Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σελίδες

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Το αστείο του μεσονυκτίου

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΌ ΔΙΉΓΗΜΑ


Το αστείο του μεσονυκτίου


Του Ρόμπερτ ΄Αρθουρ (Μετάφραση Κωνσταντίνος Α. Χατζηπαύλου)
-------------------------------------------------------------------------------------------
      ΄Ηταν ιδέα του Μπρέντλυ. Ανιαρή και βαρετή η νύχτα στο μισοσκόταδο της αστυνομικής αίθουσας όπου μαζεύονται οι δημοσιογράφοι που γεμίζουν τις στήλες των εφημερίδων τους με τα διάφορα εγκλήματα. Ο Μπρέντλυ της "Εξπρές"  ήταν κατακουρασμένος από το παιγνίδι των χαρτιών και την αναμονή να συμβεί κάτι.
     - Ακούστε- είπε κτυπώντας το χέρι στο τραπέζι.- Ελάτε να σπάσουμε πλάκα με τον Ποπ.
     Ο Ποπ Χέντερσον ήταν ο νυχτοφύλακας του νεκροτομείου που βρισκόταν στο υπόγειο του κτιρίου. ΄Ηταν περίπου εβδομήντα χρόνων και πολύ αργός. Από καιρό πήρε σύνταξη, αλλά είχε οικογένεια να συντηρεί και η σύνταξη δεν ήταν αρκετή. Μια και η δουλειά δεν ήταν δύσκολη, οι διευθυντές έκαναν πως δεν ήξεραν την ηλικία του και τον άφησαν να εργάζεται.
     - Πως να σπάσουμε πλάκα- ρώτησε ο Φάρνες, ένας λεπτός και ψηλός άντρας που είχε τις στήλες των τοπικών νέων της "Ρέκορντ".
     Ο Μπρέντλυ εξήγησε και ο Φάρνες κούνησε το κεφάλι.
     - Δεν μου αρέσει. ΄Ασε τον Ποπ στην ησυχία του.
     Ο Μπρέντλυ όμως δεν τα έβαζε κάτω εύκολα. Του άρεσε πάρα πολύ να κάνει αστεία σε βάρος άλλων, χωρίς να τον νοιάζει για το ποιος είναι
     Συνέχισε να πείσει τον Φάρνες που βαριόταν να συζητά και στο τέλος δέχτηκε. Ο ρεπόρτερ της " Κρόνικλ", Μόργκαν που είχε πιει μερικά ποτηράκια δέχτηκε επίσης. ΄Ετσι κι' οι τρεις τους ξεκίνησαν για το μεγάλο, ψυχρό νεκροτομείο όπου ο Ποπ Χέντερσον καθόταν στο μικρό γραφείο, περιμένοντας να περάσει η ώρα και να πάει σπίτι του.
     Κατά μήκος ενός τοίχου υπήρχαν 20 κιβώτια αρκετά μεγάλα που να μπορεί να χωρέσει σ' αυτά ένας άνθρωπος. Σ' αυτά η θερμοκρασία ήταν χαμηλή και τα περισσότερα ήταν συνήθως γεμάτα γιατί στις μεγάλες πόλεις συμβαίνουν πολλά δυστυχήματα.
     - Ποπ- είπε ο Μπρέντλυ- θα θέλαμε να δούμε το κιβώτιο 11. ΄Ισως να είναι εκεί ο τραπεζίτης από τη Νέα Υόρκη που χάθηκε.
     - Αριθμός έντεκα.- Ο Ποπ σηκώθηκε αργά και πήγε προς τα κιβώτια. ξεκλείδωσε την πόρτα με τον αριθμό αυτό και τράβηξε το κινούμενο συρτάρι έξω. Ο Μπρέντλυ σήκωσε το σεντόνι και κοίταξε το νεκρό.
     - Φαίνεται πως είναι αυτός... Ναι, ανταποκρίνεται στην περιγραφή. Φέρε μου τα στοιχεία του, Ποπ.
     - Μάλιστα κύριε Μπρέντλυ.
     Ο νυχτοφύλακας γύρισε και έφυγε. Ο Μπρέντλυ έκανε νόημα στον Φάρνες που ακολούθησε τον Ποπ στο γραφείο. Τον καθυστέρησε εκεί μερικά λεπτά κάνοντας πως εξετάζει τα στοιχεία του ανθρώπου που ήταν στο κιβώτιο 11. Τότε μπήκε κι' ο Μόργκαν.
     - Μην προσπαθείς άλλο Ποπ- είπε συγκρατώντας με δυσκολία το γέλιο-. Φαίνεται πως κάναμε λάθος. Μπορείς να κλείσεις το κιβώτιο 11. ΄Ελα Φάρνες, πάμε για καμιά παρτίδα χαρτιά.
     Ο Ποπ έβαλε τα στοιχεία στο φάκελο και πήγε στο μεγάλο δωμάτιο με το ανοιχτό κιβώτιο. Είχε πιάσει το χερούλι για να σπρώξει όταν το πτώμα μετακινήθηκε. Ακούστηκε κάποιος αναστεναγμός και το σεντόνι μετακινήθηκε από το πρόσωπο. Ο γέρος στο σκοτάδι δεν αναγνώρισε τον Μπρέντλυ.
     - Που είμαι - ρώτησε ο δημοσιογράφος με αλλαγμένη φωνή.
     Ο Ποπ Χέντερσον έμεινε με το στόμα ανοιχτό και ο Μπρέντλυ σήκωσε το χέρι του και κατεύθυνε το δάκτυλό του προς αυτόν.
     - Εσείς! Τι μου κάνατε. Προσπαθήσατε να με σκοτώσετε!
     ΄Ηταν πολύ σκληρό όπως και όλα τα αστεία του Μπρέντλυ, αλλά ήθελε να εντυπωσιάσει το γέρο του οποίου και οι αισθήσεις άρχισαν να αδυνατίζουν. Ο αιφνιδιασμός όπως πρόσεξε ο Μπρέντλυ ήταν αποτελεσματικός. Ο Ποπ Χέντερσον ανέπνεε βαθιά και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς τη σκάλα.
     - Είναι ζωντανός- φώναξε.- Λοχία, λοχία Ρόμπερτς! Ελάτε! ΄Ενα πτώμα ζωντάνεψε!
     Πέρασε τρέχοντας δίπλα από το Φάρνες και το Μόργκαν και πήγε στο δωμάτιο του αξιωματικού που διανυκτέρευε. Ο Ντέιβ Μπρέντλυ το εκμεταλλεύτηκε, σηκώθηκε και μετέφερε το πτώμα από το κιβώτιο 12 στο 11.
     - Ελάτε παιδιά- είπε πνιγμένος από το γέλιο, στους φίλους του.- Παραμερίστε πριν έρθει ο λοχίας.
     ΄Ηδη είχαν μπει στο δωμάτιο των δημοσιογράφων όταν άκουσαν το γέρο φύλακα και το λοχία που ήταν θυμωμένος να περνούν από το διάδρομο.
     - Σηκώθηκε, λοχία , σας λέγω ότι σηκώθηκε, με κοίταξε και...
     Οι φωνές τους χάθηκαν όταν κατέβηκαν τα σκαλιά. Ο Μπρέντλυ κάθισε στην πολυθρόνα προφανώς ικανοποιημένος από τον εαυτό του Ο Μόργκαν σιωπούσε και ο Φάρνες, θυμωμένος που επέτρεψε ένα τέτοιο ανόητο αστείο, προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο το οποίο έσβησε αμέσως.
     Τρία λεπτά αργότερα ο λοχίας εμφανίστηκε στην πόρτα.
     - Αστειεύεστε ε!- ψιθύρισε.- Ακριβώς πετύχατε με ποιον,- και απομακρύνθηκε γνωρίζοντας πως με τους εκπροσώπους του Τύπου πρέπει να προσέχει τα λόγια του.
     - Είδατε το πρόσωπο του λοχία- χαριεντιζόταν ο Μπρέντλυ.- Ε τι σας συμβαίνει παιδιά. Δεν σας είναι γελοίο.
     - Πηγαίνω εγώ- είπε ο Φάρνες παίρνοντας το καπέλο του.- Α με ζητήσουν από τη σύνταξη πέστε τους πως πήγα να διερευνήσω ένα περιστατικό.
     Ο Μόργκαν συνέχιζε να πίνει.
     - Μπορεί να μην ήταν και πολύ φαεινή ιδέα- είπε στο τέλος ο Μπρέντλυ, όταν είδε πως  οι φίλοι του δεν το ευχαριστήθηκαν και πολύ.- Πάω για κανένα ποτό και ύστερα στο σπίτι.
     Σαν έφευγε κάτι έλεγε εναντίον των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν από αστεία. Στάθηκε να ανάψει τσιγάρο και τότε εμφανίστηκε ο Ποπ Χέντερσον.
     - Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό, κύριε Μπρέντλυ, φοβήθηκα πολύ. Και το χειρότερο ο λοχίας θύμωσε μαζί μου.  ΄Ετσι κι' αλλιώς δεν με χωνεύει. Μου είπε πως αν ξανακάνω λάθος θα μείνω μόνο με τη σύνταξη... Σας παρακαλώ να μην αστειεύεστε μαζί μου κύριε Μπρέντλυ.
     Ο Μπρέντλυ δεν ήξερε τι να πει. Αποφεύγοντας το βλέμμα του γέρου προχώρησε βιαστικά προς την έξοδο.
     ΄Οταν βρέθηκε μόνος στον κρύο δρόμο το αστείο του με το γέρο δεν του φαινόταν και τόσο αστείο. σκέφτηκε πως ένα ποτό θα τον συνέφερνε. Αποφάσισε να πάει σε ένα μικρό μπαρ κοντά στο λιμάνι όπου πήγαιναν συχνά οι δημοσιογράφοι. 
Φάρνες και ο Μόργκαν. Δεν ήξεραν από αστεία.
     Κοίταξε γύρω του. ΄Ηταν δυο περασμένα μεσάνυχτα και το μπαρ άδειο. Μόνο αυτός, ο μπάρμαν και ένας κοντός άνθρωπος που έπινε μπίρα. μικρό το ακροατήριο, αλλά καλύτερα.
     Χωρίς να τον προσέξει κανείς έβαλε ένα σπίρτο ανάμεσα στο τακούνι και τη σόλα του παπουτσιού του ανθρώπου που έπινε μπίρα. Το άναψε, κάθισε καλά στη θέση του και διάταξε ακόμη ένα ουίσκι.
     Καθώς ο μπάρμαν του έβαζε το ποτό , κοίταξε τον κοντό.
     - Κοιτάξτε!- ψιθύρισε στο μπάρμαν κλείνοντας το μάτι.
     Ο μπάρμαν τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. Ο Μπρέντλυ όμως έσκασε στα γέλια. Ξαφνικά ο κοντός έβγαλε μια κραυγή, πετάχτηκε πάνω και προσπαθούσε να σβήσει τη φλόγα. 
     Ο Μπρέντλυ γελούσε δυνατά κοιτάζοντας κατά πόσο ο μπάρμαν θα διασκέδαζε με το αστείο του.
     Ο κοντός τον πλησίασε και χωρίς καμιά λέξη του έδωσε μια γροθιά στο πηγούνι. Ο Μπρέντλυ έπεσε κτυπώντας το κεφάλι στον πάγκο. Αισθάνθηκε ένα φοβερό πόνο και έχασε τις αισθήσεις του.
     Ο κοντός χωρίς να το μετανοιώσει τον κοίταξε αρκετά θυμωμένος.
     - Τον κτύπησε πολύ Μπόλγκινς- του είπε ο μπάρμαν.- Ξάπλωσε σαν νεκρός.
     - Δεν είναι τίποτα. Την επόμενη φορά θα σκέφτεται πρώτα πριν κάνει έτσι ανόητα αστεία.
     - Το κεφάλι του- είπε ο μπάρμαν με ανησυχία.- είναι παράξενη η στάση του. ΄Ισως είναι...
     ΄Εγυρε προς τον Μπρέντλυ και του έπιασε το σφυγμό. ΄Οταν σήκωσε το πρόσωπό του ήταν ολάσπρο σαν τον ασβέστη.
     - Είναι νεκρός... είναι νεκρός.
     - Νεκρός- ο κοντός έξυσε το κεφάλι του.- Μάικ, είναι ατύχημα, δεν το ήθελα...
     - Φυσικά Μπόλγκινς. Πρόκειται για ατύχημα.
     Ο μπάρμαν πήγε κι' έκλεισε την πόρτα, κατέβασε τα ρολά κι' έσβησε τα εξωτερικά φώτα. Μετά γύρισε στον Μπρέντλυ.
     - Κακά ξεμπερδέματα νεαρέ μου- έλεγε καθώς έψαχνε τις τσέπες του Μπέντλυ.- Αρκετά μπλεξίματα είχα με την αστυνομία και δεν μου φαίνεται να είσαι και εσύ περιστερά.
     - Ξέρω, ξέρω- είπε ο Μπόλγκινς.- Θύμωσα και του την έδωσα. Τώρα την πάτησα. Τι να κάνω.
     Ο μπάρμαν κοίταξε το πορτοφόλι του Μπρέντλυ
     - Νεαρέ μου την πατήσαμε για καλά. Ο τύπος είναι δημοσιογράφος της "Εξπρές", πράγμα χειρότερο παρά να ήταν αστυνομικός.
     - Δημοσιογράφος! Αυτός έτυχε να μου βάλει σπίρτο στο παπούτσι! Αχ Θεέ μου... τι μου ήρθε να μείνω απόψε τόσο αργά.
     - ΄Εχω μια ιδέα!- είπε ο μπάρμαν.- Θα τον ξεφορτωθούμε. ΄Επεσε και κτύπησε!
     - Ναι Μάικ, ναι- αρπάχτηκε ο Μπόλγκινς όλο χαρά.- Το καράβι μου αποπλέει αύριο στις έξι. Αν ανακαλύψει κανένας ότι ήρθε εδώ πες του ότι έφυγε μεθυσμένος την ώρα που έκλεισες. Τι συνέβη παρακάτω δεν έχεις ιδέα.
     - Ακριβώς. Πάμε τώρα. Πρώτα να του πάρουμε όλα τα στοιχεία έτσι που να δυσκολευτούν να τον αναγνωρίσουν και μετά θα τον πάμε μέχρι την αποβάθρα.
     ΄Εψαξε στα γρήγορα τις τσέπες του Μπρέντλυ και το περιεχόμενό τους το έβαλε στις δικές του. ΄Εσβησε όλα τα φώτα και άνοιξε την πίσω πόρτα που οδηγούσε σ' ένα στενό δρομάκι.
     Στη συνέχεια μετέφεραν τον Μπρέντλυ ανάμεσά τους έτσι που αν τους έβλεπε κάποιος θα νόμιζε πως ήταν μεθυσμένος...


                                                              ***


     Ο Μπρέντλυ άρχισε σιγά-σιγά να συνέρχεται. Προσπάθησε να μετακινηθεί αλλά οι μυς του δεν υπάκουαν και το κορμί του ήταν αδύναμο. Δεν αισθανόταν κανένα πόνο. Δεν αισθανόταν τίποτα. Δεν ήταν ούτε βέβαιος σε ποια στάση βρισκόταν αλλά νόμιζε πως βρισκόταν ανάσκελα.
     "Το σβέρκο μου" σκέφτηκε. "Κτύπησα όταν  έπεσα. Ακριβώς στο ίδιο μέρος που κτύπησα όταν έπαιζα ποδόσφαιρο στο Γυμνάσιο. Τότε έμεινα ένα μήνα ακίνητος στο νοσοκομείο. Τώρα χειρότερα. Χτύπησα περισσότερο".
     ΄Υστερα ακούστηκε μια φωνή σαν να ερχόταν από μακριά.
     - Εντάξει τον αφήνουμε- έλεγε η φωνή.- Τον βρήκαμε κάτω στο λιμάνι. Φαίνεται ότι γλίστρησε κι' έπεσε. Είχε ξεπαγιάσει όταν τον βρήκε κάποιος περαστικός. Ο γιατρός διαπίστωσε πως η καρδιά του δεν χτυπά και τον έστειλε εδώ. Δεν έχει στοιχεία. Βάλε τον σ' ένα κιβώτιο. Η αυτοψία θα γίνει αύριο.
     Η φωνή απομακρύνθηκε. Ο Μπρέντλυ κατάλαβε πως τον μετακινούσαν. Κάτι τάραξε στο σβέρκο του και μπόρεσε να ανοίξει τα μάτια. Φαίνεται ότι απελευθερώθηκε κανένα σημαντικό νεύρο.
     ΄Ετσι μισοαναίσθητος όπως ήταν κατάλαβε το μέρος όπου βρισκόταν.
     - Ποπ!- ψιθύρισε.- Ποπ Χέντερσον!
     Ο γέρος τέλειωσε το δέσιμο των ποδιών και των χεριών του Μπρέντλυ. Ο Μπρέντλυ ξαναδοκίμασε.
     - Ποπ!- τώρα η φωνή του ήταν ξεκάθαρη.- Ποπ είμαι ζωντανός!
     Ο φύλακας γύρισε και πάγωσε. Ο Μπρέντλυ δοκίμασε και πάλι καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια.
     - Ποπ! Εγώ είμαι ο Ντέιβ Μπρέντλυ. Είμαι ζωντανός. Φώναξε γρήγορα το γιατρό!
     Ο Ποπ Χέντερσον φαινόταν συγχυσμένος. Πλησίασε τον Μπρέντλυ και τον κοίταξε έχοντάς τα χαμένα.
     - Κύριε Μπρέντλυ- είπε χωρίς να το πιστεύει,- δεν ήξερα ότι είσαστε εσείς γιατί το πρόσωπό σας είναι παραμορφωμένο. Κανένας δεν το ξέρει.
     - Αυτό τώρα δεν έχει σημασία- η κάθε του λέξη έβγαινε με μεγάλη δυσκολία.- Είμαι ζωντανός. Βγάλε με από δω μέσα. Φώναξε το γιατρό.
     Ο Ποπ αμφιταλαντευόταν και μετά πήρε το σεντόνι και άρχισε να το ξεδιπλώνει.
     - Κύριε Μπρέντλυ σας είπα. Δεν Θέλω να κάνετε τέτοια αστεία σε βάρος μου. Αρκετά για απόψε.
     Τον σκέπασε με το σεντόνι.
     - Ο λοχίας Ρόμπερτς είχε θυμώσει πολύ- ψιθύρισε στον εαυτό του.- ΄Οχι κύριε Μπρέντλυ. ΄Οχι το ίδιο αστείο δυο φορές το ίδιο βράδυ.
     Αδιάφορα έσπρωξε το συρτάρι-κρεβάτι στο κιβώτιο και έκλεισε την πόρτα. Μετά γύρισε στο γραφείο του και περίμενε να ξημερώσει να πάει στο σπίτι του.
   


                                                    
     

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Η χώρα του Μακάριου

Ιστορίες της ζωής μου


                Η χώρα του Μακάριου


     Σε όλους τους φοιτητές, εκτός από αυτούς που σπούδαζαν στην Ελλάδα, τουλάχιστο την εποχή που εγώ σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και στην Κύπρο ερχόμασταν μια φορά το χρόνο- αν ερχόμασταν κι’ αυτή τη μια φορά- έλειπαν τα Κυπριακά προϊόντα κυρίως το χαλούμι και κάθε Πάσχα οι φλαούνες.
     Σχεδόν κάθε Πάσχα κατέβαινα στη Θεσσαλονίκη από το Βελιγράδι, περίπου δώδεκα ώρες δρόμος με το τραίνο και άγνωστο πόσες με το ωτοστόπ. Πήγαινα εκεί για τις φλαούνες που έστελλε με κάποιο τρόπο η μητέρα μας από την Κύπρο στην αδελφή μου που σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Λέγω με κάποιο τρόπο γιατί συνήθως οι φλαούνες έφταναν με κάποιο φοιτητή που ερχόταν εκείνες τις μέρες από την Κύπρο έστω και μετά το Πάσχα. Μερικές φορές έφταναν και με το ταχυδρομείο.
     Εκείνη τη χρονιά το Πάσχα, τα οικονομικά ήταν αρκετά στενά και αποφάσισα να πάω στη Θεσσαλονίκη για φλαούνες με ωτοστόπ. ΄Ήταν δυο μέρες μετά το Πάσχα. ΄Έβαλα μερικά πράγματα στο σακίδιο, το πέρασα στον ώμο και τράβηξα στο εστιατόριο στον αυτοκινητόδρομο όπου συνήθως υπήρχαν ελληνικά αυτοκίνητα-ψυγεία που φορτωμένα με κρέατα, κυρίως από την Πολωνία, κατευθύνονταν προς την Αθήνα. Εκεί σταματούσαν οι οδηγοί τα αυτοκίνητά τους για να ξεκουραστούν λιγάκι, να φάνε κάτι ή να πιουν ένα καφέ. Εκεί βρίσκαμε εύκολα τρόπο να ταξιδέψουμε για την Ελλάδα, Θεσσαλονίκη ή Αθήνα. ΄Ήταν ένα ωτοστόπ πολυτελείας αφού το ταξίδι γινόταν κατευθείαν στον προορισμό, χωρίς αλλαγές μεταφορικού μέσου.
     Οι οδηγοί των φορτηγών-ψυγείων ήταν πάντα πολύ βιαστικοί. Για δυο λόγους. Πρώτο γιατί τα κρέατα έπρεπε να φτάσουν στην Αθήνα τα ξημερώματα, να ξεφορτωθούν έγκαιρα και να πάνε νωρίς-νωρίς στην κρεαταγορά και τα κρεοπωλεία. Δεύτερο για να έχουν περισσότερο χρόνο να δουν τη γυναίκα και τα παιδιά τους. Οι ίδιοι οι οδηγοί των φορτηγών-ψυγείων έλεγαν πως είναι οι ναυτικοί της στεριάς που περνούν τον περισσότερο χρόνο τους μακριά από τις οικογένειές τους.
     ΄Εφτασα  λοιπόν στο εστιατόριο στον αυτοκινητόδρομο αλλά στο χώρο στάθμευσης δεν υπήρχε ούτε ένα φορτηγό.
Παράξενο σκέφτηκα. Πάντοτε έτσι ώρα της μέρας υπήρχαν τρία-τέσσερα. Κάθισα και περίμενα Πέρασε μια ώρα αλλά τίποτα. Πέρασε άλλη μισή ώρα αλλά και πάλι τίποτα. Μπήκα μέσα και ρώτησα το γκαρσόνι αν είδε τίποτα ΄Έλληνες οδηγούς.
-         Μπα σήμερα όχι! Είναι Πάσχα. Οι τελευταίοι πέρασαν βιαστικοί τη Μεγάλη Παρασκευή. Οι επόμενοι πλέον μάλλον τη Δευτέρα του Θωμά.
-         Κι’ εγώ που θέλω να πάω με ωτοστόπ στη Θεσσαλονίκη τι να κάνω, είπα με απογοήτευση.
-         Περίμενε εδώ. Κάποιος θα βρεθεί να σε πάει νότια.
     Πραγματικά σε τρία τέταρτα της ώρας βρέθηκε κάποιος με ένα ημιφορτηγό που πήγαινε προς το νότο και με πήρε μαζί του γιατί ήταν ξαγρυπνημένος και ήθελε παρέα να κουβεντιάζει μην κοιμηθεί στο τιμόνι. Τον κουβέντιαζα συνέχεια περί ανέμων και υδάτων τόσο για να περάσει ή ώρα όσο και από φόβο μπας και αποκοιμηθεί. Μετά από τρεις ώρες ταξίδι σταμάτησε στην άκρη του αυτοκινητόδρομου και μου είπε.
-         Ως εδώ. Εγώ βγαίνω τώρα από το δρόμο για το χωριό.    Κάποιος θα βρεθεί να σε πάρει παρακάτω.
-         Ευχαριστώ πολύ. Ας το ελπίσουμε ότι κάποιος θα βρεθεί.
     Κατέβηκα και περπάτησα λίγο στο δρόμο. Στο βάθος σε τρία περίπου χιλιόμετρα φαίνονταν τα πρώτα σπίτια ενός χωριού. Σταμάτησα και άρχισα να κάνω το σήμα του ωτοστόπ στα αυτοκίνητα που περνούσαν που και που. Δεν σταματούσε κανένας.
     Από τα διπλανά χωράφια με πλησίασε ένας χοιροβοσκός.
-         Γεια σου πατριώτη, με χαιρέτησε
-         Γεια σου, αποκρίθηκα.
-         Δεν σταματούν εδώ τα αυτοκίνητα. Που θες να πας, με ρώτησε
-         Στη Θεσσαλονίκη.
-         Δεν σταματούν εδώ τα λεωφορεία. Να πας μέχρι το χωριό στη στάση.
-         Δεν θέλω λεωφορείο. Δεν θέλω να πληρώσω
-         Δεν θέλει να πληρώσει και θέλει να πάει στη Θεσσαλονίκη, είπε σε τρίτο πρόσωπο και έκανε το σταυρό του.
     Απομακρύνθηκε για λίγο προς τους χοίρους που βοσκούσε  και επέστρεψε κοντά μου σχολιάζοντας κάθε φορά που εμφανιζόταν κάποιο αυτοκίνητο στο οποίο έκανα σήμα για ωτοστόπ.
-         Δεν θα σταματήσει. Δεν σταματούν εδώ αυτοκίνητα, έλεγε σαν να έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του.
-         Μην κακομελετάς, του έλεγα.
     Εκείνος τίποτα το βιολί του.
-         ΄Έλα πιες μια ρακή,- είπε προτάσσοντάς μου το μπουκάλι, και πρόσθεσε- Από που είσαι.
-         Από την Κύπρο, του είπα.
-         Και που είναι αυτό το χωριό, ρώτησε.
-         Δεν είναι χωριό. Είναι χώρα!
-         Τι χώρα! Εγώ ξέρω για τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Αμερική... Για Κύπρο δεν ξέρω, είπε κοιτάζοντάς με καχύποπτα.
-         Από τη χώρα του Μακάριου.
-         Τώρα μάλιστα! Ξέρω το Μακάριο. Τον βλέπω με τα ράσα του στην τηλεόραση! Ωραίος άνθρωπος. ΄Έλα πιες μια ρακή ακόμη.
     Του έφυγε η καχυποψία και άρχισε μαζί μου να κάνει κι’ εκείνος σήμα στα αυτοκίνητα να σταματήσουν, αγωνιώντας περισσότερο από μένα αν θα σταματήσει κανένας να με πάρει.
     Αφού αδειάσαμε το μπουκάλι με τη ρακή σταμάτησε κάποιο αυτοκίνητο να με πάρει. Αποχαιρέτησα το χοιροβοσκό που δεν ήξερε την Κύπρο αλλά ήξερε το Μακάριο.
     Αργά το βράδυ, σχεδόν μεσάνυχτα, έφτασα στη Θεσσαλονίκη σκοτωμένος από την κούραση και απόλαυσα ακόμη περισσότερο τη φλαούνα της μαμάς!

Κώστας Χατζηπαύλου

Λευκωσία 1979 (Μεταδόθηκε από σχετική ραδιοφωνική εκπομπή του ΡΙΚ)      

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Ο Ντράγκαν

Ιστορίες της ζωής μου


                        Ο Ντράγκαν


     Στην οδό Ρήγα Φεραίου στο Βελιγράδι, εκεί κατά την πρόσφατη επίσκεψη του αποκάλυψε αναμνηστική πλάκα ο ΄Έλληνας Πρωθυπουργός, υπάρχει ένα εστιατόριο με μεγάλο κήπο, το «Πάρκο».
     Εμείς οι φοιτητές το βλέπαμε καθημερινά αλλά απ’ έξω! Σε ένα άλλο δρόμο εκεί κοντά είναι ένα φοιτητικό εστιατόριο και έτσι κάθε βράδυ περνούσαμε έξω από το «Πάρκο» και κοντοστεκόμασταν λιγάκι να ακούσουμε κανένα τραγούδι. Μετά από τη φασολάδα ή τη λαχανόσουπα του φοιτητικού εστιατορίου ερχόταν η μουσική του «Πάρκου» κάπως αταίριαστο συμπλήρωμα, σαν αριστοκρατικό καπέλο στο κεφάλι ενός κουρελιάρη.
     Το «Πάρκο» βλέπετε, ήταν ας πούμε αριστοκρατικό εστιατόριο με τιμές που δεν τις σήκωνε το φοιτητικό βαλάντιο που το γέμιζε μόνο η φοιτητική υποτροφία την οποία οι φοιτητές αποκαλούσαν «θερμίδες για τη διατήρηση στη ζωή της ομάδας ανθρώπων που αποτελούν το φοιτητόκοσμο» και πολύ σπάνια καμιά χαμηλή ενίσχυση από το σπίτι, κάθε Χριστούγεννα ή Πάσχα.
     Εκείνη τη χρονιά, το 1974, μετά την τουρκική εισβολή και την προσφυγοποίηση οι «χρηματικές ενέσεις» από την Κύπρο σταμάτησαν και έτσι έμεινε μόνο η υποτροφία και λιγόστευαν οι ελπίδες ότι θα μπορούσαμε να δούμε από μέσα το «Πάρκο» και να ακούσουμε από κοντά τις τραγουδίστριες.
     ΄Όμως παρά τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες εκείνης της χρονιάς η μοίρα το ήθελε να γίνουμε όλη η παρέα τακτικοί θαμώνες του «Πάρκου». Δυο συγκυρίες συνέβησαν παράλληλα και άνοιξαν οι πόρτες του «Πάρκου».
     Ο Αντρέας από την Αμμόχωστο που δεν ήξερε τότε αν οι δικοί του βρισκόντουσαν στη ζωή ξεκίνησε για τη Σουηδία για δουλειά. Σπούδαζε με δικά του λεφτά και έπρεπε να εξασφαλίσει με τη δουλειά του Καλοκαιριού τα προς το ζην για ολόκληρη την ερχόμενη ακαδημαϊκή χρονιά. Στις αρχές του Οκτώβρη γύρισε πίσω με τις τσέπες του γεμάτες Σουηδικές κορώνες!
     ΄Ένα βράδυ στη διάρκεια μιας εκδήλωσης που κάναμε στην Πανεπιστημιακή Λέσχη Διεθνούς Φιλίας για την Κύπρο με στόχο τη διαφώτιση και τη συλλογή οικονομικής βοήθειας για τους Κύπριους πρόσφυγες, πλησίασε την παρέα μας ένας ψηλός, ξανθός Γιουγκοσλάβος .
-         Ονομάζομαι Ντράγκαν, αυτοσυστήθηκε και ρώτησε. Είστε ΄Έλληνες?
-         Ναι.
-         Από την Κύπρο?
-         Μάλιστα.
-         Πήγα και εγώ στην Κύπρο. Στη Φαμαγκούστα και τη Λίμασολ. ΄Έφαγα και εκείνο το τυρί σας το χα... Πως το λεν?
-         Χαλούμι, απάντησε με μια φωνή όλη η παρέα δείχνοντας πόσο μας έλειπε εκείνο το χαλούμι.
    Ο Ντράγκαν κάθισε και άρχισε να μας διηγείται πως βρέθηκε στην Κύπρο. ΄Ήταν ναυτικός και το πλοίο του έπιανε δυο φορές το μήνα Λεμεσό ή Αμμόχωστο. Προσπαθούσε να θυμηθεί ονόματα εστιατορίων και καφενείων της Λεμεσού και της Αμμοχώστου, ονόματα Κυπρίων που γνώρισε. Περισσότερο όμως θυμόταν τα ονόματα των μπαρ της Λεμεσού όπου τρέχουν συνήθως οι ναυτικοί μόλις το πλοίο τους πιάσει στεριά
     Ο Ντράγκαν ήταν κατενθουσιασμένος που μας γνώρισε και στεναχωρήθηκε το ίδιο μαζί μας όταν του είπαμε για την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Τούρκους εισβολείς και τους Κύπριους πρόσφυγες.
     - Μην απελπίζεστε παιδιά! Ο κόσμος δεν μπορεί να πάει προς τα πίσω. Θα ξαναγυρίσετε στην Αμμόχωστο και τώρα που σας γνώρισα θα έλθω να σας επισκεφθώ. ΄Όμως δεν ταξιδεύω ξανά με πλοίο. Από τότε που κινδυνέψαμε να χαθούμε και το σαπιοκάραβό μας βούλιαξε δεν ξαναπάτησα το πόδι μου σε βαπόρι. Μας εξήγησε πως εγκατέλειψε το επάγγελμα του ναυτικού και ότι έγινε γκαρσόνι. Τώρα εργάζεται στο «Πάρκο».
     Φαίνεται ότι η έκπληξη μας ήταν ολοφάνερη γιατί ο Ντράγκαν πρόσθεσε αμέσως.
-         Να περάσετε από εκεί και θα τα βολέψουμε. Ξέρω από φοιτητές. Δεν είναι ανάγκη να φάτε. Θα παραγγείλετε μόνο ποτά. Και το πρώτα από μένα.
     Το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε όλη η παρέα στο «Πάρκο». Η γνωριμία με τον Ντράγκαν και οι Σουηδικές κορώνες του Αντρέα ήταν το εισιτήριο.
     Ο Ντράγκαν μας υποδέχτηκε μετά μουσικής. Μόλις μας είδε να μπαίνουμε έτρεξε στην ορχήστρα και είπε.
     - Οι φίλοι μου είναι ΄Έλληνες. Είναι από την Κύπρο.
     Η ορχήστρα τότε άρχισε να παίζει τα «Παιδιά του Πειραιά» και αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν το μόνο ελληνικό τραγούδι που ήξερε. Με αυτό μας υποδεχόταν κάθε φορά που μπαίναμε στο «Πάρκο» και με το ίδιο μας καληνύχτιζε το βράδυ όταν περιμέναμε τον Ντράγκαν να σχολάσει και να φύγουμε μαζί.
     Τότε είχα ένα παλιό αυτοκίνητο, ένα «σκαθαράκι» σαράβαλο που το πήρα από τη Γερμανία 150 λίρες από ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων κοντά στο Μόναχο.
    Ο Ντράγκαν αφού γνωριστήκαμε καλά και γίναμε φίλοι μου έγινε κολλιτσίδα για το αυτοκίνητο. Γνώριζε τότε τη Βέρα που έγινε αργότερα γυναίκα του και το θεωρούσε σπουδαία υπόθεση να πηγαίνει με το αυτοκίνητο να την παίρνει από το σπίτι να φεύγουν και να τους βλέπει όλη η γειτονιά.
     ΄Έτσι κάθε λίγο και λιγάκι του δάνειζα το αυτοκίνητο. Δεν ήταν τίποτα το παράξενο. Εκείνο το παλιό «Φολξβάγκεν» το οδήγησε το μισό Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου! Η μοίρα του μάλιστα του το είχε γραμμένο να μείνει στο Πανεπιστήμιο. Λίγους μήνες πριν τελειώσω τις σπουδές μου το αυτοκίνητο χάλασε και το εγκατέλειψα στην αυλή της Σχολής.
     Ο Ντράγκαν λοιπόν έπαιρνε το αυτοκίνητο πολύ συχνά και το έφερνε τις περισσότερες φορές αργά το βράδυ. Το άφηνε στην αυλή της φοιτητικής εστίας κάτω από το μπαλκόνι του δωματίου μου και έφευγε χωρίς να με ξυπνήσει. Ο αθεόφοβος ποτέ δεν έλεγε να βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητο.
     Πολλλές φορές μάλιστα μου άφηνε και σημείωμα στο ταμπλό. «Πρόσεξε μην μείνεις από βενζίνη. Είναι σχεδόν άδειο!» Δεν ήταν κανένας τσιγκούνης. Πολλές φορές μας κερνούσε φαγητό και ποτό και σε πολλούς δάνειζε και χρήματα. Δανεικά κι’ αγύριστα. ΄Ομως βενζίνη δεν εννοούσε να βάλει στο αυτοκίνητο.
     Μια μέρα που ήξερα ότι θα ερχόταν να πάρει το αυτοκίνητο του άφησα κι’ εγώ ένα σημείωμα στο ταμπλό. « Πρόσεχε τα λάστιχα είναι φαγωμένα σχεδόν πλήρως!»
     Το πρωί της επόμενης μέρας όταν πήγα να πάρω το αυτοκίνητο βρήκα στο ταμπλό μια σημείωση από τον Ντράγκαν. «Από λάστιχο δεν πρόκειται να μείνεις! Πρόσεξε μην μείνεις από βενζίνη!»
     Κοίταξα και είδα ότι το αυτοκίνητο είχε τέσσερα ολοκαίνουρια λάστιχα και ως συνήθως ο δείχτης για τα καύσιμα στο μηδέν!

Κώστας Χατζηπαύλου

Λευκωσία 1979 (Μεταδόθηκε από σχετική εκπομπή του ΡΙΚ)

    

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

΄Ενας Αρειανός στην αυλή

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΌ ΔΙΉΓΗΜΑ


΄Ενας Αρειανός στην αυλή


Της Σίλια Φρέμλιν (Μετάφραση Κωνσταντίνος Α. Χατζηπαύλου)
---------------------------------------------------------------------------------------
      Τι θα κάνατε εσείς φίλοι μου ( και απευθύνομαι σε όλους του παντρεμένους) αν κάποιος στις δυο περασμένα μεσάνυχτα σας ξυπνούσε ενώ απολαμβάνετε τον πιο γλυκύ ύπνο στο κρεβάτι σας. Και αυτός ο κάποιος να είναι μια ξανθιά, όμορφη γειτόνισσά σας  που έκανε ένα αποτυχημένο γάμο, που σας πληροφορεί ότι στο πίσω μέρος της αυλής της προσγειώθηκε ένας ιπτάμενος δίσκος και γι' αυτό είναι κατατρομαγμένη.
     Ελάτε πέστε μου τι θα κάνατε. Δεν υπάρχει λόγος να μου απαντήσετε αμέσως. Σκεφτείτε πρώτα όπως ακριβώς έκανα κι εγώ. Θυμηθείτε μόνο πως μόλις είχα ξυπνήσει από τον πρώτο βαθύ ύπνο γιατί είχαμε επίσκεψη από τους Χάρπερσον και παίζαμε χαρτιά μέχρι τα μεσάνυχτα. ΄Ετσι το μυαλό μου κουρασμένο δεν έπαιρνε αμέσως στροφές.
     Για να ξυπνήσω κούνησα το κεφάλι μου μερικές φορές, έτριψα τα μάτια, άναψα το φως δίπλα στο κρεβάτι και κοίταξα τη γυναίκα μου τη Παμ να κοιμάται ακόμη ήσυχα. Ούτε σεισμός δεν μπορεί να ξυπνήσει όταν κοιμηθεί και η τρομαγμένη φωνή της ξανθής, όμορφης γειτόνισσας μέσα στη νύχτα ηχούσε μάλλον νανουριστικά.
     Λοιπόν έπρεπε να πάρω αμέσως μια απόφαση. Θα μπορούσα αν ήθελα να ξυπνήσω τη Παμ και να της ψιθυρίσω. "Αγάπη μου... η Σέιλα Κέρτις τηλεφώνησε πως στην αυλή της βρίσκεται ένα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο. Τι να κάνω".
     Πέστε μου πως θα αντιδρούσε η γυναίκα σας σε κάτι τέτοιο. Εγώ μπορώ αμέσως να σας πω τι θα έλεγε η Παμ. " Ω μα το Θεό Τζον", θα έλεγε με δυσφορία και νεύρα. " Βούλωσε το και κοιμήσου! Σου είπα ψες να μην τρως τόσο βαρετά φαγητά". Και θα το έριχνε και πάλι στον ύπνο πριν τελειώσει την πρότασή της.
     Γι' αυτό δεν είχα άλλη επιλογή. 
     - ΄Ερχομαι αμέσως- ψιθύρισα στο ακουστικό και βγήκα αθόρυβα από το κρεβάτι, φόρεσα τη ρόμπα μου πάνω από τος πιτζάμες και τις παντούφλες μου. Περπατώντας στα δάκτυλα των ποδιών μου βγήκα από το δωμάτιο. Με ακολουθούσε η ρυθμική αναπνοή της γυναίκας μου μέχρι που κατέβηκα τη σκάλα και μετά δεν ακουγόταν τίποτα. Το σπίτι όταν έκλεισα την πόρτα ήταν ήσυχο σαν τάφος.
     Μετά σκέφτηκα κάτι άλλο και η σκέψη στριφογύριζε στο κεφάλι μου. ΄Ηταν όμως πολύ αργά.
     ΄Εξω το φεγγάρι, το μισοφέγγαρο για την ακρίβεια, ήταν ψηλά. Φαινόταν σαν να ξάπλωνε ανάσκελα στο σκοτεινό αλλά καθαρό ουρανό. Προσέξατε πως το φεγγάρι σ' αυτό το διάστημα της νύχτας έχει κάποια παράξενη κλίση. Κάποτε όταν ήμουν μικρός νομίζω πως κατάλαβα το γιατί. Γι' αυτό ένοιωσα συγκινημένος που τα πράγματα εξακολουθούν να είναι τα ίδια από τότε, παρόλο που μου διαφεύγει τώρα η εξήγηση που βρήκα.
     ΄Ισως αυτό να σας κάνει να νομίζετε ότι βγήκα από το θέμα μου, έτσι δεν είναι, σαν να έγινα πάλι παιδί, όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Το μέγεθος του φεγγαριού εκείνη τη νύχτα και ο χρόνος της εμφάνισής του στον ορίζοντα ήταν πολύ σημαντικότερα στοιχεία, πολύ πιο σημαντικά, απ' ότι θα μπορούσα να φανταστώ καθώς πήγαινα προς το σπίτι της Σέιλα. Το ωραία περιποιημένο μπροστινό μέρος της αυλής που στο φως της μέρας μου φαινόταν τόσο γνώριμο, τώρα μου φαινόταν κάπως παράξενο, γεμάτο μυστηριώδεις θάμνους που έτσι με το θαμπό τους χρώμα φαίνονταν τουλάχιστο διπλάσιοι απ' ότι τη μέρα.
     Ακριβώς τότε ακούγοντας το θόρυβο που έκαναν οι παντούφλες μου στο πλακόστρωτο, άρχισα να διερωτώμαι σοβαρά. Τι στο διάβολο κάνω. Μέχρι τότε βρισκόμουν σε κατάσταση ελαφριού σοκ που αισθάνεται ο καθένας όταν βρεθεί σε μια κατάσταση που δεν φανταζόταν πως είναι δυνατό να συμβεί . Απλούστατα δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο και όμως ορίστε.
     Δεν εννοώ το αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο. Φυσικά σαν λογικός άνθρωπος αμέσως απέρριψα τη δυνατότητα να βρω ιπτάμενο δίσκο στην αυλή της Σέιλα. ΄Ομως έτσι το μυστήριο γινόταν πιο ελκυστικό, πιο παράξενο, αν το σκεφτείτε καλύτερα. Τι έπαθε η Σέιλα να με καλεί με έτσι ανόητο τρόπο. Και γιατί ακριβώς εμένα ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Τάσο αργά τα μεσάνυχτα. Τι σκοπεύει. Μήπως τρελάθηκε.
    Με την ιδέα αυτή ανατρίχιασα. ΄Ολοι ξέρουν πως η Σέιλα παραπονιόταν συνεχώς πως ο σύζυγός της, ο Μπράιαν, θα τη βάλει στο άσυλο. ΄Ομως πολλές γυναίκες το λέγουν αυτό λες και το απολαμβάνουν, γέρνοντας και κλαίγοντας στους ώμους οποιουδήποτε έχει διάθεση να τις ακούσει. Πάντως δεν είναι καθόλου ευχάριστο όταν καμιά φορά αντιληφθείτε πως όλα αυτά τα δάκρυα και η ηθοποιία μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.
     Ενώ αμφιταλαντευόμουν μπροστά στο σπίτι της Σέιλα συνειδητοποίησα πως συμβαίνει κάτι το παράξενο. Πως όλα τα παράθυρα είναι σκοτεινά. Είναι δυνατό μια γυναίκα τόσο τρομαγμένη όπως είναι η Σέιλα να σβήσει όλα τα φώτα. Και γιατί δεν βγήκε να με συναντήσει ή τουλάχιστο να μου φωνάξει από κανένα παράθυρο. Τρελή ή με σώας τας φρένας  μετά από ένα τέτοιο τηλεφώνημα έπρεπε να με περιμένει.
     ΄Η μήπως όλα αυτά ήταν καμιά φάρσα. Μια έξυπνα στημένη φάρσα με κανένα κακόβουλο άγνωστο σκοπό. Θα ήταν ψεύτικη ταπεινοφροσύνη να προσποιηθώ πως ποτέ δεν μου πέρασε η ιδέα ότι η Σέιλα ήταν ερωτευμένη μαζί μου. ο ώμος μου ήταν ένας από εκείνους πάνω στους οποίους έκλαιγε συχνά η Σέιλα και ξέρετε εσείς από γυναίκες. μήπως σκάρωσε όλη αυτή την ιστορία για τον ιπτάμενο δίσκο για να με φέρει στο σπίτι της τη στιγμή που ο αμαρτωλός της σύζυγος τριγυρνούσε κάπου αλλού. Να με βάλει στο σπίτι της και ύστερα με τη δικαιολογία πως αυτό το μυστήριο αντικείμενο φαίνεται καλύτερα από πάνω και να με οδηγήσει στο υπνοδωμάτιό της.
 Εντάξει. Εδώ είμαι. Και μετά. Πως θα παίξει την επόμενη σκηνή... τη σκηνή κατά την οποία θα πρέπει να με οδηγήσει με εύθυμο τρόπο με την ελπίδα ότι θα γελάσουμε... ότι πρόκειται για φάρσα. δεν είναι λοιπόν παράξενο το γεγονός πως δεν φοβάται και δεν τρέχει να με συναντήσει.
κατατρομαγμένη.
     - Κοίταξε, κοίταξε!- θα μου ψιθυρίσει με τρομαγμένη φωνή, δείχνοντας προς μια γωνιά του κήπου-. Βλέπεις εκείνο το μεγάλο αντικείμενο που αναβοσβήνει με πρασινωπή ανταύγεια. Μα το Θεό  θα έχει εκεί στην κορυφή διάμετρο μεγαλύτερη από ένα μέτρο. Περίμενε λίγο τα μάτια σου δεν συνήθισαν ακόμη στο φως. Είναι το πιο παράξενο χρώμα που είδα ποτέ μου. ΄Ετσι μπορεί να είναι μόνο το χρώμα που έρχεται από το διάστημα! Στο ορκίζομαι πως κάτι τέτοιο δεν ξαναείδα! Δεν είναι εντυπωσιακό. Ας πλησιάσουμε.
     Βήμα-βήμα προχωρούμε πάνω στο βρεγμένο γρασίδι οπότε βγάζει μια κραυγή. "Τρέξε! Βλέπω κάτι πλάσματα. Τρέξε Τζον, τρέξε! Μα το Θεό θα μας φτάσουν! Πάμε στο σπίτι. Κλείσε όλα τα παράθυρα και τις πόρτες!''
     Αυτό ή κάτι παρόμοιο. δεν είμαι σίγουρος αν η Σέιλα παρακολουθεί αυτού του είδους τα προγράμματα στην τηλεόραση, αλλά στο κάτω-κάτω δεν είναι δύσκολο να σκεφτεί κάτι τέτοιο.
     Φυσικά υπάρχει και άλλος τρόπος, πολύ πιο απλός για ένα τέτοιο ρόλο. ΄Ισως να διαλέξει αυτό.
    - Τζον, αχ Τζον, αν έφτανες δυο λεπτά νωρίτερα! ΄Εφυγε! Απλούστατα έφυγε! το είδα με τα μάτια μου. Απογειώθηκε κάθετα από τη γη ( ξέρει η Σέιλα για κάθετη απογείωση!) και μετά άλλαξε κατεύθυνση με γωνία σχεδόν ενενήντα μοιρών και ακολούθησε νότια πορεία ( ή νοτιοανατολική το ίδιο κάνει) με απίθανη ταχύτητα και σε μερικά δευτερόλεπτα εξαφανίστηκε από τον ορίζοντα. ΄Ελα να σου δείξω πως το γρασίδι είμαι πατημένο!
     Κι' έτσι στο λιγοστό φως, κεφάλι με κεφάλι, ψάχνουμε για ανύπαρκτα ίχνη.
     Χαμογελώντας στον εαυτό μου, περίεργος να μάθω ποια επιλογή θα ακολουθήσει, πήγα γύρω από το σπίτι από το πλακόστρωτο και άνοιξα την πόρτα που οδηγεί στο πίσω μέρος της αυλής.
     Μπήκα και στάθηκα κατάπληκτος. Βρισκόμουν μπροστά από ένα μεγάλο λάκκο διαμέτρου δυο -δυόμισι μέτρων, γύρω από τον οποίο ήταν πεταμένα χώματα.
     Ο πυθμένας ήταν άβαθος και ανώμαλος, μόλις είχε σκαφτεί.
     Για λίγο στεκόμουν εκεί ακίνητος, χωρίς να πιστεύω το τι βλέπω και με το μυαλό μου μπλοκαρισμένο. Θα μπορούσε ή δεν θα μπορούσε να ανοίξει το λάκκο αυτό ένα ον από το διάστημα. Αυτό προς στιγμή δεν μπορούσα να το διαλευκάνω.
    Μετά υποκινούμενος από περιέργεια, σαν ρομπότ,άρχισα να πηγαίνω γύρω από το λάκκο, να σκύβω και να κοιτάζω σαν αρπακτικό πτηνό αναζητώντας κάτι το άγνωστο. Αναζητώντας να βρω κάποια λύση για το πρόβλημα αυτό, αλλά επειδή πάλι δεν ήξερα ακριβώς τι ζητούσα, έδειχνα πολύ συγχυσμένος.
     ΄Ενα κομματάκι γυαλιού που έλαμπε στο φως του φεγγαριού, κανένα πετραδάκι, η σκιά της περίφραξης του σπιτιού, όλα αυτά τα πράγματα είχαν μια παράξενη δύναμη που μου την έδινε στο κεφάλι που ήθελε να σπάσει από το άγνωστο. Σε μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσα να δω πράσινους ανθρώπους να χορεύουν γύρω και να τραγουδούν στο  αυτί  μου...


                                                                      ***


     Φαινόταν σαν α είχαν περάσει ολόκληρες ώρες, ενώ στην πραγματικότητα είχαν περάσει μερικά λεπτά και έφτασε η αστυνομία. Σε μερικά λεπτά ξέθαψαν από το λάκκο το πτώμα του Μπράιαν και σε λίγο άρχισαν να με ανακρίνουν. Η Σέιλα θα τους είχε τηλεφωνήσει όταν βεβαιώθηκε πίσω από κανένα σκοτεινό παράθυρο, πως είχα αφήσει στο μαλακό γρασίδι τα ίχνη μου. Σίγουρα θα γελούσε από μέσα της ακούγοντας με να ανακατεύω τα λόγια μου με ιπτάμενα αντικείμενα. Μετά είχε μόνο να πει πως την ξύπνησαν κάποιες παράξενες κραυγές που έρχονταν από την αυλή.
     ΄Εξυπνο. χωρίς αμφιβολία. αλλά όχι αρκετό (έτσι τουλάχιστο ελπίζω). Της διέφυγε μια λεπτομέρεια. ΄Οτι ήταν αδύνατο για οποιοδήποτε άνθρωπο, όση δύναμη και να έχει, να ανοίξει τόσο μεγάλο λάκκο σε δυο0τρεις ώρες που πέρασαν από την ώρα που έφυγαν οι Χάρπερ με τους οποίους παίζαμε χαρτιά μέχρι την ώρα που με βρήκε η αστυνομία να στέκομαι πάνω από τον τάφο του Μπράιαν.
     Φυσικά, αντιλαμβάνομαι πως η Σέιλα δεν θα μπορούσε να ξέρει πως παίζαμε χαρτιά εκείνο το βράδυ αλλά θα μπορούσε να το εξακριβώσει.
     Γιατί έπρεπε να ήξερε ότι για να ανοιχτεί ένας τέτοιος λάκκος χρειάζονταν τουλάχιστο δυο άνθρωποι να σκάβουν από τη δύση του ήλιου μέχρι να φύγει και το φεγγάρι και μάλιστα ο ένας τους να είναι χειροδύναμος.
     Θα είναι ενδιαφέρον όταν όλα αυτά φτάσουν στις εφημερίδες να μάθουμε ποιος ώμος από όλους εκείνους στους οποίους έγερνε και έκλαιγε η Σέιλα ήταν τόσο δυνατός. 




                                                                                                                    

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Constantinos Hadjipavlou

Costis Kahropoulos is the pseudonym of Constantinos Hadjipavlou.

Βασικές αρχές ομοσπονδιακών συνταγμάτων

Βασικές αρχές ομοσπονδιακών συνταγμάτων


* Το έδαφος της Ομόσπονδης Δημοκρατίας είναι ένα και μοναδικό ενιαίο σύνολο και αποτελείται από το σύνολο του εδάφους των συνιστωσών μονάδων.

* Οι ελευθερίες και τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη ( που πρέπει να αναφέρονται σαφώς στο σύνταγμα) υλοποιούνται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του ενός έναντι όλων και όλων έναντι του ενός. Οι ελευθερίες του ανθρώπου και του πολίτη μπορούν να περιοριστούν μόνο από τις ίσες ελευθερίες και τα δικαιώματα των άλλων και από το συνταγματικά καθορισμένο δημόσιο συμφέρον. Ο καθένας είναι υπόχρεος να σέβεται τις ελευθερίες των άλλων και να είναι υπεύθυνος γι' αυτό.

* Οι πολίτες είναι ίσοι σε δικαιώματα και καθήκοντα ανεξάρτητα από κοινότητα, φυλή, φύλο, γλώσσα, θρησκεία, μόρφωση ή κοινωνική κατάσταση. ΄Ολοι είναι ίσοι έναντι του νόμου.

* Το δικαίωμα εργασίας είναι κατοχυρωμένο. Ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει το επάγγελμα και την εργασία του. Ο κάθε πολίτης έχει πρόσβαση επί ίσοις όροις για κάθε λειτούργημα στην κοινωνία . Η καταναγκαστική εργασία απαγορεύεται.

* Το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης και διακίνησης είναι κατοχυρωμένο. Ο περιορισμός της ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης μπορεί να γίνει με νόμο και για καθορισμένη χρονική περίοδο μόνο για διασφάλιση αποφυγής εγκληματικών ενεργειών, για προστασία από την εξάπλωση μεταδοτικών ασθενειών, για προστασία της δημόσιας τάξης ή όταν τούτο απαιτείται από τα αμυντικά συμφέροντα της Ομόσπονδης Δημοκρατίας.

* Κάθε πολίτης που βρίσκεται στο εξωτερικό δικαιούται προστασίας από την Ομόσπονδη Δημοκρατία.

* Οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που διασφαλίζονται στο Σύνταγμα δεν μπορούν να περιοριστούν.

* Είναι αναπαλλοτρίωτο και αναφαίρετο δικαίωμα και καθήκον των πολιτών και των συνιστωσών μονάδων να υπερασπίζονται την ανεξαρτησία, την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και το σύστημα της Ομόσπονδης δημοκρατίας όπως καθορίζεται στο Σύνταγμα.

* Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αναγνωρίσει ή να υπογράψει παράδοση της χώρας ή να αποδεχτεί κατοχή της χώρας ή οποιουδήποτε μέρους αυτής ή προσάρτησή της ή μέρους αυτής σε άλλο κράτος .

* Οι πολίτες της χώρας έχουν μια μοναδική υπηκοότητα αυτή της Ομόσπονδης δημοκρατίας.

* Η επικράτεια της Ομόσπονδης Δημοκρατίας αποτελεί ενιαίο οικονομικό χώρο. Κάθε πράξη ή ενέργεια που διαταράσσει ή τείνει να διαταράξει το ενιαίο του οικονομικού χώρου είναι αντισυνταγματική.

* Το ενιαίο του οικονομικού χώρου βασίζεται.
- Στην ελεύθερη διακίνηση εργασίας και κεφαλαίου και την ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών.
- Στο κοινό νόμισμα, στο ενιαίο νομισματικό σύστημα και στο ενιαίο χρηματοδοτικό σύστημα.
- Στην κοινή πολιτική οικονομικών σχέσεων με άλλες χώρες, στο ενιαίο σύστημα δασμών και στην κοινή δασμολογική πολιτική.
- Στην ελεύθερη λειτουργία  επιχειρήσεων σε όλη την επικράτεια της Ομόσπονδης Δημοκρατίας ανεξάρτητα  από τη συνιστώσα μονάδα όπου έχουν την έδρα τους.

* Οι πολίτες απολαμβάνουν ελευθερία απασχόλησης σε ολόκληρη την επικράτεια της Ομόσπονδης Δημοκρατίας.

* Η Κεντρική Τράπεζα της Ομόσπονδης Δημοκρατίας εκδίδει τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα και ασκεί νομισματικό, πιστοδοτικό και τραπεζικό έλεγχο σε όλη την επικράτεια της χώρας.

* ΄Ολα τα έσοδα και όλοι οι δασμοί της Ομόσπονδης Δημοκρατίας καθορίζονται στο Σύνταγμα.

* Η Ομόσπονδη Δημοκρατία εκπροσωπείται από τα ομοσπονδιακά  όργανά της όπως αυτά καθορίζονται στο Σύνταγμα.

* Οι εξουσίες των οργάνων της Ομόσπονδης Δημοκρατίας είναι συνήθως.
- Η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της χώρας.
- Αποφασίζει για πόλεμο και ειρήνη.
- Θεσπίζει του νόμους που αφορούν στις ομοσπονδιακές εξουσίες.
- Καθορίζει την εξωτερική πολιτική της χώρας.
- Προστατεύει την έννομη τάξη.
- Διακανονίζει τα θέματα υπηκοότητας.
- Καθορίζει τους δασμούς.
- Διακανονίζει και διασφαλίζει την ασφάλεια της αεροπλοΐας και της ναυσιπλοΐας .
- Καθορίζει τα μέτρα και σταθμά.
- Διατηρεί τα ομοσπονδιακά στατιστικά στοιχεία
- Συνάπτει διακρατικές συμφωνίες και υπογράφει και κυρώνει διεθνείς συμβάσεις.
- Επιλύει τις διαφορές μεταξύ των συνιστωσών μονάδων.
- Εκπροσωπεί τη χώρα στις σχέσεις της με διεθνείς οργανισμούς και άλλες χώρες.
- Διακανονίζει τον τρόπο λειτουργίας των ομοσπονδιακών οργάνων.
- Διακανονίζει τη διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας.
- Ελέγχει τα σύνορα και τη μετανάστευση.

     Τα πιο πάνω αποτελούν, χωρίς να είναι εξαντλητικά, τις συνταγματικές διατάξεις ομόσπονδων κρατών.

 Κωνσταντίνος Α. Χατζηπαύλου

Αναζητώντας τον κατάλληλο άντρα

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
 Αναζητώντας τον κατάλληλο άντρα


Της Κάρολ Μέγιερς (Μετάφραση Κωνσταντίνος Α. Χατζηπαύλου)
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
     Καταριώμενος τα πάντα στον κόσμο ο Χάρι Λαβ έστριψε απότομα. Οι ρόδες έτριξαν στο δρόμο και οι κραυγές του συγκεντρωμένου πλήθους ηχούσαν στα αυτιά του. Πονεμένα κρατούσε το τιμόνι και πατούσε το πεντάλ για το γκάζι.
     Στο διάβολο, έχασε την ευκαιρία!. Με δυσκολία μπορούσε να συγκεντρωθεί στα φώτα τροχαίας παρόλο που ήταν προσεχτικός οδηγός. Πέταξαν από τα χέρια του τουλάχιστο τριάντα χιλιάδες δολάρια.
     Στην ηλικία των 45 χρόνων, με αντανακλαστικά που αδυνατούσαν, δεν αναλάμβανε πια  ένοπλες ληστείες. Οι έξυπνες απάτες του ταίριαζαν περισσότερο. ΄Ηλθε όμως ένα μεγάλο ποσό και η Τράπεζα Πίστεως του φαινόταν σαν ένα μεγάλο κομμάτι γλυκό. Είχε προβλέψει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια και τώρα η αυλαία σηκώθηκε.
     Στην αρχή όλα πήγαιναν μια χαρά. Δυο πελάτες και τρεις υπάλληλοι στέκονταν κατατρομαγμένοι μπροστά στο ρεβόλβερ του Χάρι. Το ίδιο και ο ταμίας που υπάκουα έχωνε τις δέσμες με τα χαρτονομίσματα στη τσάντα. Ωραία. Ο Χάρι βγήκε από το κτίριο και ακριβώς την ώρα που ετοιμαζόταν να τρέξει στο απέναντι πεζοδρόμιο γλίστρησε και στραμπούλισε το δεξί του πόδι. Η τσάντα του έπεσε μερικά μέτρα μπροστά και χάθηκε κάτω από το λεωφορείο που ακριβώς εκείνη την ώρα περνούσε από εκεί.
     Ανατρίχιασε. Πίσω του έπαιζαν τα κουδούνια του συναγερμού. Γύρω του μαζεύονταν περαστικοί σε αρκετή απόσταση κοιτάζοντας προς το πιστόλι του. Το λεωφορείο δεν μετακινούνταν. Ο Χάρι παράτησε τη τσάντα και έτρεξε προς το αυτοκίνητό του που ήταν παρκαρισμένο στη γωνιά. Η κίνηση όμως ήταν πυκνή. Κατάρα! 
     ΄Οταν συνήλθε, χαμήλωσε ταχύτητα, μπήκε στη νησίδα τροχαίας και πέρασε σε ένα δευτερεύοντα δρόμο. Ο αστράγαλος του τον πονούσε ακόμη αλλά αυτό δεν ήταν το κύριο μέλημά του> Ανάμεσα στο πλήθος εκείνο του κόσμου μερικοί παρατηρητικοί πολίτες θα μπορούσαν να θυμηθούν το πρόσωπό του ή τον αριθμό του αυτοκινήτου του και να ειδοποιήσουν την αστυνομία.


                                                                                 ***


     Η πόλη Μπέντεν ήταν μικρή και  συγυρισμένη, με μερικά καταστήματα, σινεμά και ξενοδοχεία που βρίσκονταν στον κύριο δρόμο. Επειδή τον πονούσε φοβερά ο αστράγαλος σκέφτηκε να μείνει σε κανένα ξενοδοχείο μια-δυο μέρες. Όμως αμέσως εγκατέλειψε αυτή την ιδέα και συνέχισε το δρόμο του. Δέκα λεπτά αργότερα συνάντησε ένα αγρόκτημα.
     Το μέρος φαινόταν εγκαταλειμμένο. Το σπίτι στο ύψωμα σίγουρα κάποτε θα ήταν ένα επιβλητικό κτίριο. ΄Ομως τώρα βρισκόταν σε άσχημε κατάσταση και έδειχνε εντελώς έρημο.
     Ο Χάρι το κοιτούσε με ενθουσιασμό. ΄Ηταν ακριβώς ότι ζητούσε. Μπορούσε να βγει από το δρόμο και να διανυκτερεύσει εδώ, ίσως να περάσει εδώ και την επόμενη μέρα. Δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα να παραβιάσει την είσοδο.
     Οδήγησε το αυτοκίνητο από ένα μικρό δρομάκι στο σπίτι. όπου κανείς δεν μπορούσε να το δει. ΄Αρχισε να τρίβει τον αστράγαλο του αλλά μεμιάς πάγωσε ακούγοντας πίσω του μια γυναικεία φωνή.
     - Είστε τραυματισμένος!
     Ο Χάρι γύρισε. Η πόρτα του σπιτιού είχε ανοίξει και στο σκαλοπάτι στεκόταν μια γυναίκα που τον κοίταζε με προσοχή.
     - Είστε τραυματισμένος, επανέλαβε.
     Κατάρα! Το μέρος δεν είναι έρημο! Ο Χάρι συνήλθε αμέσως και κατάφερε να χαμογελάσει.
     - Στραμπούλισα λίγο το πόδι μου.
     Για να δικαιολογήσει την εκεί παρουσία του, έδειξε προς το αυτοκίνητο και πρόσθεσε.
     - Νόμισα πως θα μπορούσα να έχω λίγο νερό για το ψυγείο του αυτοκινήτου.
     - Φυσικά.
     Η γυναίκα ήταν γύρω στα πενήντα, με γκρίζα μαλλιά, αλλά οι κινήσεις της ήταν γρήγορες και αποφασιστικές. Πίσω από τις πυκνές βλεφαρίδες της έλαμπαν τα πράσινα ζωντανά της μάτια.
     Γύρισε γρήγορα με ένα κάδο νερό. Ο Χάρι σήκωσε το κάλυμμα και άρχισε να ρίχνει νερό στο σχεδόν γεμάτο ψυγείο έτσι που το περισσότερο χύθηκε στο χώμα . Του ήρθε μια ιδέα.
     - Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κυρία...
     - Δεσποινίς- τον διόρθωσε- Βίλμα Χέντλυ. Αν χρειάζεστε οτιδήποτε άλλο, πέστε μου.
     Μετακινούμενος για να αφήσει τον κάδο ο Χάρι έκανε ένα μορφασμό γεμάτο πόνο και μετά είπε στη Βίλμα.
     - Είμαι ο Τζορτζ Λούκενς. Δεν θέλω να γίνομαι φορτικός, αλλά μήπως θα μπορούσα να  ξεκουραστώ λιγάκι.
     - Φυσικά.- Η απάντηση ήλθε χωρίς αμφιταλάντευση.-Επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω.
     Κρατώντας τον η Βίλμα τον οδήγησε στο σπίτι. τον άφησε στον παλιό καναπέ και ετοίμασε ένα δοχείο με ζεστό νερό και επιδέσμους να του τυλίξει το πόδι.
     Ο Χάρι της ήταν ευγνώμων. Ο αστράγαλος του τον πονούσε πολύ αλλά παράλληλα η παραμονή του εκεί τον βοηθούσε να κρύψει τα ίχνη του.
     Αναστέναξε.
     - Τώρα είμαι καλύτερα- είπε-. ΄Ισως θα μπορούσα να ξεκινήσω.
     - Ανοησίες  - φώναξε η Βίλμα-. Θα μείνετε για το γεύμα. Ο αστράγαλος σας είναι αρκετά.φουσκωμένος.
     Ο Χάρι την κοίταξε με ικανοποίηση. Η γυναίκα ήταν περιποιητική και ζούσε μόνη της στο σπίτι. η πρόσκληση για γεύμα θα τον αφήσει εκεί μέχρι το βράδυ. Αν έπαιζε καλά το ρόλο του, το ρόλο του τζέντλεμαν που τον πονά το πόδι, ίσως θα μπορούσε να παρατείνει ακόμη και περισσότερο την παραμονή του...
     Με το πέρασμα της ώρας ο διάλογος ησύχασε και τα θέματα εξαντλήθηκαν. Η Βίλμα δεν είχε τηλεόραση, αλλά στην κουζίνα είχε ραδιόφωνο. ΄Οταν τέλειωσαν το δείπνο τους εκείνη κοίταξε το ραδιόφωνο, χαμήλωσε το κεφάλι και είπε απλά.
     - ΄Ακουσα για το σημερινό σας ατύχημα.
     Του Χάρι παραλίγο να του σταματήσει η καρδιά.
     - Τι!
     - Για τη ληστεία στην Τράπεζα Πίστεως- είπε η Βίλμα- και πως σας  έπεσε η τσάντα με τα χρήματα κάτω από το λεωφορείο. το είπαν στις ειδήσεις. σας περιέγραψαν και είπαν ότι στραμπουλίσατε το πόδι σας.
     Η ηρεμία της εξέπληξε το Χάρι. Υπό τέτοιες συνθήκες θα ήταν χωρίς νόημα να αρνηθεί οτιδήποτε. Το παράξενο ήταν που η γυναίκα τόση ώρα δεν του έδειξε πως το ήξερε.
     - ΄Ηθελα να σας δοκιμάσω κύριε Λούκενς... ή όποιο και να είναι το αληθινό σας όνομα. Εδώ και ένα χρόνο ψάχνω για ένα άντρα, ένα αληθινό άντρα να του προτείνω κάτι. Νομίζω πως η μοίρα σας έφερε εδώ... με δυο λόγια θέλω να σας πω ένα εύκολο τρόπο για να αποκτήσετε ένα σωρό λεφτά.
Βίλμα έμοιαζε με καλή ηλικιωμένη δασκάλα και όχι για γυναίκα που προγραμμάτιζε ληστεία τράπεζας.
     - Τι είπατε- ρώτησε.
     - Αυτό που ακούσατε, πως μπορείτε εύκολα να ξεπαστρέψετε το Ταμιευτήριο της πόλης- επανέλαβε ήρεμα-. Ιδιοκτήτης αυτού του αγροκτήματος ήταν η αδελφή μου και ο σύζυγός της. ΄Οταν πέθαναν ήρθα και το ανέλαβα εγώ. Κουράστηκα από τη συνεχή προσπάθεια να διατηρώ μια τάξη. Θέλω να φύγω από εδώ και να κάνω λιγάκι τη ζωή μου. Γι' αυτό αποφάσισα να ληστέψω το Ταμιευτήριο με τον πιο γρήγορο τρόπο.
     - Αυτό είναι τρέλα- είπε ο Χάρι-. Από που ξέρετε πως θα δεχτώ την πρόταση σας. Σήμερα δοκίμασα μια φορά και ορίστε τι μου συνέβηκε...
     - ΄Ηταν ατυχία- είπε η Βόλμα-. Στο Μπέντεν δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Δεν έχει τροχαία ούτε άλλα προβλήματα. Μπορείτε να γυρίσετε εδώ και να κρυφτείτε όσο καιρό θέλετε. Ελπίζω να έχω κι' εγώ το μερτικό μου.
     Ο Χάρι την κοιτούσε χωρίς να την πιστεύει.
     - Σας είπα ότι είναι τρέλα.
     Εκείνη κούνησε τα χέρια και συνέχισε.
     - ΄Οχι δεν είναι και θα σας πω γιατί. Το Ταμιευτήριο δεν έχει ούτε σύστημα συναγερμού ούτε κλειστό τηλεοπτικό σύστημα παρακολούθησης. Υπάρχει μόνο ένας φύλακας που είναι γέρος. Θα είναι πολύ απλά τα πράγματα.
     Η εισήγηση της Βίλμας ήταν ελκυστική. Ο Χάρι άρχισε να το σκέφτεται καλύτερα. Γιατί όχι. Η δουλειά θα είναι πιθανό πολύ απλή. Ας ελπίζει η Βίλμα ότι η κατανομή των λεφτών θα είναι δίκαιη. τίποτα δεν τον εμποδίζει να τα κρατήσει όλα για τον εαυτό του.
     - Εντάξει- συγκατατέθηκε-. Θα κάνω ότι πείτε.
     Τα μάτια της γυναίκας έλαμψαν.
     - Θαυμάσια! Αύριο.
     - Θέλω πρώτα να παρακολουθήσω λιγάκι τα πράγματα- είπε.


                                                                   ***


     Το πρωί καθώς οδηγούσε στη μικρή πόλη ο Χάρι επεξεργαζόταν το σχέδιό του. Το Ταμιευτήριο φαινόταν ακριβώς όπως τ περιέγραψε η Βίλμα. Ο μοναδικός φύλακας ένας ψηλός άνθρωπος, ο Βίλμπερ Πήτερσον, ήταν στην ηλικία της σύνταξης.
     - Είμαι ικανοποιημένος- δήλωσε ο Χάρι όταν γύρισε-. Θα το κάνω αύριο το απόγευμα.
     - Θαυμάσια- είπε η Βίλμα-. Πηγαίνω τώρα για ψώνια. Θα φέρω και ένα μπουκάλι κρασί να το γιορτάσουμε.
    
                                                                 ***


     Ο Χάρι σύμφωνα με το σχέδιο μπήκε στην Τράπεζα. Δυστυχώς παρόλο που κρατούσε το πιστόλι του στο χέρι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να πει ούτε λέξη. Μόλις πέρασε την είσοδο, ο γέρο φύλακας τον πλησίασε από πίσω και τον κτύπησε με το κοντάκι του πιστολιού του.
     ΄Οταν συνήλθε είδε πως βρισκόταν στο γραφείο του σερίφη. Στην ανάκριση παραδέχτηκε και τις δυο απόπειρες- τι μπορούσε να κάνει- και τώρα απέμεινε να του επιβάλει την ποινή το δικαστήριο που σίγουρα θα είναι βαριά.
                    
                                                               ***


     Εκείνο το βράδυ η Βίλμα είχε ένα εξέχοντα φιλοξενούμενο για τραπέζι.
     - Καθώς τον έβλεπα να πλησιάζει στο αγρόκτημα μου ήρθε αμέσως η ιδέα- είπε.
     Ο Βίλμπερ Πήτερσον πήρε ένα κομμάτι μηλόπιτα.
     - Δεν καταλαβαίνω όμως πως αποδέχτηκε την ιδέα σας για ληστεία του Ταμιευτηρίου.
     - Στην αρχή δεν ήθελε αλλά τον έπεισα.
     Ο Βίλμπερ την κοίταξε με συμπάθεια.
     - Σας είμαι πολύ ευγνώμων, Βίλμα, που ήρθατε και με ειδοποιήσατε. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ.
     - Τώρα δεν θα σας υποχρεώσουν να βγείτε με σύνταξη.
     - ΄Οχι! Ο διευθυντής μετά την επιτυχία μου  είπε πως είχε λανθασμένη εντύπωση για μένα και με τη δράση μου, γρήγορη και αποφασιστική, απέδειξα  ότι είμαι ικανός για φύλακας. μου είπε πως μπορώ να μείνω όσο καιρό θέλω.
     - Θαυμάσια- είπε η Βίλμα-. Μη ξεχνάτε όμως πως αυτό είναι το μικρό μας μυστικό.
     - Δεν θα το ξεχάσω- υποσχέθηκε ο Βίλμπερ.
     Πλένοντας τα πιάτα, η Βίλμα χαμογελούσε με ικανοποίηση. Ποιος είπε πως μια γεροντοκόρη δεν αλλάζει γνώμη όταν βρει τον κατάλληλο άνθρωπο! ΄Ισως είναι λιγάκι χοντρός αλλά είναι πολύ ευχάριστος τύπος...