Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Ακάμας

ΑΚΑΜΑΣ
΄Ηταν Κυριακή την ώρα που ο ήλιος πήγαινε να δύσει όταν θυμήθηκα ότι έχω και κινητό τηλέφωνο . Το έψαξα για λίγο και το βρήκα χωρίς να χρειαστεί να καλέσω τον αριθμό μου από το σταθερό για να το εντοπίσω. Είχα μια αναπάντητη κλήση από τον ξάδελφο μου από το Σάββατο! Τον κάλεσα και τον ακούω να μου λέγει.
-          Ξεπέρασες και τη γυναίκα μου μωρέ αθεόφοβε με το κινητό! Μαζί σου πρέπει να κλείνουμε ραντεβού μια βδομάδα πριν για να μιλήσουμε στο κινητό!
-          Καλά αφού ξέρεις όταν είμαι στο σπίτι αφήνω κάπου το κινητό και το ξεχνώ.
-          Τώρα είναι αργά. Σε πήρα αν ήθελες να πηγαίναμε σήμερα το πρωί στην Κερύνεια. Πήγαμε και λειτουργήσαμε τη μικρή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Βοήθησα κι εγώ ψάλλοντας. Είναι μια  εκκλησούλα σ΄ ένα στενό δρόμο που βγάζει στο λιμάνι. Δεν την πείραξε κανένας αυτή την εκκλησία γιατί την πρόσεχε μια γυναίκα Ελληνοκύπρια που είχε παντρευτεί ένα Τουρκοκύπριο. Μακαρίστηκε κι αυτή πριν ένα χρόνο και οι Κερυνειώτες της έκαναν μνημόσυνο.
-          Εσύ από το Καιμακλί πως και βρέθηκες να ψάλλεις στην Κερύνεια;
-          Ο συμπέθερος μου είναι Κερυνειώτης και με παρακάλεσε να βοηθήσω. Πάμε την Τρίτη για φαγητό στο «Βικλαρίν» για φαγητό;
-          Για φαγητό να πάμε αλλά τι είναι και που είναι αυτό το «Βικλαρίν»;
-          Στον Ακάμα, αμέσως μετά τον Άγιο Γεώργιο της Πέγειας.
-          Στον Ακάμα δεν πήγα ποτέ μου!
-          Δεν πήγες; Θα πάμε μαζί την Τρίτη!
Την Τρίτη λοιπόν ξεκίνησα το πρωί – τι πρωί, είχε πάει σχεδόν εννιά η ώρα- για την Ακτή του Κυβερνήτη να συναντήσω τον ξάδελφο μου στο εξοχικό του και να συνεχίσουμε με το αυτοκίνητό του που έχει κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Κάπου εκεί κοντά στην Αλάμπρα κτύπησε το κινητό μου. ΄Ηταν ο ξάδελφος.
-          Πού είσαι;
-          ΄Ερχομαι, είμαι κοντά στην Αλάμπρα. Σε είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί.
-          Πολύ πρωινός μου είσαι! Κι εγώ ανησυχούσα μήπως έρθεις και δεν με βρεις γιατί πήγα για μπάνιο πρωί-πρωί. Σου έστειλα και μήνυμα αλλά αμφιβάλλω αν το είδες!
Πράγματι δεν το είχα δει. ΄Εφτασα εκεί και με περίμενε στο αυτοκίνητο! Ξεκινήσαμε κι αρχίσαμε την κουβέντα. Ο ξάδελφος είναι πολύ καλός στο λέγειν! Χωρίς να το καταλάβουμε φτάσαμε στον πρώτο μας σταθμό που ήταν το σπίτι του κουμπάρου το ξάδελφου στη Γεροσκήπου. Αφού ήπιαμε τον καφέ μας στου κουμπάρου συνεχίσαμε. Δεύτερος σταθμός το λιμανάκι του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας. Δροσιστήκαμε, κάνοντας ένα ωραίο μπάνιο στα ήσυχα και καθαρά νερά του λιμανιού! Μετά συνεχίσαμε και πιάσαμε το χωματόδρομο για τον Ακάμα. Στην αρχή μου φάνηκε υποφερτός. Μετά ήρθαν τα δύσκολα! Η θέα όμως σαν να ήταν βαλτή, σε αποζημίωνε συνέχεια από την περιπέτεια των δρόμων. Αντικρίσαμε κάτι βράχους, λες και πριν καμιά μέρα να αποσύρθηκαν απ΄ εκεί τα νερά της θάλασσας. Νοιώθεις σαν να άνοιξε ο Μωυσής τα νερά του Σουέζ για να περάσεις!
-          Βλέπεις εκεί ψηλά! Εκεί είναι το «Βικλαρίν», το εστιατόριο.
-          Μα πώς θα φτάσουμε εκεί;
-          Θα φτάσουμε. Μη ξεχνάς ότι έχεις δίπλα σου Τον Οδηγό! Κοντά μου πέρασαν εξετάσεις οι μισοί οδηγοί της Κύπρου!
-          «Βικλαρίν» ξάδελφε σημαίνει παρατηρητήριο. Η λέξη συναντάται στα Βυζαντινά χρόνια, βιγλάτορας … Πράγματι η τοποθεσία δικαιολογεί την ονομασία!
Αφού ανεβήκαμε την ανηφόρα φτάσαμε στο εστιατόριο. Όλα τα αυτοκίνητα εκεί ήταν της ενοικίασης,  με κόκκινες πινακίδες εγγραφής. Μόνο το δικό μας είχε κανονικούς αριθμούς! Εκεί μας περίμεναν οι ιδιοκτήτες, μάλλον τα παιδιά του ιδιοκτήτη, κόρες, γαμπροί και εγγόνια. Ο ξάδελφος τους γνώριζε όλους με τα ονόματά τους! Μας έβαλαν και καθίσαμε στο πιο ψηλό σημείο του  … παρατηρητηρίου! Η θάλασσα μαγευτική! Η θέα απλωνόταν μέχρι το νησί του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας. Στο διπλανό ύψωμα προς τον Άγιο Γεώργιο της Πέγειας ένα καινούριο κτίσμα. Το ησυχαστήριο της Μητρόπολης Πάφου.
Το φαγητό εξαίσιο! Χοιρινή σούβλα, το μόνο που σερβίρει! Με σαλάτα και κρεμμύδι και δυο ποτηράκια ζιβανία. Απολαύσαμε το φαγητό μας και ανταλλάξαμε μερικά λόγια με τα διπλανά μας τραπέζια. ΄Ολοι οι τουρίστες κατενθουσιασμένοι με τη θέα και τη φύση και απογοητευμένοι από τα χάλια των δρόμων. Τους είπαμε για τους «Πράσινους» της Κύπρου που προστατεύουν τη φύση!  Μας είπαν ότι οι πράσινοι έχουν να κάνουν πολλά στις πόλεις και στα χωριά αν θέλουν και ότι ένας «περιφραγμένος παράδεισος γίνεται κόλαση!»
Συνεχίζοντας το δρόμο μας συναντούσαμε μόνο αυτοκίνητα της ενοικίασης. Είναι τέτοιο το οδικό δίκτυο που κανένας πολίτης αυτής της χώρας δεν τολμά να ταξιδεύσει εκεί με το δικό του αυτοκίνητο γιατί κινδυνεύει να καταλήξει στην…  ανακύκλωση! Περάσαμε από την παραλία της Λάρας όπου βγαίνουν και γεννούν τα αυγά τους οι χελώνες και όπου υπάρχει και το δεύτερο εστιατόριο στον Ακάμα. Συνεχίσαμε με χίλια βάσανα στο δρόμο, πολύ συχνά χρησιμοποιώντας τετρακίνηση και φτάσαμε, μετά που χάσαμε δυστυχώς την πορεία μας δυο φορές, στο ξωκλήσι του Αγίου Κόνωνα. Το ξωκλήσι είναι ανοιχτό για όποιο τα καταφέρει να φτάσει εκεί. Προσκυνήσαμε με ευλάβεια και συνεχίσαμε την πορεία μας. Συναντήσαμε εκεί κοντά στο ξωκλήσι και δυο μάντρες με ζώα και νερό, λιγοστό, αλλά τρέχει!
Ο ξάδελφος «βάλθηκε» να με πάει μέχρι το φάρο του Ακάμα! Και πάλι όμως χάσαμε την πορεία μας δυο φορές και στο τέλος ανεβήκαμε μέχρι επάνω στο φάρο με το αυτοκίνητο παρά το γεγονός ότι του έλεγα να μείνουμε κάτω από φόβο μήπως δεν τα καταφέρουμε! Η θέα και από εκεί καταπληκτική, απίθανη, μαγευτική, φανταστική για να χρησιμοποιήσω ένα όρο που είναι της μόδας! Καθοδόν διερωτόμουν τι θα γίνει αν συναντούσαμε άλλο αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση, αφού ο δρόμος μόλις και μετά βίας χωρούσε ένα αυτοκίνητο και κάτω γκρεμός πολλών μέτρων. Ευτυχώς δεν υπήρχαν άλλοι «τρελοί» να πάνε μέχρι το φάρο!
Συνεχίσαμε προς τα λουτρά της Αφροδίτης σε ένα σχεδόν ανύπαρκτο οδικό δίκτυο και μάλιστα αφού προσπεράσαμε και μια πινακίδα που έγραφε να μην προχωρούν αυτοκίνητα γιατί δεν υπάρχει διέξοδος! Τα καταφέραμε! Βρήκαμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο! Άλλος κόσμος!
 Πρώτη φορά πήγα στον Ακάμα. Η ομορφιά της φύσης απερίγραπτη με λόγια. Μια αρμονία που σε ηρεμεί! Μια ονειρική αγριάδα! Ένα όνειρο στο ξύπνο! Και όμως στη «σοφία» τους κάποιοι δεν δημιουργούν ένα καθώς πρέπει οδικό δίκτυο από  ασφαλτοστρωμένους δρόμους, για να αξιοποιηθεί αυτή η απαράμιλλη ομορφιά. Οδικό δίκτυο με πολλές επιβαλλόμενες απαγορεύσεις για να προστατευθεί η φύση αλλά και να είναι συνάμα κτήμα του λαού.
 Σήμερα η φύση εκεί υποφέρει από τη σκόνη και χάνει από την ομορφιά της. Οι πράσινοι θάμνοι έγιναν καφέ-γκρίζοι. Πολλοί δημιουργούν συνέχεια νέους παράδρομους όταν δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον υποτιθέμενο «δρόμο» με αποτέλεσμα να καταστρέφεται το πράσινο! Προστασία της φύσης δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη και απουσία έργων, μετρημένων φυσικά, λογικών, συνοδευόμενων από μέτρα προστασίας. Να προστατευθεί ο Ακάμας, ναι, αλλά να μην μείνει προνόμιο μερικών! Πηγαίνετε να δείτε ( αφού πρώτα ενοικιάσετε ξένο αυτοκίνητο!)
Κ.Α.Χ.
18.10.2014


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Οι φούρνοι

ΟΙ ΦΟΥΡΝΟΙ
ΕΙΚΟΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Το ψωμί την εποχή που ήμουν μικρό παιδί ήταν το βασικό είδος διατροφής σε όλη την Κύπρο. Δεν θα μπορούσε κανένας να διανοηθεί ότι θα καθίσει στο τραπέζι για φαγητό, πρόγευμα, γεύμα ή δείπνο, χωρίς να υπάρχει ψωμί. Θα μπορούσαν να λείπουν όλα τα άλλα, όχι όμως το ψωμί!
Η γιαγιά μου όπως μου έλεγε η μητέρα μου φούρνιζε, όταν ήτα κι αυτή μικρή κάθε δεκαπέντε με είκοσι μέρες και έφτιαχνε ψωμιά για να έχουν για όλες αυτές τις μέρες. Εγώ θυμάμαι που η γιαγιά μου το Πάσχα μαζί με τις φλαούνες φούρνιζε και μερικά ψωμιά όπως επέβαλλε το έθιμο. Τότε στο Καιμακλί, κάθε σπίτι ή σχεδόν κάθε σπίτι είχε το φούρνο του. Οι φούρνοι ήταν δύο ειδών ανάλογα με το πού έβαζαν τα ξύλα για να «πυρώσουν» τη μαρμάρινη ή «πλιθαρένη» πλάκα του φούρνου πάνω στην οποία έβαζαν τα ψωμιά για ψήσιμο. Σε κάποιους φούρνους άναβαν το ξύλα κάτω από την πλάκα και σε κάποιους πάνω στην πλάκα. Στη δεύτερη περίπτωση όταν ζεσταινόταν ο φούρνος παραμέριζαν τα κάρβουνα, ξέπλεναν την πλάκα και μετά έβαζαν τα ψωμιά.
Την εποχή εκείνη στο Καιμακλί υπήρχαν τρεις φούρνοι που έφτιαχναν τα ψωμιά, μάλλον το ψωμί γιατί μόνο ένα είδος ψωμιού υπήρχε, το παραδοσιακό στρογγυλό ψωμί. Μετά από κάποια χρόνια οι φούρνοι άρχισαν να ψήνουν ακόμη ένα είδος ψωμιού τη «φραντζόλα» που ήταν το άσπρο στενόμακρο ψωμί. Το παραδοσιακό ψωμί, αν θυμάμαι καλά, παρασκευαζόταν από ανάμεικτο αλεύρι, ενώ η «φραντζόλα» από ένα είδος αλεύρι μόνο.
Οι δυο φούρνοι του Καιμακλίου βρίσκονταν στο κέντρο του χωριού, ο φούρνος του «Τσιάππα» και ο φούρνος της «Κονναρίνας», ενώ ο τρίτος ο φούρνος του «Γιώργου του ψωμά» στην άκρη του χωριού προς την τουρκική συνοικία της Λευκωσίας. Από τη Δευτέρα μέχρι και το Σάββατο οι φούρνοι δούλευαν και ασταμάτητα έφτιαχναν ψωμιά. Δούλευαν όμως και την Κυριακή το πρωί και έψηναν το ψητό για το Κυριακάτικο γεύμα της οικογένειας. Η νοικοκυρά ετοίμαζε το σινί με το ψητό, πατάτες με κρέας ή κοτόπουλο, από νωρίς το πρωί της Κυριακής, πριν πάει στην εκκλησία και ο σύζυγός της το έπαιρνε στο φούρνο για ψήσιμο. Ο φούρναρης είχε μια κιμωλία και έγραφε στο κάθε σινί το όνομα του ιδιοκτήτη για να το ξεχωρίζει και να του το παραδώσει όταν θα ήταν έτοιμο. Γύρω στο μεσημέρι ο άντρας πήγαινε και πάλι στο φούρνο είτε πεζός είτε με ποδήλατο και έφερνε το ψητό στο σπίτι όπου όλη η οικογένεια περίμενε με ανυπομονησία να σερβιριστεί! Μερικοί έπαιρναν για ψήσιμο στο φούρνο και κανένα σινί με μακαρόνια του φούρνου. Όταν θα γινόταν γάμος την Κυριακή οπωσδήποτε ένας φούρνος από όλους θα δούλευε και το απόγευμα της Κυριακής για το ψήσιμο των φαγητών του γάμου , των σινιών με το ψητό κρέας και τις πατάτες.
Το ψωμί από το φούρνο έφτανε στο σπίτι ζεστό και θυμάμαι που κόβαμε κανένα κομμάτι για να το απολαύσουμε ζεστό. Θυμάμαι μια φορά που ο πατέρας ενός συνομήλικού μου παιδιού του έδωσε ακριβώς το αντίτιμο για δύο ψωμιά να πάει στο φούρνο του Γιώργου του ψωμά και να τα φέρει στο σπίτι. Νομίζω πως τότε η τιμή του ψωμιού ήταν εννέα γρόσια. Πήγε λοιπόν το παιδί στο φούρνο, έδωσε τα λεφτά στο φούρναρη και πήρε δυο ζεστά ψωμιά. Καθοδόν όμως κόβοντας κομματάκια σιγά-σιγά έφαγε το ένα έτσι όπως ήταν ζεστό! Ο πατέρας του τον ρώτησε που είναι το άλλο ψωμί αλλά από φόβο απέφευγε να ομολογήσει το «παράπτωμά» του. Ο πατέρας τότε πήρε το παιδί του από το χέρι και πήγε στο φούρναρη ζητώντας εξηγήσεις. Παρ ολίγο να γίνει καυγάς γιατί ο πατέρας απαιτούσε ακόμη ένα ψωμί νομίζοντας ότι ξεγέλασαν το γιο του ενώ ο φούρναρης επέμενε ότι του έδωσε δυο ψωμιά. Στο τέλος ο μικρός ομολόγησε, αλλά ο πατέρας του μετά του τις έβρεξε για να μάθει να μην τρώει ολόκληρο ψωμί και κυρίως να λέει την αλήθεια!
Κ.Α.Χ.

17.10.2014

Εφημερίδες

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ, ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ …
ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Η εφημερίδα τότε που ήμουνα μικρό παιδί ήταν το μόνο μέσο ενημέρωσης. Τηλεόραση δεν υπήρχε καθόλου και τα ραδιόφωνα ήταν λιγοστά. Θυμάμαι που ο παππούς μου, πολύ προοδευτικός άνθρωπος για την εποχή του, αφού από τότε είχε τη δική του βιβλιοθήκη από την οποία όλα τα εγγόνια του δανειζόμασταν βιβλία, απέκτησε το πρώτο του ραδιόφωνο. Στο μέγεθος ήταν όσο μια τηλεόραση δεκατεσσάρων ιντσών και λειτουργούσε με μπαταρία. Μια μεγάλη μπαταρία στο μέγεθος των μπαταριών αυτοκινήτου, μάρκας BEREC που διαρκούσε δύο μήνες περίπου. Όταν άδειαζε με έστελλε σε ένα κατάστημα που πουλούσε ελάχιστα πράγματα αλλά και μπαταρίες!
Η λήψη στο ραδιόφωνο δεν ήταν σταθερή και συχνά παρεμβάλλονταν «παράσιτα». Θυμάμαι ότι ο θείος μου είχε ανεβεί τότε στη στέγη του σπιτιού και τοποθέτησε μια κεραία. ΄Ηταν ένα γυμνό κόκκινο σύρμα, στην ουσία πολλά λεπτά σύρματα τυλιγμένα μαζί τα οποία στερέωσε σε δύο πασσάλους που τοποθέτησε πάνω στη στέγη.
Η εφημερίδα όμως και τότε και πολλά χρόνια μετά ήταν το κύριο μέσο ενημέρωσης. Δεν υπήρχαν τότε περίπτερα σε κάθε δρόμο όπως σήμερα και τις εφημερίδες τις πωλούσαν οι εφημεριδοπώλες. Το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη, αν υπήρχε σήμερα που κυριαρχούν στα εργατικά οι συντεχνίες θα κατατασσόταν στα «ανθυγιεινά» επαγγέλματα!  Οι εφημεριδοπώλες πήγαιναν στο πρακτορείο τύπου με το ποδήλατό τους γύρω στα μεσάνυχτα να παραλάβουν τις εφημερίδες. Τις περισσότερες φορές ξημερωνόντουσαν εκεί περιμένοντας να έλθει και η τελευταία εφημερίδα που αργούσε γιατί τότε οι βλάβες στα τυπογραφεία ήταν συχνές. Πήγαιναν εκεί χειμώνα-καλοκαίρι, με κρύο και με ζέστη, Κυριακές, γιορτές και σχόλες- εκτός από τις ημέρες που δεν κυκλοφορούσαν εφημερίδες. Υπήρχε δε και η αργία των εφημεριδοπωλών, μια φορά το χρόνο.
Μετά πήγαιναν στο σπίτι τους και εκεί πάλι δουλειά. Να τυλίξουν τις εφημερίδες και να τις βάλουν σε σειρά κατά οδό και κατά πελάτη. Στη συνέχεια άρχιζε η διανομή. Στους κεντρικούς δρόμους της Λευκωσίας θυμάμαι τους εφημεριδοπώλες που πωλούσαν τις απογευματινές εφημερίδες  –κυκλοφορούσαν δύο τότε και η καθεμιά είχε το δικό της εφημεριδοπώλη- και διαλαλούσαν την εφημερίδα με το όνομά της καθώς και με την κύρια είδηση που δημοσίευε!
Στο Καιμακλί εφημεριδοπώλης μας ήταν ο κύριος Μωυσής. Περνούσε πρωί-πρωί με το πρώτο φως της αυγής καβάλα στο ποδήλατό του και έριχνε με μαεστρία και ευστοχία την εφημερίδα του καθενός στη βεράντα του. Στα σπίτια που δεν είχαν βεράντα τοποθετούσε την εφημερίδα στο χερούλι της πόρτας. Ο καθένας τότε περίμενε να έλθει η εφημερίδα του για να της ρίξει μια ματιά προτού φύγει για τη δουλειά του. Το πραγματικό διάβασμα γινόταν μετά την επιστροφή από τη δουλειά. Ο κύριος Μωυσής ερχόταν κατά κανόνα στην ώρα του. Αν τύγχαινε να καθυστερήσει καμιά φορά, τότε μερικοί ήταν άξιοι να τον περιμένουν και να του κάνουν παράπονο! Σπάνια αστοχούσε, δεν πετύχαινε δηλαδή να ρίξει την εφημερίδα στη βεράντα. Αν αυτό γινόταν το καλοκαίρι μικρό το κακό. Αν όμως γινόταν το χειμώνα και η μέρα ήταν βροχερή τότε υπήρχε μεγάλο πρόβλημα. Μέχρι που ένας γείτονάς μας, γνωστός για τη τσιγγουνιά του, αρνιόταν να πληρώσει την εφημερίδα του για εκείνην τη μέρα.
Ο κύριος Μωυσής πληρωνόταν κάθε Σάββατο. Μετά τη διανομή έκανε δεύτερη βόλτα στα σπίτια και εισέπραττε τα οφειλόμενα της βδομάδας. Θυμάμαι που είχαμε έτοιμα δυο σελίνια και ένα γρόσι κάθε Σάββατο γιατί τότε η εφημερίδα πουλιότανε προς τρία γρόσια. Θυμάμαι επίσης πως μερικές φορές παρόλο που μπορεί μια μέρα να μην κυκλοφορούσε εφημερίδα, εντούτοις πληρώναμε τρία γρόσια επί εφτά μέρες. Ο παππούς μου έλεγε «δεν πειράζει είναι το δώρο του εφημεριδοπώλη!» Μερικοί τον πλήρωναν την Κυριακή μετά τη θεία λειτουργία. Ο κύριος Μωυσής τους έβρισκε στο καφενείο όπου σύχναζαν.
Πάντοτε διερωτόμουν γιατί τον αποκαλούσαν «κύριο Μωυσή» και όχι σκέτο «Μωυσή». ΄Ισως γιατί ασχολείτο με τα γράμματα, με τις εφημερίδες!
Κ.Α.Χ.

16.10.2014  

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Τα κουρεία

ΤΑ ΚΟΥΡΕΙΑ
ΕΙΚΟΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Όταν ήμουν μικρός έβλεπα τους μεγάλους που ξυρίζονταν στο κουρείο και ανυπομονούσα να μεγαλώσω για να ξυρίζομαι κι εγώ. Με τα χρόνια αρχίζεις να βαριέσαι το ξύρισμα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Όταν η δουλειά σου απαιτεί να είσαι καθημερινά φρεσκοξυρισμένος τότε περιμένεις να έρθει καμιά αργία ίσως και τα καταφέρεις και μείνεις μια μέρα αξύριστος!
Απ ότι θυμάμαι ο παππούς μου δεν πρέπει να ξυρίστηκε ποτέ μόνος του. Πήγαινε κάθε απόγευμα στον κουρέα και τον ξύριζε. ΄Οποτε έτυχε να πάω μαζί του καθόμουνα στον καναπέ του κουρέα και παρακολουθούσα όλη τη διαδικασία. Ο παππούς μου καθόταν στην καρέκλα η οποία ήταν ανακλινώμενη. Ο κουρέας ρύθμιζε την κλίση ανάλογα με το ύψος του πελάτη και ανάλογα ρύθμιζε και το στήριγμα για το κεφάλι. Τίναζε μια φρεσκοσιδερωμένη κάτασπρη πετσέτα και την τοποθετούσε γύρω από το πρόσωπο του πελάτη. Με το πινέλο του έκανε σαπουνάδα σε ένα κόκκινο μικρό δοχείο από καουτσούκ και στη συνέχεια την άπλωνε στο πρόσωπο αυτού που θα ξύριζε. Δούλευε το πινέλο του για αρκετή ώρα και με μαεστρία μετακινείτο από τη μια πλευρά του πελάτη στην άλλη. ΄Επαιρνε το ξυράφι του το βουτούσε σε ένα απολυμαντικό υγρό και το ακόνιζε τρίβοντάς το πάνω σε ένα δερμάτινο ακονιστήρι που ήταν κρεμασμένο εκεί δίπλα του. «Κραδαίνοντας» το ξυράφι του πλησίαζε τον πελάτη που τον έβλεπε σιωπηρός, αφαιρούσε λίγη σαπουνάδα με το δάκτυλό του στο σημείο που τέλειωνε η φαβορίτα και άρχιζε το έργο του. Όταν τέλειωνε τη μια πλευρά περνούσε στην άλλη και μετά άρχιζε τις κόντρες. Στο τέλος έπαιρνε την πετσέτα από τον πελάτη και σκούπιζε το πρόσωπό του. Πλησίαζε στον πάγκο του, έπαιρνε ένα μπουκαλάκι κολόνια που το είχε για χρόνια και το ξαναγέμιζε όποτε άδειαζε από κάποιο μεγάλο κουβά υπολογίζω. Γέμιζε τότε τη χούφτα του και περιέλουε το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο του πελάτη, λέγοντας «με τις υγείες σας!» Όταν σηκωνόταν ο πελάτης και πλήρωνε, ο κουρέας τίναζε με την πετσέτα του προηγούμενου πελάτη την καρέκλα του και καλούσε τον επόμενο.
Ο κουρέας μιλούσε συνέχεια καθώς ξύριζε τον πελάτη του. Μιλούσε για την πολιτική, το ποδόσφαιρο, τον καιρό, για γάμους και βαφτίσια και ότι άλλο μπορείτε να σκεφτείτε. ΄Ηξερε τα ενδιαφέροντα των πελατών του και έτσι προσάρμοζε ανάλογα το θέμα του σ΄ αυτά.
Όλα αυτά τα παρατηρούσα στο κουρείο του «Κάλλη» που ήταν κοντά στο καφενείο του «Ζαχαρή» όποτε πήγαινα εκεί με τον παππού μου. Ενόσω περίμενα ο παππούς μου μού παράγγελλε πορτοκαλάδα από το καφενείο του «Ζαχαρή» ο οποίος την έφερνε σε ένα ειδικό κρεμαστό δίσκο που είχαν οι καφετζήδες για να μεταφέρουν σε αποστάσεις τους καφέδες.
Το Καιμακλί είχε την τότε εποχή αρκετά κουρεία. Εγώ πήγαινα για κούρεμα στο κουρείο που πήγαινε ο πατέρας μου στου «Φαλέκκου». Το κουρείο αυτό ήταν δίπλα από το καφενείο του «Μάγειρα» με το οποίο μάλιστα επικοινωνούσε με μια πόρτα από συρματόπλεγμα. Μπορούσες δηλαδή από το καφενείο να βλέπεις τι γίνεται στο κουρείο και αντίθετα. Οι πελάτες του κουρείου συνήθως δεν περίμεναν τη σειρά τους στο κουρείο αλλά πήγαιναν στο καφενείο για καφέ, τάβλι ή χαρτιά και όταν ερχόταν η σειρά τους τούς καλούσε να πάνε. Θυμάμαι μερικές φορές δεν ανταποκρίνονταν και του έλεγαν να πάει στον επόμενο. Αυτό συνέβαινε ανάλογα με την τροπή του παιγνιδιού στα χαρτιά. Θυμάμαι επίσης ότι το κουρείο δεν είχε δική του τουαλέτα και ότι όποιος ήθελε να τη χρησιμοποιήσει πήγαινε στο καφενείο.
Ο Φαλέκκος ο κουρέας είχε το ποδήλατό του έξω από το κουρείο και η ώρα δέκα καθημερινά έπαιρνε το βαλιτσάκι του με τα εργαλεία του, καβαλίκευε το ποδήλατο και έφευγε. Αν είχε πελάτη του έλεγε να περιμένει, Αν δεν είχε πελάτη άφηνε το κουρείο ανοιχτό και ο καφετζής έλεγε σε όποιον ερχόταν να περιμένει και ο κουρέας θα επιστρέψει. Στις δέκα ο κουρέας πήγαινε να ξυρίσει το γιατρό του Καιμακλίου τον Ανδρέα Ζαβρό. Καθημερινά η ώρα δέκα, χειμώνα-καλοκαίρι! Ο γιατρός δεν εγκατέλειψε το Καιμακλί για να ανοίξει ιατρείο στη Λευκωσία. Διατηρούσε ιατρείο στο πατρικό του σπίτι όπου ακόμη σώζεται η επιγραφή «Ανδρέας Ζαβρός, Ιατρός». Δεν υπάρχει οικογένεια στο Καιμακλί που να μην εξυπηρετήθηκε από το γιατρό.
Άλλο κουρείο που θυμάμαι είναι αυτό του «Τζιονή» που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Στα κουρεία υπήρχαν και μαθητευόμενοι που δίπλα στον κουρέα μάθαιναν την τέχνη. Όταν μεγάλωναν άνοιγαν το δικό τους κουρείο ή συνέχιζαν αυτό του μάστορά τους αν αυτός αποσυρόταν λόγω ηλικίας. Μετά τις σπουδές μου θυμάμαι όταν ήμουν ακόμη στο Καιμακλί πήγαινα στο κουρείο κάποιου που είχε μάθει την τέχνη στον Φαλέκκο!
Κ.Α.Χ.

15.10.2014    

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Τα καφενεία

ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ
ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΝΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Τα καφενεία στο Καιμακλί όπως και σε όλα τα χωριά, τότε που ήμασταν μικροί, ήταν χώρος συνάθροισης αποκλειστικά για άντρες. Το μόνο γυναικείο πόδι που πατούσε σε καφενείο ήταν η γυναίκα του καφετζή που συνήθως ήταν πίσω από τον πάγκο και έψηνε τους καφέδες. Σπάνια το καφενείο το διαχειριζόταν γυναίκα κυρίως όταν επρόκειτο για τη χήρα του καφετζή οπότε όλοι μιλούσαν για την «καφετζήνα».
Στα καφενεία στο Καιμακλί έψηναν μόνο τούρκικο καφέ, ο οποίος αργότερα έγινε «ελληνικός», «βυζαντινός», «κυπριακός»! Ο καφές λέγεται τούρκικος με βάση τον τρόπο ψησίματος. Ψήνεται στο «τζάκι» σε ζεστή άμμο γύρω από το μπρίκι για να ψήνεται από όλες τις μεριές. Το μπρίκι έχει κωνικό σχήμα, πλατιά βάση και στενό λαιμό. Ο λαιμός είναι στενός για δύο λόγους. Πρώτο για να διατηρείται η θερμοκρασία του νερού και τα αρώματα του καφέ και δεύτερο για να μη μπαίνει άμμος στο μπρίκι την ώρα του ανακατέματος του καφέ! Σε κάθε φλιτζανάκι αναλογεί ένα κουταλάκι καφέ και ανάλογα με την παραγγελία (σκέτος, με ολίγη, μάλλον γλυκύς, γλυκύς, βαρύ γλυκύς) η ανάλογη ποσότητα ζάχαρης. Ο μερακλήδικος καφές πρέπει να ψηθεί και να ανέβει, να φουσκώσει τρεις φορές χωρίς να χυθεί το καϊμάκι του. Υπήρχαν βέβαια και μερικοί πελάτες που έπιναν τον καφέ τους χωρίς καϊμάκι, κοχλαστό.
Ο καφές που συνοδεύεται πάντοτε με νερό ήταν το αποκλειστικό ρόφημα στα καφενεία. Σιγά-σιγά εμφανίστηκαν οι λεμονάδες, οι σουμάδες, οι πορτοκαλάδες και τα αναψυκτικά. Το τσάι ήρθε πολύ αργότερα στα καφενεία διότι υπήρχε γι αυτό μια προκατάληψη. Εθεωρείτο ρόφημα για αρρώστους! Σε κάποιο χρόνο εμφανίστηκαν το λουκούμια Γεροσκήπου, τα «λίζα» που σερβίρονταν μαζί με τον καφέ για όσους ήθελαν κάτι γλυκό. Για μας τα παιδιά όταν πηγαίναμε στο καφενείο, εγώ προσωπικά πήγαινα εκεί με τον παππού μου, τα λουκούμια ήταν το αγαπημένο μας κεραστικό! Το λουκούμι ήταν και η αμοιβή για όσους κέρδιζαν στα χαρτιά! Θυμάμαι που ο παππούς μου έφερνε στο σπίτι το λουκούμι του που ήταν κερδισμένο στα χαρτιά και εγώ το έτρωγα με μεγάλη απόλαυση! Εκτός από λουκούμι ήταν και το έπαθλο!
Στα καφενεία γίνονταν συζητήσεις βασικά πολιτικές αλλά οργανώνονταν και πολιτιστικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, παραστάσεις καραγκιόζη και ακόμη οι εθνικές γιορτές Εκεί επίσης έπαιζαν χαρτιά και τάβλι και πολλές φορές γίνονταν και μικροκαβγάδες γύρω από αυτά τα παιγνίδια ή την πολιτική. Με  την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας ο ρόλος των καφενείων επεκτάθηκε και στη διοργάνωση πολιτικών συγκεντρώσεων .
Το ωράριο των καφενείων δεν ήταν καθορισμένο. Τις καθημερινές άνοιγαν πρωί-πρωί γιατί παρόλο που ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του εντούτοις υπήρχαν οι ηλικιωμένοι και οι συνταξιούχοι που πήγαιναν τα πρωινά για να πιουν τον καφέ τους και να διαβάσουν εφημερίδα. Το βράδυ έκλειναν σχετικά νωρίς. Μόνο το  Καλοκαίρι που έβγαιναν τα τραπεζάκια έξω και οι θαμώνες έπιναν και καμιά μπύρα το ωράριο παρατεινόταν. Τις Κυριακές για ένα διάστημα τα καφενεία στο Καιμακλί άνοιγαν αφού τέλειωνε η θεία λειτουργία! Θυμάμαι πολλούς ανυπόμονους που δεν πήγαιναν στην εκκλησία και μαζεύονταν έξω από το καφενείο και τα έβαζαν με τον καφετζή που δεν άνοιγε την πόρτα και κατηγορούσαν τους Επιτρόπους της εκκλησίας και τους παπάδες ότι επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες.
Στο Καιμακλί λειτουργούσαν αρκετά παραδοσιακά καφενεία. Θυμάμαι τότε που ήμουν μικρός το καφενείο του «Ζαχαρή» ή το καφενείο της εκκλησίας. Το κτήριο που ήταν πολύ κοντά στην εκκλησία και ήταν δική της ιδιοκτησία το διαχειριζόταν ο Ζαχαρής μαζί με τη γυναίκα του τη Ζαχαρίνα. ΄Ηταν το καφενείο του παππού μου, γιατί ο κάθε Καιμακλιώτης είχε το «δικό» του καφενείο, αυτό που σύχναζε δηλαδή και όπου συνήθως τον έβρισκαν όποιοι τον ήθελαν. Το κτήριο του καφενείου ήταν παλιό με πέτρινη καμάρα αλλά δυστυχώς τότε δεν ήξεραν από «διατηρητέα» και το κατεδάφισαν! ΄Εκτισε εκεί η εκκλησία άλλο κτίριο το οποίο συνέχισε να λειτουργεί ως το καφενείο του «Ζαχαρή». Σήμερα λειτουργεί εκεί καφετέρια με το όνομα «Καφενείο η Πλατεία».
Ένα άλλο καφενείο ήταν αυτό του «Πλάτανου». Πήρε το όνομά του από ένα γέρο πλάτανο που βρισκόταν στο κέντρο μιας μικρής πλατείας. Και αυτό το καφενείο λειτουργεί σήμερα ως καφετέρια. Ανάμεσα στου «Ζαχαρή» και του «Πλάτανου» ήταν το καφενείο του «Μάγειρα». Και αυτό λειτουργεί σήμερα ως καφετέρια. Κοντά στο καφενείο του «Μάγειρα» είχε τοποθετηθεί και ο πρώτος τηλεφωνικός θάλαμος στο χωριό. Όταν κτυπούσε το τηλέφωνο οπωσδήποτε κάποιος θα έτρεχε από το καφενείο να το σηκώσει. Το καφενείο του «Μασουρή» βρισκόταν λίγο πιο μακριά από αυτά και σε κάποιο στάδιο μετακινήθηκε σε ένα νεόκτιστο κτήριο που σήμερα όμως είναι εγκαταλειμμένο. Πρέπει να σημειώσουμε ακόμη τα καφενεία «Βόρειος Πόλος», «Πεντάδρομος», «Προδρόμου», στην περιοχή Ηρακλείου και «Μελή» στο κέντρο του χωριού.
Στο Καιμακλί λειτουργούσαν και λειτουργούν και δύο Σύλλογοι, ο «Αχιλλέας» και η «Πρόοδος». Το πρώτο σωματείο ήταν παλαιότερα γνωστό για την καλαθοσφαιρική του ομάδα που αγωνιζόταν στην πρώτη κατηγορία. Ο «Αχιλλέας» ήταν το σωματείο των δεξιών και η «Πρόοδος» των αριστερών. Λειτουργούσαν λίγο ως πολύ σαν καφενεία ανέπτυσσαν όμως έντονα και άλλες αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Τα δύο αυτά σωματεία λειτουργούσαν αρχικά σε ενοικιαζόμενα κτήρια στο κέντρο της κοινότητας, στη συνέχεια όμως ανήγειραν δικά τους ιδιόκτητα οικήματα.
Κ.Α.Χ.

14.10.2014 

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Τα θερινά σινεμά

ΘΕΡΙΝΑ ΣΙΝΕΜΑ
ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι
Μες τα θερινά τα σινεμά …
Αυτό το τραγούδι έπαιζε το ραδιόφωνο σήμερα το πρωί καθώς έπαιρνα τον πρώτο καφέ της ημέρας. Και ήρθαν στη μνήμη μου τα θερινά σινεμά του Καιμακλίου.
Οι Καιμακλιώτες πριν αποκτήσουν σινεμά πήγαιναν στα θερινά σινεμά της τουρκικής συνοικίας της Λευκωσίας που για πολλούς ήταν πιο κοντά παρά το κέντρο του χωριού. ΄Ημουν πολύ μικρός, δεν είχα πάει ακόμη στο δημοτικό σχολείο όταν λειτούργησε το πρώτο θερινό σινεμά στο Καιμακλί στο κέντρο της κοινότητας.
Δύο άδεια οικόπεδα, ραντίστηκαν καλά με νερό, το χώμα συμπιέστηκε όσο πιο καλά γινόταν και επιστρώθηκε με το κίτρινο χώμα που μαζεύεται όταν οι μάστορες σμιλεύουν την πουρόπετρα. Ο χώρος περιφράχτηκε με τσίγκους, κτίστηκε ένα μικρό δωματιάκι με ένα μικρούτσικο παραθυράκι στο δρόμο και ανεγέρθηκε επίσης πάνω σε τέσσερις κολώνες το δωμάτιο για τη μηχανή προβολής ταινιών. Μια κυκλική ανεμόσκαλα οδηγούσε σ΄ αυτό που είχε και δυο ανοίγματα μπροστά, προς την πλευρά της οθόνης για την προβολή. Στην άλλη άκρη τεντώθηκε γερά ένα άσπρο πανί που ήταν η οθόνη. Και να το θερινό σινεμά! Και το όνομα αυτού Μεσοκελεύς! Ο πατέρας μου που ήταν δάσκαλος μου εξήγησε ότι το Καιμακλί απαντάται σε κάτι παλιούς χάρτες με το όνομα Μεσοκελεύς. Μου είπε επίσης κάτι για το ρήμα κελεύω (αρχ.  κέλλω που σημαίνει θέτω σε κίνηση, παρακινώ, παροτρύνω) και ότι στον ΄Ομηρο απαντάται η φράση «τα πλοία τα κελευστά» και ότι κατά πάσα πιθανότητα Μεσοκελεύς σημαίνει στη μέση του δρόμου, της πορείας και άρα σταθμός! Αυτά όλα αν θυμάμαι καλά!
Το θερινό σινεμά λοιπόν γέμιζε με κόσμο μόνο το Σάββατο το βράδυ. Τις καθημερινές είχε ελάχιστο κόσμο. Το Σάββατο, την Κυριακή και τη Δευτέρα προβάλλονταν ελληνικές ταινίες της εποχής που μεσουρανούσε ο ελληνικός κινηματογράφος με τα πολύ γνωστά ονόματα ηθοποιών με πρώτο και καλύτερο το ζεύγος Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ.
Τα καλοκαίρια λοιπόν κάθε Σαββατόβραδο πηγαίναμε σινεμά. Με έστελλε ο παππούς μου από το απόγευμα να πάρω εισιτήρια για τις πρώτες θέσεις πριν την «πλατεία» γιατί απ΄ εκεί η θέαση ήταν ανεμπόδιστη αφού υπήρχε μια υψομετρική διαφορά ενός σκαλιού! Το θερινό σινεμά δεν ήταν μόνο η ταινία! ΄Ηταν επίσης το παγωτό ή το αναψυκτικό στο διάλειμμα. ΄Ηταν οι κουβέντες των μεγάλων και τα σχόλιά τους για την ταινία. ΄Ηταν καμιά φορά το κλάμα μερικών γυναικών για την αδικία που παρουσιαζόταν στην πλοκή του έργου, ήταν το χειροκρότημα για τον ήρωα της ταινίας …
Οι ιδιοκτήτες διαφήμιζαν τις ταινίες τους διανέμοντας κάθε Παρασκευή από πόρτα σε πόρτα, ένα φυλλάδιο με το πρόγραμμα της εβδομάδας. Το φυλλάδιο περιελάμβανε και περίληψη του κύριου έργου της εβδομάδας η οποία πάντοτε τελείωνε με τη φράση «η συνέχεια και το υπέροχο τέλος επί της οθόνης μας!»
Τις καθημερινές όπως προανέφερα ο κόσμος στο σινεμά ήταν λιγοστός και γι αυτό οι ιδιοκτήτες σοφίζονταν διάφορους τρόπου για να προσελκύσουν πελατεία. Για παράδειγμα οι συνοδευόμενες γυναίκες κάθε Τετάρτη είχαν ελεύθερη είσοδο καθώς και τα μικρά παιδιά προσχολικής ηλικίας. Για την Πέμπτη διένειμαν προσκλήσεις που έπρεπε μια πρόσκληση να συνοδεύεται από ένα κανονικό, πληρωμένο, εισιτήριο.
Το θερινό σινεμά γειτνίαζε με την αυλή του σπιτιού μιας θείας της μητέρας μου. Την περίφραξη του σινεμά και τον μαντρότοιχο της αυλής χώριζε ένα μικρό δρομάκι. Ο άντρας της θείας της μητέρας μου, κτίστης το επάγγελμα κατασκεύασε μια ξύλινη εξέδρα δίπλα στο μαντρότοιχο και με μια σκάλα ανεβαίναμε εκεί και βλέπαμε δωρεάν ταινίες. Μαζεύονταν πολλοί συγγενείς εκεί και απορώ πως άντεχε τόσο βάρος η εξέδρα. Τα βράδια του Φθινοπώρου στη Λευκωσία κάνει μερικές φορές κρύο και θυμάμαι ότι έφερναν κουβέρτες πάνω στην εξέδρα και μας σκέπαζαν μην κρυώσουμε! Μας πήραν χαμπάρι όμως οι ιδιοκτήτες του σινεμά και ψήλωσαν την περίφραξη με πιο ψηλούς τσίγκους και σακούλες και έτσι χάσαμε το τζάμπα σινεμά!
Με τον καιρό αυξήθηκαν οι φίλοι του σινεμά και τις καθημερινές, υπήρχε καλή πελατεία και ξεφύτρωσε και δεύτερο θερινό σινεμά στο Καιμακλί, το «Αλάμο». Ο «Μεσοκελεύς» ήδη μετατράπηκε σε χειμερινό και θερινό σινεμά και στη συνέχεια και το «Αλάμο».
Και μετά;  Μετά … ήρθε η τηλεόραση! Και τα σινεμά έκλεισαν! ΄Εμειναν μόνο τα κτήρια, άδεια ή ως αποθηκευτικοί χώροι για να θυμίζουν τα παλιά σε όσους έζησαν το σινεμά στις δόξες του!
Κ.Α.Χ.

13.10.2014  

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Το λεωφορείο

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ
ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Τα αυτοκίνητα τότε ήταν λιγοστά. Οι περισσότεροι άντρες αλλά και οι μαθητές και οι μαθήτριες κυκλοφορούσαν με ποδήλατα. Υπήρχαν ανδρικά και γυναικεία ποδήλατα που διέφεραν όσον αφορά  ένα σωλήνα στο σκελετό του ανδρικού. Τα ανδρικά είχαν ένα σωλήνα παράλληλο με το έδαφος από το κάθισμα του ποδηλάτη μέχρι το τιμόνι. Ο σωλήνας αυτός χρησιμοποιείτο πολλές φορές και ως δεύτερο κάθισμα για μεταφορά και άλλου προσώπου με το ποδήλατο! Αλίμονο όμως σ΄αυτόν που καθόταν στο σωλήνα αν ο τροχός έπεφτε σε λακκούβα. ΄Ηταν τόσο άσχημο το κτύπημα που πονούσε για μια βδομάδα! Τα γυναικεία ποδήλατα δεν είχαν στο σκελετό τους αυτόν τον σωλήνα για να διευκολύνονται τα κορίτσια που τότε όλα φορούσαν φόρεμα ή φούστα. Θυμάμαι που οι μεγαλύτεροι χρησιμοποιούσαν και ένα ευλύγιστο μεταλλικό στεφάνι με το οποίο στερέωναν στο πόδι τους το παντελόνι τους κάτω χαμηλά στο ύψος της κάλτσας για να μην πιάνεται στην καδένα. Λόγω του ότι πολλά ποδήλατα δεν είχαν προστατευτικό κάλυμμα για την καδένα υπήρχε κίνδυνος να πιαστεί το παντελόνι σ΄ αυτή με πιθανό  ατύχημα ή και σχίσιμο του υφάσματος.
Οι μεγαλύτερες γυναίκες, γιαγιάδες και μητέρες μας κυκλοφορούσαν με λεωφορείο. Από το Καιμακλί υπήρχε ένα λεωφορείο αρχικά που το έφερε από το Λονδίνο, αν θυμάμαι καλά, κάποιος Κώτσιος. Το οδηγούσε μάλιστα ο ίδιος. Στην αρχή υπήρχαν σ΄αυτό και  αγγλικές επιγραφές. Γυρνούσε τις γειτονιές του Καιμακλίου και μάζευε κόσμο που ήθελε να μεταβεί στη Λευκωσία για δουλειές ή ψώνια. Αφού περνούσε από πολλές γειτονιές έφτανε μέχρι τους «ευκαλύπτους» ένα μικρό πάρκο με τα σημερινά δεδομένα, στα σύνορα Καιμακλίου-Λευκωσίας. Από εκεί συνέχιζε σε ένα χωματόδρομο που περνούσε δίπλα από την περίφραξη της «Λιάρτας» (από το αγγλικό yard) όπου ήταν οι αποθήκες και τα εργαστήρια των Δημοσίων ΄Εργων, για την πόρτα της Κερύνειας. Από εκεί έμπαινε στην εντός των τειχών πόλη και τερμάτιζε στην Αγιά Σοφιά. Ο δρόμος από τους «ευκαλύπτους» μέχρι την πόρτα της Κερύνειας ήταν χωματόδρομος για πολλά χρόνια. Το λεωφορείο για να αποφεύγει το χωματόδρομο άλλαξε δρομολόγιο και πήγαινε από άλλα μικρά δρομάκια αριστερά του χωματόδρομου που ήταν ασφαλτοστρωμένα και μάζευε και περισσότερο κόσμο, κυρίως Τουρκοκύπριους γιατί σ΄ εκείνη την περιοχή οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν Τουρκοκύπριοι.
Στη συνέχεια ήρθε ο ανταγωνισμός. Κάποιος άλλος έφερε επίσης λεωφορείο οπότε σιγά-σιγά χρειάστηκε η παρέμβαση των Αρχών για να καθοριστούν τα δρομολόγια και οι στάσεις των λεωφορείων και να ελεγχθούν τα κόμιστρα. Στην αρχή το λεωφορείο σταματούσε όπου ήθελε ο πελάτης! Το κόμιστρο αν θυμάμαι καλά ήταν τότε τρία γρόσια. Ο ανταγωνισμός οδήγησε παράλληλα και σε ανάλογες συνεννοήσεις που κατέληξαν στη δημιουργία εταιρειών και συνεταιρισμών.
Πήγα πολλές φορές με το λεωφορείο συνοδευόμενος από τη μητέρα μου ή από τη γιαγιά μου ή και όλοι μαζί! Πήγαιναν για ψώνια αλλά και για υποχρεώσεις που είχαν σχέση με τη Διοίκηση αφού όλες οι Υπηρεσίες της Κυβέρνησης, όπως τα Δικαστήρια, η Επαρχιακή Διοίκηση κλπ.,  ήταν μαζεμένες στο κέντρο της πόλης στην περιοχή του Σαραγιού. Επίσης το κεντρικό, ίσως και το μοναδικό ταχυδρομείο στη Λευκωσία ήταν εκεί και όποτε ήθελαν να στείλουν ή να παραλάβουν συστημένη επιστολή έπρεπε να πάρουν το λεωφορείο για να φτάσουν εκεί.
Τα δρομολόγια αυτά συνεχίζονταν μέχρι το τέλος του 1963 όταν μια-δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα άρχισαν οι διακοινοτικές ταραχές. Τότε η τουρκική συνοικία έκλεισε και το λεωφορείο από το Καιμακλί προς τη Λευκωσία αναγκάστηκε να αλλάξει διαδρομή και τέρμα. Πήγαινε μέσω Παλλουριώτισσας έξω από τα τείχη και από το «ΟΧΙ» έμπαινε στην εντός των τειχών πόλη με τέρμα την πλατεία παλαιού δημαρχείου. Εκεί είχε μεταφερθεί και το Παντοπωλείο της Λευκωσίας, η Δημοτική Αγορά, αφού το κτήριο του έμεινε στα βόρεια της «Πράσινης Γραμμής». Στη συνέχεια η αύξηση του αριθμού των ιδιωτικών αυτοκινήτων και  της τροχαίας κίνησης οδήγησε τα λεωφορεία εκτός της παλιάς πόλης με τέρμα την πλατεία Διονυσίου Σολομού.
Κ.Α.Χ.

11.10.2014