμερικάνο ή φίλτρου κρατάει περίπου μισή ώρα. Εκείνος που διαρκεί ώρες πολλές είναι ο φραπέ το καλοκαίρι, ειδικά στην Ελλάδα που σου προσθέτουν και άλλα παγάκια αν θέλεις!
-          Ώστε τόσο κρατάει ένας καφές και επομένως δεν χρειαζόταν να μου τηλεφωνήσεις ότι θα αργήσεις!
-          Ναι και να προσέχεις από τους έρωτες που κρατάνε όσο κρατάει ένας καφές!
Κ.Α.Χ.

4.3.2015

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Ο "πεισματάρης"

O «ΠΕΙΣΜΑΤΑΡΗΣ»
Είχα συμφωνήσει με το φίλο μου το Βάκη να συναντηθούμε για καφέ σε καφετέρια της οδού Λήδρας. Στάθμευσα το αυτοκίνητό μου στο δημοτικό χώρο στάθμευσης το προμαχώνα της πλατείας Σολωμού.
Στο χώρο αυτό πριν να τοποθετήσει ο Δήμος Λευκωσίας το καινούριο σύστημα έκδοσης εισιτηρίων, ίσχυε ένα ιδιόμορφο είδος «αλληλεγγύης» μεταξύ των οδηγών. Όταν κάποιος αναχωρούσε από εκεί και είχε ακόμη σε ισχύ απόδειξη πληρωμής του τέλους στάθμευσης που τοποθετείτο στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου για έλεγχο, την έδινε σε κάποιο άλλο οδηγό για να μην πληρώσει και αυτός. Η «αλληλεγγύη» αυτή καταργήθηκε με το νέο σύστημα έκδοσης εισιτηρίων το οποίο απαιτεί την τοποθέτηση της απόδειξης στο σύστημα για να ανοίξει η ράμπα εξόδου!
Κατηφόρισα λοιπόν από το δρόμο εντός των τειχών με κατεύθυνση προς την οδό Λήδρας και αμέσως μετά το κουρείο (δε ξεχνώ ότι σ΄ αυτό το κουρείο κουρεύτηκα πριν το γάμο μου) κοντοστάθηκα μπροστά στη μισάνοιχτη  πόρτα της σκάλας που οδηγεί στα γραφεία του φίλου και κουμπάρου μου του Χρίστου.. Την έσπρωξα και μπήκα. Η σκάλα είναι γεμάτη με στοιβαγμένα  βιβλία, περιοδικά, χαρτικά, μηχανήματα εκτυπωτικά, φωτοτυπικές κλπ.
Η πόρτα των γραφείων ανοιχτή αλλά και εκεί ο διάδρομος γεμάτος βιβλία και χαρτικά. Η πόρτα του γραφείου όπου κάθεται ο φίλος μου μισάνοιχτη κι αυτή. Την έσπρωξα και μπήκα. Βιβλία στοιβαγμένα από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι, βιβλία πάνω στα γραφεία με δυο-τρεις οθόνες και υπολογιστές σε λειτουργία και ο φίλος μου πίσω από τα βιβλία και από μια οθόνη κάθεται και εργάζεται πάνω σε μια καινούρια έκδοση. Σ΄αυτούς τους δύσκολους οικονομικά καιρούς ο φίλος μου επιμένει στην έκδοση βιβλίων . Τα βιβλία εξάλλου είναι τα παιδιά του! Μπορεί ένας πατέρας να εγκαταλείψει ποτέ τα παιδιά του; Αδύνατο!
            - Καλημέρα!
            - Καλημέρα! Κάθισε.
            - Μα που να καθίσω;
            - Σήκωσε εκείνα τα χαρτιά από την καρέκλα και βάλε τα εδώ.
Μου υπέδειξε ακριβώς ένα χώρο για να άλω τα χαρτιά για να ξέρει πού είναι. Και πράγματι μέσα σ΄εκείνο το χάος από βιβλία και χαρτιά ο ίδιος ξέρει πού βρίσκεται το καθετί.
Ο φίλος μου ο «πεισματάρης» επιμένει στο βιβλίο. «Πεισματάρη το βάφτισε ένας πρέσβης κοινός μας φίλος, καλή του ώρα όπου και να βρίσκεται εκεί στην Ουάσιγκτον σήμερα. ΄Ηξερε πέντε λέξεις όλες κι όλες στα Ελληνικά και η μια ήταν το «πεισματάρης» για να φωνάζει έτσι το φίλο μας.
Πράγματι έχει πείσμα. ΄Εχει πείσμα για κάθε καλό και το παλεύει, αγωνίζεται μέχρι να πετύχει το στόχο του, στόχο που θα ωφελήσει τους άλλους. Από τότε που έχασε την αγαπημένη του σύζυγο από ανίατη ασθένεια όλο του το πείσμα διοχετεύτηκε στο να βοηθά ασθενείς από καρκίνο. ΄Εχει συνδέσει τη ζωή του με το στόχο αυτό σαν ένα τάμα προς τη σύζυγό του που έχασε.
Σε λίγο μπήκε στο γραφείο ακόμη ένας φίλος, ο «μουχτάρης»  όπως τον λέει ο φίλος Χρίστος. Μετά που αφυπηρέτησε εκλέχτηκε κοινοτάρχης του κατεχόμενου χωριού του.
΄Ολοι μαζί πήγαμε στη συνέχεια σε ένα εστιατόριο απέναντι από τα γραφεία του φίλου μου και ήπιαμε ένα καφέ, λέγοντάς τα για όσο κρατάει ένας καφές, κυπριακός!
Κ.Α.Χ.

3.3.2015

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Περί ζωγραφικής

ΠΕΡΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ
Μετά τον πρωινό μας καφέ σε καφετέρια της οδού Ονασαγόρου, ο φίλος μου ο Βάκης πρότεινε να επισκεφθούμε μια γκαλερί όπου η κόρη ενός γείτονά του παρουσίαζε έργα ζωγραφικής που είχε ζωγραφίσει τον τελευταίο χρόνο κατά τον οποίο βρισκόταν σε «χωριό καλλιτεχνών» σε μια ευρωπαϊκή χώρα για την οποία ο Βάκης δεν ήταν σίγουρος ποια ήταν. Παρόλο που ο χρόνος με πίεζε εντούτοις, μιας και ο φίλος μου ο Βάκης ενδιαφέρθηκε για πολιτιστικό δρώμενο στην πόλη μας, δεν αρνήθηκα. Δεν του χάλασα το χατίρι και βρεθήκαμε σε μια γκαλερί στην εκτός των τειχών πόλη.
Σταθήκαμε μπροστά από ένα ολόμαυρο πίνακα που είχε στη μέση μια άσπρη σφαίρα. Ο φίλος μου ο Βάκης διάβασε από τον κατάλογο:
-          Ο τίτλος του έργου είναι «άσπρο στο μαύρο»!
-          Ξέρεις τι μου θυμίζει αυτό το έργο;
-          Τι σου θυμίζει;
-          Ένα παρόμοιο έργο που περιγράφει ο Δ. Ψαθάς σε ένα χρονογράφημά του, «Το πένθος μιας γάτας». Εδώ θα έλεγα ότι πρόκειται για το πένθος μιας άσπρης γάτας!
-          ΄Ετσι το βλέπει η καλλιτέχνιδα! ΄Ασπρο στο μαύρο!
-          Καλά εσύ μήπως βλέπεις κόκκινο στο γαλάζιο;
Μετακινηθήκαμε πιο πέρα μπροστά από ένα ολόασπρο πίνακα με μια μαύρη σφαίρα στη μέση και ο φίλος μου ο Βάκης διαβάζει:
-          Ο τίτλος του έργου είναι «μαύρο στο άσπρο»!
-          Καλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται να έχεις μαντικές ικανότητες για να το πεις αυτό!
-          Εσύ τι θα έλεγες;
-          Θα έλεγα «Η χαρά μιας μαύρης γάτας»!
-          Δεν είσαι και ενθουσιασμένος με τα έργα της καλλιτέχνιδας.
-          Πως, πως! Σκέφτομαι μάλιστα να αγοράσω αυτά τα δυο έργα και ανάλογα με τα κέφια μου να κρεμάω το μαύρο, για τις στεναχώριες και το άσπρο, για τις χαρές! Παρόλο που είχα κάτι δουλειές να κάνω θα τις αφήσω για αύριο για να πάμε για άλλο ένα καφέ να μου περάσει το πολιτιστικό σοκ που έπαθα!
Κ.Α.Χ.
2.3.2015