Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Η καμπάνα του χωριού μας

Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ
ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Η καμπάνα του χωριού μας,
Την ακούτε παιδιά,
Τι γλυκά σημαίνει,
Τι γλυκά σημαίνει,
 Ντιν Νταν Ντον!
    ***
Τρέχω μόλις την ακούσω,
Να βρεθώ στο σχολειό,
Μήπως και αργήσω,
 Μήπως και αργήσω,
Και τιμωρηθώ!
Το τραγούδι αυτό μας το δίδαξε ο πατέρας μου που ήταν δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο Καιμακλίου, στο Αρρεναγωγείο, στην Τρίτη ή στην Τετάρτη τάξη. Τότε πηγαίναμε στο σχολείο που βρισκόταν στην αυλή της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας το οποίο για κάποια χρόνια είχε εγκαταλειφθεί, λειτούργησε όμως και πάλι όταν αυξήθηκε ο αριθμός των μαθητών και δεν υπήρχε χώρος για όλους στο κεντρικό κτήριο του Αρρεναγωγείου. Το κτήριο αυτό δεν υπάρχει πια. ΄Εχει κατεδαφισθεί και στη θέση ανεγέρθηκε αίθουσα για τις ανάγκες της εκκλησίας.
Δεν ξέρω ποιος έγραψε τους στίχους του τραγουδιού. Θυμάμαι όμως ότι το τραγουδούσαμε στη μουσική του γνωστού γαλλικού παιδικού τραγουδιού.
Frere Jacques, Frere Jacques,
Dormez- vous?  Dormez- vous?
Sonnez le matine, sonnez le matine,
Ding, daing, dong! Ding, daing, dong!
Το τραγούδι αυτό έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές ξένες γλώσσες. Είναι αξιοσημείωτος ο στίχος «μήπως και αργήσω και τιμωρηθώ». Την εποχή που μεταγλωττίστηκε στα Ελληνικά η τιμωρία των μαθητών στα σχολεία ήταν κάτι το φυσιολογικό, το άμεσο και βασικό από πλευράς πειθαρχίας!
Η καμπάνα του Καιμακλίου σήμαινε πράγματι μελωδικά και ήταν ξακουστή για τον καθαρό μεταλλικό της ήχο. Την καμπάνα «έπαιζαν», τραβώντας το σχοινί που κρεμόταν από το καμπαναριό, ο καντηλανάφτης και τα παιδιά του σχολείου καθώς και τα παιδιά που βοηθούσαν τους ιερείς στην εκκλησία. Τα παιδιά πολλές φορές ανταλλάσσονταν για να παίξουν όλα με τη σειρά την καμπάνα. ΄Ηταν και μια καλή γυμναστική! Μια φορά θυμάμαι κάναμε διαγωνισμό ποιος θα καταφέρει να κάνει γύρο την καμπάνα, να την περιστρέψει δηλαδή γύρω από τη δοκό που τη στερέωνε στο καμπαναριό. Τα κατάφερε μόνο ένας ο οποίος είχε μεγάλη πείρα! ΄Εκτοτε όλοι τον θαυμάζαμε!
Τελευταία πληροφορήθηκα από ένα ξάδελφο μου που πηγαίνει συχνά και ψάλλει στην εκκλησία ότι καταργήθηκε το «παίξιμο» της καμπάνας με τον παραδοσιακό τρόπο, με το σχοινί δηλαδή και ότι τώρα η καμπάνα κτυπά με ηλεκτρική ενέργεια. Κτυπά όμως παράξενα και άγουστα, χωρίς την αγάπη και τη συμμετοχή των παιδιών!
Κ.Α.Χ.
10.10.2014



Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Ο Μάστρο-Λούκας ο τσαγκάρης

Ο ΜΑΣΤΡΟ-ΛΟΥΚΑΣ Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ
ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Πάνε χρόνια να περάσω απ΄ αυτήν  τη γειτονιά του Καιμακλίου. Τυχαία πριν τρεις μέρες πέρασα από εκεί που ήταν κάποτε το καφενείο του Μασουρή και το μπακάλικο του Κάρουλλα και προς μεγάλη μου έκπληξη είδα ένα μαγαζάκι ανοιχτό σε πείσμα όλων των άλλων που είναι κλειστά κι ερημωμένα. Ο Μάστρο-Λούκας ο τσαγκάρης, ηλικίας ίσως ενενήντα πέντε ετών και άνω, καθόταν πίσω από το τραπεζάκι του με το σφυρί στο χέρι να καρφώνει μια σόλα!
Ο Μάστρο-Λούκας ο τσαγκάρης επί των επάλξεων! Μαγαζάκι μια σταλιά,  δύο επί τρία, χωρίς παράθυρο, με ένα φεγγίτη στο πίσω μέρος και μια ξύλινη τριπλή πόρτα μπροστά. Κάθεται πάντοτε στην καρέκλα του με την ποδιά του σχεδόν μαύρη από τις μπογιές των παπουτσιών. Στην τσέπη της ποδιάς στο ύψος του στήθους του έχει μόνιμα δύο εργαλεία, μια πένσα και μια φαρσέτα. Τα γυαλιά του στην άκρη της μύτης του, έτοιμα να του πέσουν. Το τραπεζάκι μπροστά του κατακτυπημένο και σε πολλά σημεία μαύρο κι αυτό από τις μπογιές των παπουτσιών. Πάνω σ΄ αυτό δυο-τρία παπούτσια και μερικά άλλα εργαλεία της δουλειάς του. Και πολλά πάρα πολλά καρφιά διαφόρων μεγεθών. Δύο-τρία καρφιά έχει στο στόμα του την ώρα που καρφώνει σόλες στα παπούτσια. Δεν λείπει από το τραπέζι και ένα μπουκαλάκι με υγρή μαύρη μπογιά με ένα πινέλο μέσα σ΄ αυτό με το οποίο βάφει κάθε τόσο τα πλάγια της σόλας, ειδικά κάθε φορά που την καθαρίζει με την κοφτερή του φαρσέτα.
Δεξιά, αριστερά και πίσω του υπάρχουν ξύλινα ράφια με παπούτσια, δεμένα με τα δέματά τους σε ζευγάρια. Τα παπούτσια είναι ταξινομημένα. Δεξιά και πίσω του τα γυναικεία και στα αριστερά του τα ανδρικά. Τα παιδικά είναι μαζί με τα γυναικεία. Κρίνοντας από τον αριθμό των παπουτσιών στα ράφια πρέπει ο κόσμος να επανήλθε στις επιδιορθώσεις παπουτσιών, βασικά λόγω κρίσης.
Τότε που ήμασταν με τα κοντοπαντέλονα, οι γονείς μας μάς αγόραζαν παπούτσια κάθε Χριστούγεννα ή κάθε Πάσχα ή όταν διαπίστωναν ότι μεγάλωνε το πόδι μας και δε χωρούσε πια στο παπούτσι! Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα παίρναμε το λεωφορείο με τη μητέρα μου και πηγαίναμε στο τέρμα, στο παλιό δημαρχείο. Απ΄ εκεί περπατούσαμε μέχρι την Κυπριακή Εταιρεία Υποδημάτων κοντά στην εκκλησία της Φανερωμένης και δοκίμαζα τα παπούτσια που διάλεγε για μένα η μητέρα μου. ΄Επαιρνα το κουτί με τα παπούτσια υπό μάλης και το έβαζα κάτω από το κρεβάτι μου περιμένοντας τα Χριστούγεννα για να τα φορέσω! Τις πλείστες φορές μετά από μια τέτοια αγορά κατεβαίναμε στη στάση της γιαγιάς για να δει και αυτή τα παπούτσια μου. Θυμάμαι ένα τέτοιο ζευγάρι παπούτσια πήρα μαζί μου στις σπουδές μου και το είχα μέχρι το τέλος. Φυσικά δεν ήταν το μοναδικό μου ζευγάρι!
Την εποχή μας μπαλώναμε τα παπούτσια μας. Τους βάζαμε σόλα, τακούνι καθώς και «σιδεράκια» που τα προστάτευαν περισσότερο και έκαναν θόρυβο στο τσιμέντο λες και χορεύαμε φλαμέγκο. Πολλές φορές έβαζε η μητέρα μου τα φθαρμένα παπούτσια σε τσάντα από μουσαμά και τα πήγαινα στον Μάστρο-Λούκα για επιδιόρθωση. Μετά με την ίδια τσάντα με τα λεφτά μέσα πήγαινα στο τσαγκαράδικο και τα έφερνα στο σπίτι.
Τότε υπήρχε στο Καιμακλί ακόμη ένας τσαγκάρης. ΄Ηταν στη γειτονιά της γιαγιάς μου, ο Μάστρο-Μιλτής. Το μαγαζί του ήταν στον ηλιακό του σπιτιού του. Ο πατέρας μου, είτε λόγω συγγένειας,  είτε λόγω φιλίας, δε θυμάμαι ακριβώς,  προτιμούσε το Μάστρο-Μιλτή. Στη συνέχεια ο Μάστρο-Μιλτής έκλεισε το μαγαζί του και έμεινε ο Μάστρο-Λούκας μόνος του.
Η βιομηχανία υποδημάτων ανθούσε στην Κύπρο για τέσσερεις-πέντε δεκαετίες και μαζί της στις πρώτες δεκαετίες, οι τσαγκάρηδες. Μετά αυτοί φυτοζωούσαν, γιατί ο κόσμος είχε λεφτά να αγοράζει καινούρια και δεν επιδιόρθωνε τα παπούτσια του. Οι βιομηχανίες ανθούσαν μέχρι που ήρθαν τα ιταλικά παπούτσια, μετά τα ελληνικά και στο τέλος τα κινέζικα που επέφεραν το τελειωτικό πλήγμα σ΄αυτές. Τώρα με την κρίση άρχισαν να δουλεύουν και πάλι οι τσαγκάρηδες!
Κ.Α.Χ.
9.10.2014


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Οικογενειακό κέντρο Τσιαγκλαγιάν

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΣΙΑΓΚΛΑΓΙΑΝ
ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Το Καιμακλί γειτνιάζει με την τούρκικη συνοικία της Λευκωσίας και πολλές από τις δραστηριότητες των κατοίκων του είχαν να κάνουν  και με το σύνοικο στοιχείο. Κάτι που θυμάμαι πολύ έντονα είναι κάποιους συμμαθητές μου που κάπνιζαν και αγόραζαν τσιγάρα από το τούρκικο μπακάλικο εκεί κοντά στο οικογενειακό κέντρο Τσιαγκλαγιάν αφού ο ιδιοκτήτης δεν τους γνώριζε και έτσι δεν υπήρχε κίνδυνος να τους καταδώσει στους γονείς τους! Ακόμα πριν λειτουργήσει θερινό σινεμά στο Καιμακλί λειτουργούσαν δύο θερινά σινεμά τούρκικης ιδιοκτησίας στα οποία θυμάμαι, πριν ακόμη καν πάω στο δημοτικό σχολείο, πήγα αρκετές φορές με τους γονείς μου. Θυμάμαι μάλιστα ότι προβάλλονταν και ελληνικές ταινίες τόσο γιατί υπήρχε μεγάλη πελατεία από ΄Ελληνες όσο και γιατί και στους Τουρκοκύπριους άρεσαν οι ελληνικές ταινίες ιδιαίτερα αυτές με την Αλίκη Βουγιουκλάκη! Πρέπει να αναφέρω ότι είχαμε δει, εκτός από αμερικάνικες ταινίες της εποχής εκείνης, και μερικές τούρκικες ταινίες. Εκείνο που θυμάμαι από αυτές είναι το «happy end» που ήταν πάντοτε ο γάμος του φτωχού παλληκαριού με το πλούσιο κορίτσι του!
Μερικοί που υπηρέτησαν τη στρατιωτική τους θητεία στην περιοχή θα θυμούνται τα «φυλάκια» του Τσιαγκλαγιάν. Το Τσιαγκλαγιάν ήταν ένα πολύ γνωστό οικογενειακό κέντρο, στο δρόμο έξω από τα τείχη της Λευκωσίας του οποίου ο ιδιοκτήτης πρέπει να ονομαζόταν Τσιαγκλαγιάν αφού αυτό το επίθετο συναντάται συχνά στα τούρκθκα. Από το Γυμνάσιο Παλλουριωτίσσης όταν κάποιος συνεχίσει την πορεία του και περάσει «την πόρτα τη νέα», το τελευταίο άνοιγμα στα τείχη της πόλης, θα συναντήσει στα δεξιά του το κέντρο Τσιαγκλαγιάν. Η λέξη «τσιαγκλαγιάν» στα ελληνικά σημαίνει «καταρράκτης».
Στο κέντρο αυτό πελάτες ήταν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι απ΄ όλη τη Λευκωσία. Όταν ήμουν πολύ μικρός, πριν το δημοτικό σχολείο, πήγα εκεί αρκετές φορές με τον παππού μου και μάλιστα αρκετά Σαββατόβραδα τα περάσαμε εκεί. Το κέντρο διέθετε ζωντανή μουσική και πίστα χορού. ΄Επαιζαν βιολιά, πιάνο και ακορντεόν. Μερικά ζευγάρια χόρευαν τα καλοκαίρια έξω στον κήπο στη τσιμεντένια πίστα!
Με τον παππού μου, συνήθως πηγαίναμε εκεί τα καλοκαίρια και καθόμασταν στον κήπο, παράγγελνε κονιάκ με μεζέδες και γκαζόζα για μένα. ΄Επινα τη γκαζόζα μου και έτρωγα από τους μεζέδες που συνόδευαν το κονιάκ ακούοντας μουσική! Θυμάμαι τη μικρή δεξαμενή με το σιντριβάνι που υπήρχε στο μέσο της αυλής του κέντρου. Εκεί χάζευα για πολλή ώρα τα ψαράκια που κολυμπούσαν στο νερό. ΄Ηταν κάτι κόκκινα και χρυσά ψάρια στο μέγεθος μέτριου μπαρμπουνιού. Αφηνόμουν εκεί και με τη φαντασία μου ταξίδευα μαζί τους, άλλοτε κολυμπώντας και άλλοτε σαν πειρατής σε καράβι που στεκόταν στην πρύμνη και έβλεπε τα ψάρια που τον οδηγούσαν στο νησί με τον κρυμμένο θησαυρό!
Την εποχή που είχαν οι Τούρκοι το μπαϊράμι τους η ατμόσφαιρα στην περιοχή ήταν παραμυθένια! Ο δρόμος έξω από τα τείχη γέμιζε με κόσμο που πηγαινοερχόταν, με παιδιά που έτρεχαν και γέμιζαν την ατμόσφαιρα με χαρούμενες φωνές και γέλια. Μικροπωλητές πωλούσαν παγωτό, μαλλί της γριάς, παιγνίδια και πολλά άλλα … Ξυλοπόδαροι με χρωματιστά παντελόνια που κάλυπταν τα ξύλινά τους πόδια πήγαιναν κι αυτοί πάνω κάτω στο δρόμο ενώ τυμπανιστές με τούρκικες ενδυμασίες έπαιζαν τα ταμπούρλα τους και διασκέδαζαν τον κόσμο.
Ωραία πράγματα θυμήθηκα σήμερα και ωραίες παλιές εποχές! Και τι δεν θα έδινα να ξαναγινόμουν πάλι πιτσιρίκι! Και τι δε θα έδινα για μια γκαζόζα στου Τσιαγκλαγιάν!
Κ.Α.Χ.
8.10.2014   


Σχιλική τσάντα

ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΣΑΝΤΑ
ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
΄Ακουσα στις ειδήσεις ότι κάποιοι ανέλαβαν την πρωτοβουλία να συγκεντρώσουν σχολικές τσάντες για παιδιά των οποίων οι γονείς δεν έχουν τη δυνατότητα να τους αγοράσουν. Εκ φύσεως είμαι λιγάκι δύσπιστος και διερωτήθηκα κατά πόσο δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τσάντα που είχαν πέρυσι ή αν πρόκειται για πρωτάκια κατά πόσο θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την τσάντα κάποιου μεγαλύτερου αδελφού ή συγγενή τέλος πάντων που δεν τη χρειάζεται πια. Η είδηση αυτή μου έφερε στο νου παλιές αναμνήσεις σε σχέση με τις σχολικές τσάντες …
Παλαιότερα όταν ήμουν μικρός και πήγαινα στο δημοτικό σχολείο Καιμακλίου, στο Αρρεναγωγείο, οι σχολικές τσάντες λεγόντουσαν και σχολικές βαλίτσες. Τότε, είναι αλήθεια, υπήρχαν μικρά βαλιτσάκια που χρησιμοποιούσαν οι μαθητές και ακόμη πιο παλιά οι σχολικές τσάντες λεγόντουσαν και παλάσκες. Αυτές ήταν κατασκευασμένες από χακί ύφασμα και είχαν ένα μακρύ υφασμάτινο επίσης χερούλι-κορδέλα για να την κρεμάνε οι μαθητές στον ώμο χιαστί.
Εγώ προσωπικά την εποχή του δημοτικού χρησιμοποίησα και βαλίτσα, που είχαν χρησιμοποιήσει οι θείοι μου και οι θείες μου όταν πήγαιναν σχολείο. Χρησιμοποίησα και παλάσκα που είχε ραφτεί ειδικά για μένα, από τη μητέρα μου και ήμουν περήφανος γι αυτό. Στεκόμουν για ώρες μπροστά στον καθρέφτη στον ηλιακό μας και καμάρωνα την παλάσκα μου! Τότε άρχισαν να εξαφανίζονται τα βαλιτσάκια και εθεωρείτο εκτός μόδας όποιος τα χρησιμοποιούσε ακόμη!
Όταν θα πήγαινα στο Γυμνάσιο πήγα με καμάρι σε γνωστό βαλιτσοποιείο της Λευκωσίας απ όπου μου αγόρασαν δερμάτινη τσάντα. Μ αυτήν τελείωσα το Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο. Μέσα σ αυτή μετέφερα και το πρώτο μου πτυχίο στην Κύπρο και είμαι με την εντύπωση ότι αν ψάξω καλά στη βιβλιοθήκη μου θα τη βρω σε κάποιο ερμαράκι, φθαρμένη και σκονισμένη, άδεια από βιβλία και χαρτικά, αλλά γεμάτη αναμνήσεις μιας ζωής! Αυτή η τσάντα είχε και αντιαποικιακή δράση! Κάποιος ξάδελφος της μητέρας μου ένα πρωί καθώς πήγαινα στο σχολείο μου την άρπαξε, την άδειασε και τη γέμισε φυλλάδια τα οποία έριξε στους δρόμους. Φαίνεται ότι τον είδαν οι ΄Αγγλοι, οπότε σε λίγο όταν είδαν εμένα με τη τσάντα που μου επέστρεψε, με σταμάτησαν και την έψαξαν. Τίποτα δεν βρήκαν με ανέβασαν όμως στο τζιπ, μου έκαναν μια βόλτα και με άφησαν αφού είδαν πόσο φοβισμένος ήμουν!
Στη συνέχεια ήρθε η μόδα με τους χαρτοφύλακες. Θυμάμαι ότι αγόρασα τον πρώτο μου χαρτοφύλακα όταν η Υπηρεσία θα μ έστελλε σε διεθνές συνέδριο στο εξωτερικό. Εκεί κάθε αξιοπρεπής σύνεδρος είχε το χαρτοφύλακά του. Οι πιο … «αξιοπρεπείς» είχαν βέβαια χαρτοφύλακα Samsonite. Μετά πέρασε και η μόδα με τους χαρτοφύλακες και ήρθε η μόδα της ταξιδιωτικής τσάντας ώμου-πλάτης. Και πάλι φυσικά κάποιοι ξεχώριζαν με Adidas και Nike. Μέχρι τους υπουργούς κατέκτησε η μόδα και τους βλέπουμε και σήμερα στους τηλεοπτικούς δέκτες με τέτοιες τσάντες. Είναι πρακτικές, δε λέγω!
΄Οσο για τις κασετίνες ήταν μεταλλικά, μισοσκουριασμένα κουτιά τσιγάρων ή κουτιά που περιείχαν σοκολατάκια! Μετά ήρθαν οι ξύλινες, οι πιο εξελιγμένες με δύο «πατώματα» και οι πλαστικές με φερμουάρ και αρχικά με το χάρτη της Κύπρου σ΄ αυτές  … Μετά στη θέση του χάρτη εμφανίστηκαν οι φιγούρες από τα κινούμενα σχέδια!
Πρέπει εδώ να μνημονεύσω ένα δάσκαλο μας στο δημοτικό που μας έμαθε τις προθέσεις (εν, εις, εκ, συν, προς, προ κλπ) τραγουδιστά παίζοντας και το βιολί του που δεν αποχωριζόταν ποτέ! Είχε και ένα μεγάλο πάθος, το χαρτοπαίγνιο και συχνά έλεγαν πως ερχόταν στο σχολείο κατευθείαν από τη χαρτοπαιχτική λέσχη. Ανεξάρτητα από αυτό σαν δάσκαλος ήταν πολύ αγαπητός και μας έμαθε πολλά πράγματα. Εκτός από τις προθέσεις και εκτός από τα πολλά τραγούδια, όχι μόνο σχολικά αλλά και τραγούδια εποχής,  μας έμαθε και καλή γεωγραφία της Κύπρου. Μας σήκωνε από τα θρανία, μας έβαζε στη σειρά, νοερά για παράδειγμα στο δρόμο για την Αμμόχωστο και μας έδινε τα ονόματα των χωριών που συναντά κάποιος ακολουθώντας το δρόμο. Μετά μας ανακάτευε και μας έλεγα να πάρουμε ξανά τις θέσεις μας ως χωριά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα χωριά της Κύπρου που μας έμαθε με αυτόν τον τρόπο, ούτε και το ότι στο δρόμο για την Αμμόχωστο ήμουνα η Βατυλή!
Αυτός λοιπόν ο δάσκαλος μας, που φορούσε πάντοτε κοστούμι, γραβάτα και ρεπούμπλικα, μάς έλεγε συχνά. «Δεν έχει σημασία πώς είναι η παλάσκα σας και τι περιέχει. Σημασία έχει τι περιέχει το κεφάλι σας!»
Κ.Α.Χ.

7.10.2014  

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Το πρώτο μου ποδήλατο

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΟΔΗΛΑΤΟ
ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Εκείνο το καλοκαίρι τελείωσα το δημοτικό σχολείο Καιμακλίου και όλοι μου έλεγαν ότι αυτό αποτελεί σημαντικό επίτευγμα και σταθμό στη ζωή μου. Εγώ τότε αυτό δεν το καταλάβαινα σχεδόν καθόλου! Μάλλον ήμουνα και στεναχωρημένος γιατί θα «έχανα» αρκετούς από τους φίλους μου, τα παιδιά της γειτονιάς που ήταν όλα συνομήλικά μου άνκαι εγώ ήμουνα μια τάξη πιο προχωρημένος στο σχολείο. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και μου έκανε μαθήματα στο σπίτι. Τότε αντί «να χάσω χρόνο» λόγω ημερομηνίας γέννησης και ημερομηνίας εγγραφή στα σχολεία «πήδηξα  τάξη» και ξεκίνησα το σχολείο από τη Δευτέρα τάξη. Θα «έχανα» επίσης τους φίλους μου που δεν θα συνέχιζαν στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Τότε για φοίτηση στο Γυμνάσιο δίναμε εξετάσεις και ένας μεγάλος αριθμός παιδιών αποτύγχανε. Κάποιοι θα συνέχιζαν σε ιδιωτικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης και κάποιοι θα πήγαιναν να «μάθουν τέχνη». Πολλοί από αυτούς που πήγαν και έμαθαν τέχνη από οικονομικής πλευράς τα κατάφεραν πολύ καλύτερα από αρκετούς απ΄ αυτούς που συνέχισαν στο Γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Εγώ λοιπόν πέρασα στις εξετάσεις και θα πήγαινα στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Να πώς άρχισα να συνειδητοποιώ αυτό που μου έλεγαν για σταθμό στη ζωή μου.
Ένα βράδυ ο παππούς μου, μετά που τέλειωσε το δείπνο του, έβγαλε από την τσέπη του και έδωσε στο θείο μου, αν θυμάμαι καλά δεκαεφτά λίρες, λέγοντάς του «αύριο θα πάτε με τον Κωστάκη να αγοράσετε ποδήλατο γιατί τώρα θα το χρειάζεται για να πηγαίνει στο Γυμνάσιο. Είναι πια μεγάλο αγόρι!»
Την επομένη πήγαμε με το θείο μου στη Λευκωσία. Ανεβήκαμε και οι δυο στο ποδήλατό του και πήγαμε στα καταστήματα του Δικράν Ουζουνιάν που βρίσκονταν στο τέρμα της οδού Λήδρας στη γωνία, εκεί που τελειώνει η οδός Πάφου και αρχίζει η οδός Ερμού. Η εταιρεία αυτή είχε την αντιπροσωπεία των φημισμένων τότε ποδηλάτων «Ράλλυ». Μπήκαμε μέσα και διάλεξα αυτό που μου άρεσε με τα έξτρα του φανάρι μπροστά και φωτάκι πίσω που άναβαν τόσο με το δυναμό του τροχού αλλά και με μπαταρίες! Πλήρωσε ο θείος μου με τα λεφτά του παππού και η εταιρεία ανέλαβε να δηλώσει τον αριθμό του ποδηλάτου και το όνομά μου ως τον ιδιοκτήτη, μια υποχρέωση που είχε μείνει από τον καιρό του Αγώνα κατά των ΄Αγγλων και μεταγενέστερα φάνηκε χρήσιμη όταν άρχισαν οι κλοπές ποδηλάτων.
Βγήκαμε έξω και ο καθένας ανέβηκε στο ποδήλατό του, ο θείος μου για τη δουλειά του κι εγώ για βόλτες. Ο θείος μου μού έδωσε τις τελευταίες συμβουλές του για ασφαλές οδήγημα και φύγαμε! Οι πρώτες μου πεταλιές με το δικό μου ποδήλατο! Επέστρεψα στο Καιμακλ,ί στη γειτονιά μου και έκοβα βόλτες να με βλέπουν τα άλλα παιδιά και να θαυμάζουν το ποδήλατό μου. ΄Ολη μέρα δεν κατέβηκα από το ποδήλατο! Πρέπει να γελούσαν και τα μουστάκια μου όπως λένε, από τη χαρά μου! Πέρασα και από τη γιαγιά μου, έδειξα το ποδήλατο στον παππού μου που πλήρωσε, τον ευχαρίστησα  και όλο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι περιμένοντας να ξημερώσει για ν΄ αρχίσω και πάλι ποδηλασία!
Με το ποδήλατο αυτό έβγαλα το Γυμνάσιο και όταν έφυγα για σπουδές έμεινε για κάποια χρόνια στη βεράντα του σπιτιού μέχρι που ένας ξάδελφος, γιος του θείου με τον οποίο πήγαμε και αγοράσαμε το ποδήλατο, πήγε στο Γυμνάσιο και το πήρε. Τόσο πολύ είχα συνδεθεί μ΄ αυτό το ποδήλατο –αν μπορούσε να μιλήσει θα έλεγε πολλά- που θυμάμαι και την πρώτη του γρατσουνιά! ΄Ημουν στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου και έκανα σούζες στον κατήφορο της Λυκαβηττού.  Σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχαν νερά γιατί κάποιος είχε πλύνει το αυτοκίνητό του, και καθώς είχα σηκωθεί στον ένα τροχό γλίστρησα και έπεσα. Γρατσούνισα το γόνατό μου και το ποδήλατο!
Κ.Α.Χ.

6.10.2014    

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Πλανοδιοπώλες

ΠΛΑΝΟΔΙΟΠΩΛΕΣ
ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Τότε που πιτσιρίκια τριγυρνούσαμε στους δρόμους του Καιμακλίου κυκλοφορούσαν στην κοινότητα και πολλοί πλανοδιοπώλες κυρίως κάτοικοι του χωριού. Τους έβλεπα συχνότερα στη γειτονιά της γιαγιάς μου
΄Ενας απ΄ αυτούς, ο μπακάλης, γύριζε με το αυτοκίνητό του, ένα «Μόρρις» εμπορικό με ξύλο καρυδιάς σε ορισμένα σημεία του, έχοντας σχεδόν  απ ΄όλα τα αποικιακά, όπως τα έλεγαν τότε, μέχρι όσπρια και τροφή για τα κοτόπουλα. Τότε το κάθε σπίτι είχε το δικό του κοτέτσι. Αν τυχόν μάλιστα κάποιος χρειαζόταν κάτι το παράγγελλε στο μπακάλη και αυτός του το έφερνε την επομένη.
Ο φθαρτοπώλης ήταν ένας άλλος πλανόδιος. Αυτός περνούσε με ένα φορτηγάκι και διαλαλούσε το εμπόρευμά του φωνάζοντας, «φρέσκα χόρτα πουλώ!» Μόλις που ακουόταν η φωνή του από τον πολύ θόρυβο που έκανε η μηχανή του αυτοκινήτου του. Γι αυτό και κάθε λίγο σταματούσε το όχημά του, έσβηνε τη μηχανή και φώναζε να ακουστεί καλύτερα. ΄Ηταν ένα φορτηγάκι «Μπέντφορντ» με ξύλινη καρότσα σκεπασμένη με στρατιωτικό μουσαμά για να προστατεύονται τα λαχανικά του. Θυμάμαι που την τότε εποχή ο κόσμος αγόραζε μια «μάτσα διάφορα» για τη σαλάτα του. Η δέσμη με τα διάφορα περιλάμβανε συνήθως φρέσκο κρεμμυδάκι, ρόκα και κόλιανδρο.
Τα καλοκαίρια περνούσαν και διάφοροι άλλοι πλανόδιοι που πουλούσαν κυρίως εποχικά λαχανικά και φρούτα και κυρίως καρπούζια. Περνούσαν με αυτοκίνητα και διαλαλούσαν «σιήζω τζιαί  πουλώ παττίσιες!». Ο κόσμος τότε αγόραζε πολλά καρπούζια κάθε φορά, όσα χωρούσαν σε ένα μεγάλο καλάθι καμιά ντουζίνα δηλαδή. Στα παιδιά άρεσε ιδιαίτερα η αγορά καρπουζιών γιατί τα κυλούσαν από την είσοδο του σπιτιού μέχρι την κουζίνα λες και ήταν μπάλες!
Σε μας τα πιτσιρίκια άρεσαν περισσότερο οι πλανόδιοι που πουλούσαν προϊόντα  του άμεσου ενδιαφέροντός μας! Ο πιο αγαπητός μα  ήταν ο παγωτατζής! Περνούσε μ΄ ένα ποδήλατο που είχε μπροστά ειδικό χώρο για το δοχείο με το παγωτό και τις «φόρμες» και φώναζε «εδώ το ωραίο παγωτό τριαντάφυλλου!» Σταματούσε κάθε τόσο και τα παιδιά μαζεύονταν γύρω του. Με ένα γρόσι μας έβαζε παγωτό στη «φόρμα» το οποίο απολαμβάναμε. Επρόκειτο για πάγο με χρώμα και άρωμα τριαντάφυλλου. Μερικές φορές όταν δεν υπήρχε διαθέσιμο έστω και εκείνο το ένα γρόσι, οι γονείς για να μην μείνει το παιδί τους ανικανοποίητο του έδιναν ένα αβγό από το κοτέτσι το οποίο δεχόταν ο παγωτατζής και του έβαζε παγωτό!
΄Ενας άλλος παγωτατζής ήταν ένας Τούρκος που έσπρωχνε ένα αμαξάκι που μέσα έβαζε το παγωτό του. Αυτός περνούσε μόνο από ορισμένες γειτονιές του Καιμακλίου, αυτές που γειτνίαζαν με την τούρκικη συνοικία της Λευκωσίας. Αυτός διαλαλούσε το εμπόρευμά του φωνάζοντας συνέχεια «ντοντουρμά παγωτό».  Το «ντοντουρμά» που σημαίνει στα τούρκικα επίσης το παγωτό ακουγόταν λες και ήταν ένα άλλου είδους  παγωτό. Το παγωτό του ήταν κατασκευασμένο με γάλα και μας άρεσε περισσότερο απ΄  εκείνο του τριαντάφυλλου.
Μετά από μερικά χρόνια λειτούργησε στο Καιμακλί το εργοστάσιο παρασκευής παγωτών «Ρέτζις», ένας συνεταιρισμός ενός ΄Αγγλου και ενός Ελληνοκύπριου. Στη συνέχεια η εταιρεία περιήλθε στον Ελληνοκύπριο ο οποίος όμως διατήρησε την ονομασία «Ρέτζις». Η λειτουργία του εργοστασίου έφερε μια άλλη διάσταση στον κόσμο του παγωτού. Νέες μορφές και νέες γεύσεις έτερπαν πλέον το λαρύγγι των παιδιών. Τα παγωτά «Ρέτζις» για ένα διάστημα πωλούσε μια λεπτή και αδύνατη γυναίκα που κυκλοφορούσε με μοτοσυκλέτα και διαλαλούσε τα παγωτά με μεγάφωνο και μουσική. Θυμάμαι που είχε τη μουσική πολύ δυνατά και έπρεπε να βγεις στο δρόμο πριν περάσει για να σε δει να σταματήσει, διαφορετικά έμενες χωρίς παγωτό!
΄Αλλοι πλανόδιοι που περνούσαν από τις γειτονιές μας ήταν ένας χοντρός τύπος με μουστάκι που έσπρωχνε ένα αμαξάκι και πουλούσε ραβανί το οποίο διαλαλούσε ως «το καλό πράμα». Άλλος ένας ερχόταν με ποδήλατο και πουλούσε σιμιγδαλένιο χαλβά πάνω στον οποίο μας κάρφωνε και μερικά αμύγδαλα καβουρδισμένα. Συνήθως έβαζε τέσσερα αλλά όταν μας έβαζε πέντε ή έξι η χαρά μας ήταν μεγάλη!
Κ.Α.Χ.

4.10.2014    

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Σημαίες με λουλάκι ...

ΣΗΜΑΙΕΣ ΜΕ ΛΟΥΛΑΚΙ …
ΔΕΚΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Καθώς ταξιδεύαμε με το ξάδελφό μου στους κακοτράχαλους δρόμους του Ακάμα στο ραδιόφωνο ακουόταν το τραγούδι του Σαββόπουλου «σημαία από νάιλον». ΄Αρχισα κι εγώ να σιγοτραγουδώ οπότε ήρθε στη σκέψη μου  η περίοδος του Αγώνα κατά των ΄Αγγλων όταν πήγαινα στο δημοτικό σχολείο Καιμακλίου, μάλλον στο Αρρεναγωγείο Καιμακλίου, γιατί τότε τα σχολεία χωρίζονταν σε Αρρεναγωγεία και Παρθεναγωγεία, με αυτή τη σειρά μάλιστα, πρώτα οι άρρενες και μετά τα «θηλυκά».
Τότε οι ΄Αγγλοι απαγόρευσαν την ανάρτηση της Ελληνικής σημαίας στα σχολεία και έδωσαν  οδηγίες στους διευθυντές των σχολείων να κλείνουν τα σχολεία όπου υπάρχει Ελληνική σημαία και να ειδοποιούν την αστυνομία σχετικά. Η αστυνομία με τη σειρά της ειδοποιούσε τα στρατό και έρχονταν ΄Αγγλοι στρατιώτες και κατέβαζαν τη σημαία και τότε μας επέτρεπαν  να μπούμε στις τάξεις για μαθήματα. Την ώρα που κατέβαζαν τη σημαία οι στρατιώτες οι περισσότεροι μαθητές τους γιουχάιζαν ή έριχναν πέτρες. Μερικές φορές μάλιστα στεκόμασταν προσοχή λες και γινόταν κανονικά υποστολή της σημαίας.
Μόλις λοιπόν ο διευθυντής έβλεπε το πρωί που πηγαίναμε σχολείο Ελληνική σημαία κλείδωνε τις αίθουσες και ακολουθούσε τη νενομισμένη διαδικασία! Άλλο που δε θέλαμε οι μαθητές να χάνουμε το μάθημα και τριγυρνάμε στο γήπεδο του σχολείου μέχρι που οι ΄Αγγλοι στρατιώτες να κατεβάσουν τη σημαία.
 Στήσαμε τότε «βιομηχανία» κατασκευής σημαιών! Χάθηκαν τα σεντόνια, τα μαξιλαροντύματα και οι μαντηλιές από τα ερμάρια των σπιτιών και τα λουλάκια από τα πλυσταριά! Ομάδες μαθητών όταν έδυε ο ήλιος τρυπώναμε σε ένα δωμάτιο στην αυλή της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας που χρησιμοποιούσε ο καντηλανάφτης για λιώνει το κερί και να κατασκευάζει κεριά για την εκκλησία. Εκεί κόβαμε τα ρούχα που μαζεύαμε από τα σπίτια σε κομμάτια μεγέθους σημαίας και ζωγραφίζαμε με το λουλάκι ένα σταυρό στη μέση στο χρώμα του λουλακιού. Φτιάχναμε εφτά-δέκα σημαίες να μας αρκούν για όλη τη βδομάδα! Το πρωί πήγαινε ένας μαθητής ανέβαινε στη στέγη του σχολικού κτηρίου και έβαζε σε ένα σκουπόξυλο τη σημαία. Οπότε έκλεινε το σχολείο ο διευθυντής και άρχιζε η ίδια διαδικασία …
Σιγά-σιγά  συνειδητοποιήσαμε ότι οι ΄Αγγλοι στρατιώτες εύκολα κατέβαζαν τη σημαία και χάναμε πολύ λίγη ώρα από τα μαθήματα. Τότε ο ξάδελφος μου με τον οποίο ταξίδευα στον Ακάμα και ήταν δυο-τρεις τάξεις μεγαλύτερός μου, μαζί με άλλα παιδιά σοφίστηκαν το εξής. ΄Εδεσαν στον «ιστό» της σημαίας δύο καλώδια και τα πέρασαν από την υδρορροή της στέγης αφού έδεσαν στην άλλη άκρη των καλωδίων ένα κονσερβοκούτι με δυο-τρεις πέτρες μέσα Οι ΄Αγγλοι που ήρθαν να κατεβάσουν τη σημαία νόμισαν πως υπήρχε εκρηκτικός μηχανισμός και έφεραν ειδικούς για να τον εξουδετερώσουν! Εκείνη τη μέρα δεν κάναμε καθόλου μαθήματα!
Μιαν άλλη φορά ένας ξάδελφος της μητέρας μου που πήγαινε στη έκτη τάξη του σχολείου και ήταν αρκετά αδύνατος και ευλύγιστος ανέβηκε σε ένα ψηλό κυπαρίσσι στην αυλή του σχολείου και έδεσε στο πιο ψηλό σημείο του τη σημαία. ΄Οταν  ήρθαν οι ΄Αγγλοι στρατιώτες να κατεβάσουν τη σημαία από το δέντρο δεν τα κατάφερναν γιατί ήταν βαριοί και μπορούσε να κοπεί η μύτη του κυπαρισσιού και να πέσουν. Μετά από πολλή ώρα και κάτω από τα γιουχαΐσματα των μαθητών έκοψαν τη μύτη του κυπαρισσιού. ΄Εκτοτε το κυπαρίσσι παραμένει χωρίς μύτη θυμίζοντας στη γενιά μας τα κατορθώματά μας!
Κ.Α.Χ.
2.10.2014