Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Αι τέσσερεις αδελφαί

« ΑΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΑΙ»
ΠΕΜΠΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Στη γειτονιά της γιαγιάς μου στο Καιμακλί, μεταξύ εκκλησίας και παλιάς σιδηροδρομικής γραμμής, υπήρχε ένα σπίτι του οποίου η πρόσοψη έβλεπε σε ένα δρόμο και το πίσω μέρος της αυλής έπιανε άλλο δρόμο. Την πρόσοψη του σπιτιού την είδα μια, το πολύ δυο φορές, γιατί εκείνος ο δρόμος οδηγούσε σε αδιέξοδο και έτσι δεν περνούσε κανένας από εκεί. Το πίσω μέρος το έβλεπα σχεδόν καθημερινά όποτε πήγαινα στη γιαγιά μου. Και πήγαινα συχνά!
Το πίσω μέρος λοιπόν αυτού του σπιτιού είχε μια μικρή σκουριασμένη τσίγκινη πόρτα που δεν έκλεινε καλά και από τη χαραμάδα που άφηνε μπορούσες να δεις μέσα, την αυλή και το σπίτι. Η αυλή ήταν πεντακάθαρη και το σπίτι αποτελείτο από έναν ανοιχτό ηλιακό με καμάρα στον οποίο άνοιγαν τρεις πόρτες. Είχε δηλαδή τρία άλλα δωμάτια. Η πόρτα της αυλής ήταν στο μέσο και δεξιά και αριστερά ήταν φυτεμένες φραγκοσυκιές που έκαναν το σπίτι απόρθητο φρούριο. Στη μια πλευρά υπήρχε και ένας τεράστιος ευκάλυπτος που τα κλαδιά του κάλυπταν το δρόμο όλο.
Κάθε φορά που περνούσα από εκεί ο νους μου πήγαινε στο μυθιστόρημα του ΄Αντον Τσέχοφ «Αι τρείς αδελφαί» το οποίο τότε δημοσίευε σε συνέχειες μια εφημερίδα, αν θυμάμαι καλά η «Ελευθερία». Γιατί αυτό; Γιατί σ΄εκείνο το σπίτι έμεναν τέσσερεις αδελφές των οποίων η μικρότερη ήταν της ηλικίας της γιαγιάς μου!
Ποτέ μου δεν είδα τις τέσσερις αδελφές. ΄Εβλεπα μόνο μια που ήταν η μόνη που έβγαινε από το σπίτι. Αν θυμάμαι καλά την έλεγαν Λέλα. Για τις άλλες τρείς γνώριζα την ύπαρξή τους εξ ακοής! Αυτή η μια που κυκλοφορούσε ερχόταν μια-δυο φορές το μήνα στη γιαγιά μου για «επίσκεψη». Θυμάμαι τον παππού μου έτσι όπως καθόταν στο τραπέζι, με τη μαντηλιά του διπλωμένη στα δύο, αφού είχε τελειώσει το δείπνο του και τους αγκώνες πάνω σ΄αυτή να βγάζει διακριτικά από την τσέπη του ένα χάρτινο νόμισμα των πέντε σελινιών και να της το δίνει για να φύγει. Παρόλο που ήμουνα μικρός καταλάβαινα τη δυσφορία του από την παρουσία της. Η γυναίκα αυτή είχε πρόβλημα στο αριστερό της χέρι το οποίο ήταν διπλωμένο στο ύψος της κοιλιάς της και οποίο βοηθούσε  κάθε λίγο με το δεξί της χέρι. Πρέπει η αδυναμία αυτή να ήταν κατάλοιπο παιδικής πολιομυελίτιδας.
Για τις τέσσερις αδελφές λέγονταν πολλά σε σημείο που τα μικρά παιδιά φοβόντουσαν να περνούν βράδυ έξω από το σπίτι τους. Όλα όσα έλεγαν οι μεγάλοι για τις τέσσερις αδελφές τα έλεγαν στην απουσία των μικρών παιδιών, πράγμα που δημιουργούσε μεγαλύτερο μυστήριο και φόβο γύρω απ΄ αυτές.
Απ΄ όσα άκουσα λοιπόν οι τέσσερις αδελφές έχασαν από μικρές και τους δύο γονείς τους και έμειναν ορφανές. Ο πατέρας τους μάλιστα είχε μεγάλη περιουσία από την οποία κατάφερναν να επιβιώνουν, χωρίς να έχουν την ανάγκη καμιάς ξένης βοήθειας. Η Λέλα, αυτή που κυκλοφορούσε έξω, έπαιρνε από παντού φιλοδωρήματα όχι από ανάγκη αλλά γιατί με το μυαλό της δημιούργησε την ιδέα ότι όλοι αδίκησαν τις τέσσερεις αδελφές και ότι θα έπρεπε να καταβάλλουν κάποιο τίμημα. Λοιπόν οι κοπέλες που έμειναν ορφανές και δεν είχαν κανένα προστάτη μπήκαν στο στόχαστρο διάφορων απατεώνων που περισσότερο στόχευαν στην περιουσία τους. Κάποιος από το χωριό κατάφερε και παρέσυρε τη μία από τις τέσσερις αδελφές, την άφησε έγκυο και αφού της πήρε και κάμποσα χρήματα την εγκατέλειψε και το έσκασε με μια Σπανιόλα για την Ελλάδα. ΄Εκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του. Το παιδί δε γεννήθηκε ποτέ. ΄Αλλοι λένε πως γεννήθηκε, ακούστηκε το κλάμα του και ότι το σκότωσαν οι τέσσερις αδελφές για να ξεπλύνουν την ντροπή τους. ΄Εκτοτε δεν έβγαιναν από το σπίτι, εκτός από μία που έλεγαν ότι εκτός από το χέρι της είχε και άλλο πρόβλημα!
Κ.Α.Χ.

25.9.2014    

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Σοφία Λόρεν

ΣΟΦΙΑ ΛΟΡΕΝ
ΤΕΤΑΡΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Στη γειτονιά μας υπήρχε ένα σπίτι που το λέγαμε διώροφο ενώ ήταν ένα ισόγειο σπίτι με εφτά σκαλιά στην είσοδο και υπόγειο. Το σπίτι ήταν κτισμένο σε δυο οικόπεδα το ένα πίσω από το άλλο. Φαίνεται ότι από τα οικόπεδα αυτά έπαιρναν χώμα και «έκοβαν πλιθάρια που χρησιμοποιούνταν την τότε εποχή στη θέση των τούβλων που ξέρουμε σήμερα. Γι αυτό και το οικόπεδο έμοιαζε με χάνδακα. Όταν μεταγενέστερα κτίστηκε εκεί ένα σπίτι εκμεταλλεύτηκαν το χάνδακα και έκτισαν ένα υπόγειο το οποίο από τις τρεις του πλευρές, εκτός από την πλευρά του δρόμου, ήταν κανονικό σπίτι με πόρτες και παράθυρα.
Το σπίτι αυτό, όπως έλεγαν οι παππούδες τότε που ήμασταν πιτσιρίκια, τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας χρησιμοποιήθηκε ως αστυνομικός σταθμός. Τότε οι αστυνομικοί φορούσαν φέσι και μερικοί από αυτούς ήταν ακόμη με τις βράκες. Οι αστυνομικοί τότε ήταν Τούρκοι ενώ στη συνέχεια δειλά-δειλά οι άγγλοι προσλάμβαναν και έλληνες αστυνομικούς. Η αστυνομία τότε, έλεγαν οι μεγάλοι, ήταν έφιππη. Το σπίτι εκείνο τους βόλευε γιατί στο υπόγειο είχαν τα άλογά τους και στο πάνω σπίτι ήταν τα γραφεία και οι κοιτώνες των ίδιων των αστυνομικών. Στο πίσω οικόπεδο ασκούνταν οι αστυνομικοί με τα άλογά τους.
Στο ίδιο εκείνο σπίτι τα καλοκαίρια που ήταν κλειστά τα σχολεία, παίζαμε τα παιδιά της γειτονιάς κλέφτες κι αστυνόμους. Δεν περιοριζόμασταν μόνο στο υπόγειο του σπιτιού που ήταν άδειο, αλλά επεκτεινόμασταν και σε μια διπλανή αποθήκη. Η αποθήκη καταλάμβανε τέσσερα-πέντε οικόπεδα. Ο στεγασμένος χώρος της ήταν περίπου ένα οικόπεδο, ενώ η υπόλοιπη έκταση ήταν υπαίθρια. ΄Ηταν περιφραγμένη με ένα σχετικά ψηλό μαντρότοιχο τον οποίο τότε εύκολα πηδούσαμε από το διπλανό, το «διώροφο» σπίτι και βρισκόμασταν μέσα. Στον υπαίθριο αποθηκευτικό χώρο υπήρχε ξυλεία, σίδηρο οικοδομής, είδη υγιεινής αλλά το πιο σημαντικό για τα παιγνίδια μας καμιά δεκαριά καρότσες του στρατού. Καρότσες με δύο τροχούς που ταίριαζαν γάντι με το παιγνίδι κλέφτες κι αστυνόμοι!
Στο σπίτι αυτό δεν έμενε ο ιδιοκτήτης του που ήταν και ο ιδιοκτήτης της αποθήκης. Κατά διαστήματα ήταν άδειο και κατά διαστήματα ενοικιαζόταν. Τότε μετακόμισε εκεί μια οικογένεια με πέντε παιδιά. Τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Τα αγόρια μπήκαν αμέσως στην παρέα και στο παιγνίδι. Αφού φυσικά πρώτα αναγνώρισαν την αρχηγία του γιου του φούρναρη. Το ένα κορίτσι ήταν μεγάλο, πρέπει να πήγαινε στη Δευτέρα τάξη του Γυμνασίου. Το άλλο ήταν ακόμη στο δημοτικό και ξεχώριζε από τότε για τις ωραίες καμπύλες του. Τα αγόρια τότε ήμασταν σε μια ηλικία που αρχίζαμε να ξεχωρίζουμε τα κορίτσια και να ξυπνά μέσα μας το ένστικτο της διαφορετικότητας. Το πρώτο σκίρτημα το εντελώς αθώο και … ακαταλαβίστικο.
Τότε που μετακόμισε στη γειτονιά μας εκείνη η οικογένεια ήταν καλοκαίρι. Στο θερινό σινεμά του Καιμακλίου προβαλλόταν μια ταινία με τη Σοφία Λόρεν. Στο σινεμά πηγαίναμε τότε σκαρφαλώνοντας κρυφά πάνω από τη τσίγκινη μάντρα. Πήγαμε λοιπόν όλη η παρέα με επικεφαλής το γιο του φούρναρη και είδαμε την ταινία με τη Σοφία Λόρεν. Από την επομένη φωνάζαμε όλη η παρέα το κορίτσι του δημοτικού εκείνης της οικογένειας Σοφία Λόρεν!
Σήμερα που ούτε το πραγματικό της όνομα δε θυμάμαι πια, διερωτώμαι πως είναι άραγε η Σοφία Λόρεν των παιδικών μας χρόνων! Καλύτερα όμως να μη μάθω οτιδήποτε! Καλύτερα να διατηρείται στις αναμνήσεις των παιδικών χρόνων η Σοφία Λόρεν όπως ήταν τότε!
Κ.Α.Χ.
24.9.2014  


Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Τα φραγκόσυκα του Ευάγγελου

ΤΑ ΦΡΑΓΚΟΣΥΚΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
ΤΡΙΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΉ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Στη γειτονιά μας στο Καιμακλί υπήρχε ένα άδειο οικόπεδο που μόλις πρόσφατα αναγέρθηκε σ΄ αυτό μια πολυκατοικία με τέσσερις ορόφους. Το οικόπεδο αυτό γειτνίαζε από τις δυο πλευρές του με ένα σπίτι , από την τρίτη του πλευρά με δυο σπίτια ενώ στην τέταρτη πλευρά του ήταν ο δρόμος. Το οικόπεδο ήταν το γήπεδό μας και το περιβόλι μας!
΄Ηταν πάντοτε καθαρό χωρίς χόρτα χειμώνα-καλοκαίρι γιατί εκεί παίζαμε ποδόσφαιρο. Εκτός του ότι καταπατούσαμε τη βλάστηση και δεν την αφήναμε να ξεμυτίσει οργανώναμε και εκστρατείες καθαριότητας του γηπέδου μας. Η ομάδα της γειτονιάς μας είχε για αρχηγό, όπως ήταν αναμενόμενο, το γιο του φούρναρη. ΄Οποτε παίζαμε μεταξύ μας χωριζόμασταν σε δυο ομάδες και όλοι μας επιδιώκαμε να ενταχθούμε στην ομάδα που θα είχε επικεφαλής το γιο του φούρναρη γιατί η νίκη ήταν εξασφαλισμένη! Παίζαμε και «διαγειτονικούς» αγώνες. Ερχόταν στο γήπεδό μας η ομάδα της πάνω γειτονιάς και αντιλαμβάνεστε ότι με αρχηγό το γιο του φούρναρη νικούσαμε και στα γκολ και στο … ξύλο που κάποτε έπεφτε ανάμεσα στις δυο ομάδες! Στην ομάδα της πάνω γειτονιάς έπαιζαν μερικές φορές και δύο τουρκάκια, γιατί η πάνω γειτονιά γειτνίαζε με την τουρκική συνοικία της Λευκωσίας. Σε μας τότε, δεν έκανε καμιά διαφορά ότι έπαιζαν και τουρκάκια στην άλλη ομάδα. Μας ενδιέφεραν μόνο τα γκολ!
Πρόβλημα με τη μπάλα είχαμε όταν μας ξέφευγε η μπάλα και πήγαινε στις αυλές των διπλανών σπιτιών. Μάλλον είχαμε πρόβλημα με τις δυο πλευρές του οικοπέδου όπου υπήρχε από ένα σπίτι μόνο. Από την πλευρά που ήταν τα δυο σπίτια δεν είχαμε πρόβλημα αφού μαζί μας ήταν και τα παιδιά των ιδιοκτητών των σπιτιών. Στην περίπτωση των άλλων σπιτιών είχαμε πάντοτε πρόβλημα. Καραδοκούσαμε να μην μας δει κανένας για να περάσουμε στην αυλή τους να πάρουμε τη μπάλα μας. Μια φορά μάλιστα μας πήραν τη μπάλα και την ξέσχισαν!
Το οικόπεδο ήταν και το  … περιβόλι μας! Δηλαδή τα δέντρα των διπλανών σπιτιών! Στο ένα σπίτι από την πλευρά που ήταν τα δυο σπίτια, στην αυλή της κυρίας Βαθούλας, υπήρχε μια μουριά που φορτωνόταν μούρα. Εμείς μπαίναμε από την περίφραξη και μαζεύαμε κάθε φορά όσα μούρα μπορούσαμε. Η κυρία Βαθούλα δεν μας θύμωνε καθόλου. Μάλλον θα το ευχαριστιόταν γιατί τα μούρα που έμεναν έπεφταν πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής και το λέρωναν. Το μόνο που μας έλεγε όταν πηδούσαμε πάνω από την περίφραξη ήταν να προσέχουμε μήπως σχίσουμε τα ρούχα μας ή μήπως πέσουμε και τραυματιστούμε!
Στην απέναντι πλευρά του οικοπέδου μας στην αυλή του σπιτιού εκείνου υπήρχε μια δαμασκηνιά της οποίας τα κλαδιά κρέμονταν έξω από την περίφραξη. Εμείς πηγαίναμε εκεί και … τρυγούσαμε τα δαμάσκηνα. Πολλές φορές τραβούσαμε τόσο πολύ τα κλαδιά που τα τσακίζαμε. Ο κύριος που είχε το σπίτι εκείνο, δεν θυμάμαι το όνομά του, μας κυνηγούσε τόσο για τα δαμάσκηνα όσο και γιατί είχε δυο κόρες - αγόρι δεν είχε να παίζει μαζί μας- και νόμιζε ότι πηγαίναμε εκεί για να κοιτάζουμε τις κόρες του! Εμείς όμως τότε ήμασταν τόσο μικροί που δεν καταλαβαίναμε καλά-καλά τη διαφορά ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια!
Στην απέναντι από το δρόμο πλευρά του οικοπέδου ήταν οι φραγκοσυκιές του Ευάγγελου. Εκεί γινόταν το «σώσαι» την εποχή που ωρίμαζαν τα φραγκόσυκα. Κατασκευάζαμε «φραγκοσυκοσυλλέκτες», δηλαδή παίρναμε ένα σκουπόξυλο και στην άκρη του καρφώναμε ένα κονσερβοκούτι μέσα στο οποί «παγιδεύαμε», μακριά από τα αγκάθια, τα φραγκόσυκα. Ο Ευάγγελος τότε … έβγαζε περιπολίες για να σώζει τα φραγκόσυκά του αλλά και τα ίδια τα φυτά τα οποία κατακόβαμε στην προσπάθειά μας να μαζέψουμε τον καρπό τους.
Ένα καλοκαίρι δεν μας έφταναν αυτά που μαζεύαμε με τις κατασκευές μας με το σκουπόξυλο! Αποφασίσαμε να μαζέψουμε περισσότερα ανεβαίνοντας στις φραγκοσυκιές. Δηλαδή αποφάσισε ο γιος του φούρναρη και οι υπόλοιποι ακολουθήσαμε! Κατασκευάσαμε μια σκάλα από ξύλα που είχαμε μαζέψει από τη γειτονιά και ο κλήρος έλαχε σε μένα να ανέβω για να κόψω φραγκόσυκα. Δηλαδή έτσι αποφάσισε ο γιος του φούρναρη. Δυο-τρία άλλα παιδιά κρατούσαν τη σκάλα μην πέσει κι εγώ ανέβηκα και άρχισα το «έργο» μου. Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε στην αυλή του ο Ευάγγελος. Τα παιδιά που κρατούσαν τη σκάλα το έβαλαν στα πόδια και νάσου εγώ κάτω μέσα στις φραγκοσυκιές και στ΄αγκάθια! Ο Ευάγγελος βλέποντας τα χάλια μου με πλησίασε, με σήκωσε και με πήρε μέχρι τη βεράντα της κουζίνας του όπου αυτός κι η γυναίκα του άρχισαν να βγάζουν τ΄αγκάθια από πάνω μου. Αφού έβγαλαν τα περισσότερα ο Ευάγγελο μου είπες.
-          Πήγαινε παιδί μου στο σπίτι σου να σε φροντίσει η μάνα σου! Να πάρε κι αυτά, και μου έδωσε μια χαρτοσακούλα κατασκευασμένη από τούρκικη εφημερίδα, γεμάτη φραγκόσυκα.
Πήγα σπίτι όπου για τρεις μέρες μου έβαζαν ελαιόλαδο σε όλο το κορμί για να βγουν τα αγκάθια και να μην πονώ!
Κ.Α.Χ.
22.9.2014 
   


Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Οι γάτοι της Καμπούραινας

Οι γάτοι της Καμπούραινας
ΔΕΥΤΕΡΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Στην άκρη του Καιμακλίου, μάλλον έξω από την κατοικημένη περιοχή, σε απόσταση τεσσάρων-πέντε οικοπέδων απ΄ αυτή, δίπλα από την παλιά σιδηροδρομική γραμμή, μόλις ένα μέτρο από εκεί που ήταν κάποτε οι ράγιες του τρένου, ήταν ένα μικρό σπιτάκι. Κτισμένο με κίτρινη πουρόπετρα, αποτελείτο από δυο δωμάτια που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Είχαν πόρτα και παράθυρο που έβλεπαν στην αυλή, αυλή τρόπος του λέγειν, δυο μέτρα γη από την αντίθετη πλευρά απ΄ αυτή που ήταν παλιά οι ράγιες. Από την ανατολική πλευρά των δύο δωματίων υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι με πόρτα κι αυτό στην αυλή που ήταν αποχωρητήριο και μπάνιο. Αυτό πρέπει να κτίστηκε αργότερα γιατί ήταν κτισμένο με κόκκινο τούβλο αγγλικού τύπου.
Μπορείτε να υποθέσετε τι γινόταν τότε που λειτουργούσε το τρένο. Θα έτρεμαν τα πάντα όταν περνούσε από εκεί το τρένο. Οι ένοικοί του θα πρέπει να είχαν συνηθίσει το τρέμουλο που δεν θα τους ένοιαζε αν γινόταν σεισμός οχτώ ρίχτερ!
Σ΄ αυτό το σπιτάκι έμενε η Καμπούραινα με το σύζυγό της. Δεν έμαθα ποτέ τ΄ όνομά της. ΄Ολοι Καμπούραινα την ανέβαζαν, Καμπούραινα την κατέβαζαν. Και όποιος την έβλεπε καταλάβαινε αμέσως το λόγο. Είχε μια μεγάλη καμπούρα στην πλάτη που ξεπερνούσε κι αυτή του καραγκιόζη! Η Καμπούραινα πρέπει να ήταν, τότε που ήμασταν πιτσιρίκια, καμιά εβδομηνταριά χρονών και άντρας της καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερός της.
Ο άντρας της Καμπούραινας, έτσι ήταν γνωστός κι ούτε κι αυτού έμαθα ποτέ το όνομα, εργαζόταν στο σιδηρόδρομο. ΄Ηταν σιδηροδρομικός υπάλληλος. Φορούσε και πηλίκιο το οποίο είχε ακόμη κρεμασμένο πίσω από την πόρτα του ενός δωματίου που χρησιμοποιούσαν ως κρεβατοκάμαρα. Τα έπαιρνε κρυφά ένας εγγονός του και το φορούσε όταν παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμους παριστάνοντας τον αξιωματικό της αστυνομίας. Φαίνεται πως όταν καταργήθηκε ο σιδηρόδρομος οι αρχές παραχώρησαν εκείνα τα δυο δωμάτια στον πρώην υπάλληλό τους για να μένει εκεί.
Η Καμπούραινα κυκλοφορούσε πάντα κρατώντας μια χοντρή βέργα για μπαστούνι. Στη μικρή αυλή τους καλλιεργούσε λαχανικά και φύτευε επίσης πιπεριές και μελιτζανιές. Μας έκανε εντύπωση που πήγαινε με το μπαστούνι της και μετά έπαιρνε την τσάπα και καλλιεργούσε τον κήπο της! Στην αυλή της είχε και τρεις γάτους που μπλέκονταν στα πόδια της και κινδύνευε να πέσει κάτω και να τσακιστεί ...
Μια μέρα λοιπόν του καλοκαιριού που ήταν κλειστά τα σχολεία και τριγυρνούσαμε στους δρόμους και τις αλάνες, ο αρχηγός της παρέας, ο γιος του φούρναρη, λέγει στην παρέα.
-          Το απομεσήμερο την ώρα που η Καμπούραινα και ο γέρος της κοιμούνται θα πάμε να πιάσουμε τους γάτους της. Θα τους βάλουμε σε μια σακούλα και θα τους πάμε πολύ μακριά κι αυτή θα τους ψάχνει μάταια!
΄Ηταν Αύγουστος μήνας και έκανε τρομερή ζέστη. Πλησιάσαμε λοιπόν το σπίτι της Καμπούραινας για να πιάσουμε τους γάτους. Λόγω της ζέστης το ηλικιωμένο ζευγάρι κοιμόταν με τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά. Αρχίσαμε, όταν μας έδωσε το σύνθημα ο γιος του φούρναρη, να κυνηγάμε τους γάτους. ΄Ηταν κάτι γάτοι αγρίμια που δεν μπορέσαμε ούτε να τους πλησιάσουμε! Μας πήρε όμως χαμπάρι η Καμπούραινα, σηκώθηκε, άρπαξε τη βέργα της και την έριξε στο γιο του φούρναρη. Ευτυχώς δεν τον πέτυχε. Εκείνος πήρε τη βέργα και το έβαλε στα πόδια, όπως και οι υπόλοιποι. Αντί με γάτους φύγαμε με μια βέργα σα λάφυρο, το οποίο επέστρεψε την επομένη ο φούρναρης στην Καμπούραινα!
Κ.Α.Χ.

19.9.2014  

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Μια ιστορία "φανταστική", μπορεί και όχι ...

Τα τζάμια της Κυρά-Μελανής
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ», ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ …
Παρακολουθώ και χαίρομαι με ένα λογαριασμό στο facebook για το Καιμακλί στον οποίο δημοσιεύονται φωτογραφίες από ωραία παλιά αρχοντικά αλλά και φτωχικά σπίτια σε στενά δρομάκια. Σπίτια εγκαταλειμμένα αλλά και αναπαλαιωμένα ή ανακαινισμένα, μπογιατισμένα με διάφορα χρώματα. Χρώματα, πολλές φορές τόσο ζωηρά που νομίζεις πως είναι ψεύτικα, ζωγραφιές από το χέρι κάποιου αρχιτέκτονα ή ζωγράφου. Βλέποντας ένα τέτοιο σπίτι στον τοίχο του λογαριασμού Καιμακλί φαντάστηκα ή θυμήθηκα παλιά  …
Μικρός δεν είχα ακόμη πάει στο δημοτικό είχα ένα φίλο δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερό μου. Ένα ψηλό για την ηλικία του παιδί, γεροδεμένο με κοντό παντελόνι και αμάνικη φανέλα που τριγύριζε το καλοκαίρι τους δρόμους και μάζευε γύρω του τα παιδιά της γειτονιάς. ΄Ηταν ο γιος του φούρναρη ή του ψωμά όπως τον λέγαμε τότε και ήταν ο αρχηγός της παρέας. ΄Ολοι ήθελαν να τον έχουν φίλο γιατί όσοι δεν τα είχαν καλά μαζί του την είχαν βαμμένη! Δεν ξέραμε τότε για «μπούλινγκ». Ξέραμε για μαγκιά και παλληκαριά!
Συνήθως παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμους, σερίφηδες και καουμπόηδες, ιππότες που ανήκαν σε δυο διαφορετικά κάστρα και μάχονταν ποιος θα κερδίσει τη συμπάθεια της βασιλοπούλας και άλλα παρόμοια. Ο γιος του φούρναρη ήταν πάντα αρχηγός των νικητών. ΄Ολοι θέλαμε να ανήκουμε στην ομάδα του γιατί ξέραμε πως θα ήμασταν οι νικητές. Εκείνο το καλοκαίρι δεν αφήσαμε διαφήμιση της κόκα-κόλα που να μην την κατεβάσουμε από τα μπακάλικα και τα καφενεία και να την κάνουμε ασπίδα. ΄Ηταν κάτι στρογγυλές διαφημίσεις που έγραφαν “drink coca cola” και γίνονταν καταπληκτικές ασπίδες για το παιγνίδι των ιπποτών. Είχαμε και ξύλινα σπαθιά και για περικεφαλαία παίρναμε τενεκέδες που περιείχαν λάδι ή βούτυρο και ανοίγαμε δυο τρύπες στο ύψος των ματιών για να βλέπουμε. Τα ξύλινα σπαθιά μας ήταν συνήθως από σκουπόξυλα. Εκείνο το καλοκαίρι είχαν εξαφανιστεί οι σκούπες από τις αυλές των σπιτιών όλης της γειτονιάς!
Εκείνο λοιπόν το καλοκαίρι όταν άρχισε να πέφτει το πρώτο σκοτάδι με πλησίασε ο γιος του φούρναρη μαζί με ένα άλλο παιδί της γειτονιάς και μου είπε.
-          Απόψε θα πάμε να σπάσουμε τα τζάμια της κυρά- Μελανής!
Παρόλο που το θεώρησα … τιμή μου να με επιλέξει για δράση ανάμεσα σε τόσα παιδιά της γειτονιάς, τόλμησα και ρώτησα.
-          Γιατί να σπάσουμε τα τζάμια της γυναίκας; Τι μας έκανε;
-          ΄Αντε ρε φοβητσιάρη! ΄Ακου τι μας έκανε; ΄Ετσι για το κέφι μας και το τσαμπουκά μας!
Δεν μπορούσα να κάνω πίσω γιατί την επομένη όλα τα παιδιά της γειτονιάς θα με δαχτυλόδειχναν ως δειλό και ανάξιο να ανήκω στην ομάδα του γιού του φούρναρη.
Η κυρά- Μελανή ήταν μια γριά που έμενε μόνη της σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη του δρόμου. Σπάνια την έβλεπε κανείς γιατί ήταν πάντα κλεισμένη στο σπίτι της. Οι μεγάλοι έλεγαν πως όταν ήταν νέα παντρεύτηκε ένα χωριανό τον οποίο όμως σκότωσε κάποιος έξω στα χωράφια δυο μήνες μετά το γάμο. Η αστυνομία τότε δεν βρήκε στοιχεία που να ενοχοποιούν κάποιο και έκλεισε την υπόθεση. Πάντως τότε όλοι οι μεγάλοι ψιθύριζαν κάποιο όνομα όταν μιλούσαν για το θέμα, εμείς τα παιδιά όμως δεν το ακούσαμε ποτέ.
Όταν έπεσε το βαθύ σκοτάδι της νύχτας, ο γιος του φούρναρη, εγώ και ακόμη ένα παιδί γεμίσαμε τις τσέπες  με πέτρες και αρχίσαμε να ρίχνουμε πάνω στα παράθυρα του σπιτιού της κυρά- Μελανής. Δυο τρείς φορές ακούσαμε τον ήχο του σπασμένου γυαλιού και μετά το βάλαμε στα πόδια, ενώ η κυρά- Μελανή μας έβαζε  κατάρες του τύπου «που να ξεραθούν τα χέρια σας» και άλλα παρόμοια.
Εγώ έτρεξα και χώθηκα στο κρεβάτι κάνοντας τον κοιμισμένο. Σχεδόν δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ αναλογιζόμενος τι μας έφταιξαν τα τζάμια και πήγαμε να τα σπάσουμε!
Πρωί-πρωί ήρθε ο πατέρας μου στο δωμάτιο μου. Με άρπαξε από το αφτί και μου έδωσε δυο χαστούκια λέγοντας μου «για να μάθεις να πετροβολάς τα τζάμια του κόσμου και να μη σε ξαναδώ με το γιο του φούρναρη!»
Κ.Α.Χ.
18.9.2014


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Καλά, αυτοί γεννήθηκαν στην ώρα τους ...

ΚΑΛΑ, ΑΥΤΟΙ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΣ…
-          Φίλε Βάκη, τώρα που τέλειωσες το διάβασμα της εφημερίδας, να σου πω ότι υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν στην ώρα τους!
-          Τι σοφιστείες έχεις σκοπό να μου αρχίσεις πάλι; Προτιμώ να ανοίξω και πάλιν την εφημερίδα. ΄Ολοι οι άνθρωποι στον κόσμο γεννιούνται κανονικά στην ώρα τους, ύστερα από εννέα μήνες κύηση!
-          Όχι δεν εννοώ αυτό. Κάποιοι γεννήθηκαν για παράδειγμα την εποχή που έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα!
-          Τέτοιες εποχές δεν υπήρξαν. Μόνο στο τραγούδι έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα!
-          Καλά, Βάκη, δεν εννοώ κυριολεκτικά. Μεταφορικά εννοώ.
-          Δηλαδή;
-          Να, κάποιοι γεννήθηκαν καμιά εικοσαριά χρόνια πριν τον Αγώνα της Κύπρου και έτσι ευτύχησαν να λάβουν μέρος σ αυτόν.
-          Και κάποιοι ευτύχησαν να γεννηθούν και να τελειώσουν τις σπουδές τους με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, τότε που γέμιζαν τις θέσεις στο δημόσιο με τη σέσουλα!
-          Βλέπεις, αυτό εννοώ! Κάποιοι γεννήθηκαν και ήταν σε ηλικία να παίρνουν δάνεια από τις τράπεζες τότε που περνούσες απ έξω και σου φώναζαν να μπεις να σε κεράσουν καφέ και να σου εγκρίνουν δάνειο χωρίς εξασφαλίσεις.
-          Κάποιοι γεννήθηκαν και κατάφεραν να είναι σε ηλικία απασχόλησης τότε που οι τράπεζες προσλάμβαναν προσωπικό αβέρτα. Οι ίδιοι έφτασαν σε ηλικία αφυπηρέτησης τότε που οι τράπεζες έδιναν φιλοδωρήματα εκατομμυρίων …
-          Το έπιασες το νόημα, μπράβο! ΄Η προτιμάς το εύγε;
-          Στραβάρα στα μάτια μου! Δεν αξίζω ούτε μπράβο ούτε εύγε!
-          Γιατί;
-          Γιατί εγώ γεννήθηκα τότε που σπούδαζες με χίλια βάσανα, έμπαινες στο δημόσιο με χίλιες δυο εξετάσεις, τις ανώτερες θέσεις τις είχαν πάρει κάποιοι μικρότεροι σε ηλικία χωρίς σπουδές και αφυπηρέτησα τότε που όλοι κατέθεταν το εφάπαξ τους στις τράπεζες για εξόφληση του δανείου τους. Τότε, δεν υπήρχε κανένας να μας πει ότι θα μας έσωζε την πρώτη κατοικία να μην πληρώσουμε τα δάνειά μας και να μας μείνει το εφάπαξ σε κάποια τράπεζα του εξωτερικού!
-          Βλέπεις λοιπόν, φίλε Βάκη, ότι κάποιοι γεννήθηκαν στην ώρα τους και κάποιοι όχι;
Κ.Α.Χ.

17.9.2014  

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Μια γυναίκα κρατώντας ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά της έξω από την εκκλησία της Παναγίας της Ευαγγελίστριας στο Γερόλακο δηλώνει «Είμεθα μικροί όταν φύγαμε από το χωριό μας και τώρα που μας επέτρεψαν για πρώτη φορά να έρθουμε, μετά από σαράντα χρόνια, έχουμε εγγόνια».
Σαράντα χρόνια! Η μισή ζωή ενός ανθρώπου ίσως και περισσότερο. ΄Οσοι από τις 164.700 εκτοπισμένους Ελληνοκύπριους ήταν σαράντα ετών και άνω το 1974 σήμερα αυτοί οι λίγοι που βρίσκονται εν ζωή είναι ηλικίας άνω των ογδόντα. Αυτή η κατηγορία των εκτοπισμένων πρέπει χονδρικά να αποτελούσε το ένα τρίτο των προσφύγων. ΄Αρα από το σύνολο των εκτοπισθέντων (προσφύγων, όπως συνηθίσαμε να τους λέμε) δεν υπάρχει πλέον. Φυσικά αφού έχουν περάσει σαράντα ολόκληρα χρόνια. ΄Οσοι από τους εκτοπισμένους ήταν μεταξύ είκοσι και σαράντα ετών το 1974 σήμερα είναι μεταξύ εξήντα και ογδόντα ετών.
Απλά μαθηματικά θα μου πείτε! Απλά μαθηματικά αλλά με μεγάλη πολιτική σημασία την οποία πολλοί από τους πολιτικούς μας δεν κατανοούν. Χρειάζεται επειγόντως να βρεθεί λύση στο Κυπριακό στα πλαίσια των όσων οδυνηρών έχουν μέχρι σήμερα συμφωνηθεί ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Διαφορετικά μετά από άλλα σαράντα χρόνια δεν θα υπάρχουν εκτοπισμένοι. Θα υπάρχουν θα μου πείτε οι απόγονοί τους οι οποίοι όμως θα λεν το γνωστό «πάλι με χρόνια νε καιρούς …» και το «τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια» («Γκιρνέ» θα τη ξέρει τότε όλος ο κόσμος εκτός από τους ΄Ελληνες) θα είναι ανέκδοτο!
Ο παππούς μου όταν έλεγε πριν τον πόλεμο εννοούσε τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο τον οποίο μάλιστα θεωρούσε ως τον τελευταίο για την ανθρωπότητα. Ο πατέρας μου όταν έλεγε πριν τον πόλεμο εννοούσε το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και αυτός θεωρούσε ότι αυτός θα ήταν ο τελευταίος πόλεμος.
Εμείς, αλίμονο, όταν λέμε πριν τον πόλεμο εννοούμε τον πόλεμο του 1974 και την τουρκική εισβολή και κατοχή του 37% των εδαφών της μικρής μας πατρίδας. Πρέπει να εργαστούμε τώρα για την εξεύρεση λύσης έτσι ώστε εκείνος ο πόλεμος να είναι ο τελευταίος για την πατρίδα μας, εννοείται, γιατί για την ανθρωπότητα κανένας δεν ξέρει και κανένας δεν μπορεί να πει ...
Αν περάσουν ακόμη σαράντα χρόνια χωρίς λύση, τότε φευ, κάποιοι σ αυτό το νησί θα λένε ότι πριν τον πόλεμο αυτό το νησί ήταν μια χώρα, ένα κράτος και θα θεωρούν την κατάσταση πραγμάτων δεδομένη ή και να μην τη θεωρούν δεν θα υπάρχει τίποτα που να μπορούν να κάνουν!

Κ.Α.Χ.  16.9.2014